Λειτουργικά κηρύγματα

Κυριακή 26 Μαΐου (τῆς Σαμαρείτιδος)

Ἀνάγκη ἐμπειρίας


 Ἡ Ἐκκλησία σήμερα μᾶς προσφέρει μία θαυμάσια περικοπή, γνωστή σέ ὅλους μας. Εἶναι ὁ διάλογος τοῦ ᾿Ιησοῦ μέ τή Σα­μαρείτιδα. Ἀπό ὅλη τήν περικοπή δια­λέγω μόνο δύο σημεῖα νά μελετήσουμε.
Στήν περικοπή αὐτή φαίνεται ὅτι ὁ Κύριός μας εἶναι πραγματικός ἄνθρωπος καί ἔχει ὅλα τά λεγόμενα ἀδιάβλητα ἀνθρώπινα πάθη, δηλαδή πεῖνα, δίψα, κό­πω­ση. Τόν βλέπουμε νά κουράζεται ἀ­πό τήν πορεία. «Κεκοπιακώς», γράφει ὁ Ἰω­άν­νης, κάθισε στό στόμιο τῆς πηγῆς νά ξε­κουρασθεῖ. Διψάει, θέλει νά πιεῖ νερό. «Δός μοι πιεῖν», λέγει στή Σαμαρείτιδα. Πεινάει. Στέλνει τούς μαθητές του νά ἀ­γοράσουν τρόφιμα.
Αὐτά τά στοιχεῖα χρησιμοποίησαν οἱ πατέρες, οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, γιά νά καταπολεμήσουν τήν αἵρεση τοῦ μονο­φυ­σιτισμοῦ. Ὑπάρχουν πάρα πολλές μαρτυ­ρίες πού ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Χριστός μας ἐκτός ἀπό Θεός ἦταν καί ἄνθρωπος. Καί ἡ μεγαλύτερη μαρτυρία εἶναι ὅτι δέχθηκε τόν θάνατο, πέθανε καί τάφηκε ὡς φυσιο­λογικός ἄνθρωπος.
Ἀλλά ἐνῶ ὁ Κύριός μας εἶναι κεκοπια­κώς, ξαφνικά ξεκουράζεται. ᾿Ενῶ διψάει καί ζητάει ἀπό τή Σαμαρείτιδα νά πιεῖ νε­ρό, δέν πίνει. Κι ἐνῶ στέλνει τούς μαθητές του νά ἀγοράσουν τρόφιμα, ὅταν τοῦ δί­νουν νά φάει, δέν τρώγει. Γιατί; «᾿Εγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε». «᾿Εγώ ἔχω» λέει, «μιά τροφή πού ἐσεῖς δέν τήν ξέρετε». Καί ἀμέσως τούς ἐξηγεῖ· «᾿Ε­μὸν βρῶμά ἐστι ἵνα ποιῶ τὸ ἔργον τοῦ πέμ­ψαν­τός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον». ᾿Εδῶ ὁ Κύριος διδάσκει στούς μαθητές του ἀλλά καί σέ ὅλους τούς πιστούς, σ᾿ ὅλους αὐτούς πού φέρουν τό ὄνομά του, στούς χριστιανούς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ζῆ μόνο μέ ψωμί καί μέ νερό, μέ τά ἀναγκαῖα αὐτά φυσικά ἀγαθά. ῎Εχει ἀνάγκη καί ἀ­πό τήν πνευματική τροφή. Καί ὅταν ἕνας ἔχει πόθο καί λαχτάρα γιά τά πνευματικά, λιγοστεύει τίς σωματικές του ἀνάγκες, τίς ὑπερνικᾶ. Νικᾶ καί τήν τροφή καί τόν ὕπνο καί τό ποτό. Καί φαίνεται αὐτό ἀπό τή ζωή τόσων ἁγίων, πού πράγματι νίκη­σαν αὐτές τίς φυσικές ἀνάγκες καί μέ λίγο νερό, μέ λίγη τροφή, μέ λίγο ὕπνο ἔζησαν καί ἔζησαν μάλιστα χρόνια πολλά. Ὄχι μόνο πολλά χρόνια ἀλλά καί εὐλογημένα καί καρποφόρα.
῞Οταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει θεϊ­κούς πόθους καί ζῆ μέ τό σύνθημα «φάγω­μεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκωμεν», τοῦ εἶναι βαρειές καί οἱ πιό ἁπλές καί μι­κρές ἀκόμη ἐντολές. Ἄν ὁ πιστός θέλει νά ζήσει πνευματικά, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου, τό πρῶτο πού ἔχει νά κάνει εἶ­ναι νά ἀγωνισθεῖ, μέ μελέ­τη καί μυστη­ρι­α­κή ζωή, νά αὐξήσει μέσα του τόν θεϊκό, τόν ὑπεργήϊνο ἔρωτα, τούς ἱερούς πόθους. ῞Οπως λέγει ὁ Παῦλος· «τὰ ἄνω ζητεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ἄνω φρονεῖτε, ὅπου ὁ Χριστός». Τότε παρα­μερίζονται ὅλα τά βιοτικά ἀλλά καί οἱ θλί­ψεις καί τά βάσανα καί οἱ ἀρρώστιες καί οἱ πόνοι. Τρόπον τινά εἶναι σάν νά μπαίνει ὁ πιστός σέ μιά ἄλλη ἀτμόσφαιρα, ὅπου λειτουργεῖ ὄχι ἡ γήινη ἕλξη, πού τόν ἑλκύει στά χαμαίζηλα καί στά φθαρτά, ἀλλά μιά δύναμη πού τόν ἀνελκύει καί τόν ἀνυψώνει στά πνευ­ματικά.
Τό δεύτερο σημεῖο πού θά ἤθελα νά δοῦμε, εἶναι τά τελευταῖα λόγια πού ἀκούσαμε ἀπό τούς Σαμαρεῖτες. ῎Ακουσαν τόν Χριστό, ἄκουσαν τή διδασκαλία του, ἔ­μειναν δυό μέρες μαζί του καί ἐνθουσιάσθηκαν. Ἄναψε μέσα τους θεϊκός πόθος, φωτίσθηκαν καί ἔλεγαν στή Σαμαρείτιδα πού τούς κάλεσε νά ἀκούσουν τόν Ἰησοῦ· «οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκη­κόαμεν καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου, οὗ ἐστιν Χριστός». Ἀπέκτησαν προσωπική ἐμπειρία. Ὅποιος κι ἄν ἀμφι­σβητήσει ἤ συκοφαντήσει τόν Ἰησοῦ δέν τούς σαλεύει, διότι οἱ ἴδιοι ἄκουσαν καί εἶδαν. Καί ἡ Σαμαρείτιδα ἔνιωσε νά φλογίζεται ἡ καρδιά της ἀπό τόν λόγο τοῦ Κυρίου. Κι αὐτή ἡ φλόγα πού ξεδιψοῦσε, πού χόρταινε, πού ξεκούραζε καί ἐνέπνεε, πραγματικά τήν πυροδότησε ὥστε νά γίνει ἱεραπό­στολος στούς συμπατριῶτες της. Τρέχει στήν πόλη καί φωνάζει· «δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;». Καταθέτει τήν προσωπική της ἐμπειρία, ἀλλά δέν τούς λέει «αὐτός εἶναι ὁ Χριστός», τούς καλεῖ νά δοκιμάσουν οἱ ἴδιοι. Εἶναι αὐτό πού γράφει ἀλλοῦ ὁ Ἰωάννης· «ἔρχου καὶ ἴδε». ῾Η μεγαλύτερη ἀπο­λο­γία τοῦ χριστιανισμοῦ, τό δυνατότερο κήρυγμα εἶναι ἡ ἐμπειρία. ῎Οχι δικολαβισμοί, συλλογισμοί, διαλεκτικές καί ἄλλες ἐπιχειρη­μα­τολογίες, ἀλλά ἡ ἐμπειρία. «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος».
Ἀδελφοί μου, ἄν ἡ πνευματική μας ζωή εἶναι φτωχή καί ξηρή εἶναι γιατί ἔχουμε ἀ­νάγκη ἀπό πνευματικές ἐμπειρίες. Ἄν δέν πιάσουμε τή συχνότητα πνεῦμα, δέν πρό­κει­ται νά ἀνθέξουμε στούς πειρασμούς. Δέν πρόκειται νά σηκώσουμε τόν σταυρό μας μέ ὑπομονή, νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο. Στή σημερινή ἐποχή πού ὀργιάζουν οἱ ἐχθροί, πού διαθέτουν τόσα μέσα καί τόσες δυνάμεις, εἶναι ἀναγκαῖες οἱ πνευματικές ἐμπειρίες. ῞Οταν ἐγώ ὁ ἴδιος ἔζησα τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ στήν προσωπική μου ἀνάσταση ἀπό τά πάθη, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος γνώρισα τή δύναμη τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξο­μο­λογήσεως μέ τήν ἐλευθερία καί τήν ἀνακούφιση πού ἔνιωσα, ὅταν ἐγώ ὁ ἴδιος ξεδίψασα καί χόρτασα στό Εὐαγγέλιο, τότε δέν μέ ἐπηρεάζουν ὅσα λένε οἱ ἐχθροί.
Ὅταν λέγει ὁ Κύριος «ἐμὸν βρῶμά ἐστι ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον», μᾶς διδάσκει ὅτι μαζί μέ ὅλες τίς ἄλλες ἀνάγκες μας ἔχουμε τήν ὑψίστη ἀνάγκη νά ἐκτελέσουμε τό θέλημα τοῦ Κυρίου μέ ἀφοσίωση καί αὐτα­πάρ­νηση. Καί αὐτή ἡ αὐταπάρνηση καί ἀφοσίωση νικάει τά βιοτικά, τά γήινα, τίς θλίψεις ἀλλά καί ὅλες τίς ἀδυναμίες μας. Γιά νά ἔχουμε ὅμως αὐτή τή δύναμη πρέπει ὁπωσ­δή­ποτε νά ἀποκτήσουμε πνευματικές ἐμπειρίες.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυριακή 2-6-02, Φίλυρο