Στρατόπεδο "Παύλου Μελᾶ"

 Οἱ μαῦρες φτεροῦγες τῆς χιτλερικῆς νύχτας ἔχουν τυλίξει πιά τή Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ. Ἰταμά ποδοπατάει τό χῶμα της τό ἑλληνικό ἡ γερμανική μπότα. Σφουγγίζει ὁ Ἕλληνας τό δάκρυ του, γιατί πληθαίνουν οἱ κατάδικοι στίς φυλακές. Ρουτίνα ἔχουν καταντήσει οἱ καθημερινές, πολλαπλές ἐκτελέσεις.
  Ἐκεῖ, στό στρατόπεδο "Παύλου Μελᾶ", μία ὁλόκληρη πολιτεία ἀπό δεσμίους τῶν ναζί εἶναι ἐγκλωβισμένη. Μελανό, ἄθλιο τό σκηνικό τούτης τῆς παγερῆς φυλακῆς. Ἡ φτώχεια, ἡ πεῖνα, τό κρύο, οἱ ψεῖρες, οἱ ἀρρώστιες, ἡ δυστυχία, οἱ ἐξευτελισμοί καί τά τρελλά βασανιστήρια θερίζουν τούς φυλακισμένους. Ὅσοι τολμήσουν ν᾿ ἀνάψουν λίγη φωτιά νά ζεσταθοῦν, δέχονται τ᾿ ἀνελέητα χτυπήματα τοῦ κατακτητῆ. Ὁ Διευθυντής μέ τό στυλιάρι τοῦ κασμᾶ σαπίζει στό ξύλο ἕναν νεαρό, γιατί ἔδειξε τά φιλάνθρωπα αἰσθήματά του σ᾿ ἕναν ἄρρωστο καί τοῦ πρόσφερε ἕνα ζεστό. Κι οἱ κλοῦβες τῆς Κατοχῆς πᾶνε καί ἔρχονται βαρυφορτωμένες. Γεμίζουν ἀπό μελλοθανάτους κι ἐπιστρέφουν ἄδειες.
trikkis-dionysios  Κι ἐνῶ οἱ Γκεσταπῖτες ξεβράζουν πάνω στούς κρατουμένους ὅλη τους τήν ἀγριότητα καί κτηνωδία, κάποιος ὑπόδικος, ἱλαρός λευΐτης, μέ τή θαυμαστή του δρᾶσι ἔχει μετατρέψει τό ἀποκρουστικό καί ἀνήλιαγο στρατόπεδο, τόν προθάλαμο τοῦ θανάτου, σέ φάτνη Χριστοῦ. Εἶναι ὁ ἡρωϊκός, ὁ ἀλύγιστος μάρτυρας Διονύσιος Χαραλάμπους, ὁ μετέπειτα ἄξιος ἐπίσκοπος Τρίκκης καί Σταγῶν. Ἄγγελος καί βακτηρία γίνεται γιά τούς ἀπελπισμένους συγκαταδίκους του. Ἀκτινοβολεῖ ἡ προσωπικότητά του μέσα καί ἔξω ἀπό τίς φυλακές. Σέ μία τέτοια ψυχή πού συγκακουχεῖται, δέν μπορεῖ ὁ Κύριος νά μή στείλει συνεργούς, Κυρηναίους, στό ἔργο της. Τό καταθέτει ὁ ἴδιος στό ἡμερολόγιο-βιβλίο του «Μάρτυρες».
 «25 Δεκεμβρίου 1943. Τά δεύτερα Χριστούγεννά μας στοῦ Παύλου Μελᾶ. Μά ἡ ἀγάπη τῶν χριστιανῶν κάνει νά ξεχάσωμε τήν τραγική μας θέσι. Μ᾿ ὅλο τό κρύο, ἀπ᾿ τό πρωί καταφθάνουν καραβάνια, ἄλλοι μάγοι πρός τό Θεῖο Βρέφος, μέ τά δῶρα τους: ψωμιά, τρόφιμα, γλυκά, φροῦτα καί τσιγάρα. Εἶναι τά Κατηχητόπουλά ῾μας᾿... Τά δικά μας. Αὐτά πού ἔχουν τή φροντίδα τή δική μας, αὐτά πού ἀνέλαβαν νά μᾶς φέρουν τό χαμόγελό τους. Ἡ εὐχαριστία κυλᾶ βουβά, φουσκώνει τά στήθη μας καί βουρκώνει τά μάτια. Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, πού δέ μᾶς ἄφησες μόνους... Τά παιδιά μᾶς εὔχονται χρόνια πολλά, καλή λευτεριά -αὐτό στό αὐτί-, ἀφήνουν τά δῶρα τους τά πλούσια καί φεύγουν. Χάνονται ἐκεῖ στό βάθος τοῦ δρόμου, μιά μακριά γραμμή χελιδόνια πού ἔφεραν τήν ἄνοιξι στό διπλό μεσοχείμωνο τοῦ Π. Μελᾶ».
  Οἱ ἐκδηλώσεις τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, μέ τοῦ Ἀβραάμ τ᾿ ἀγαθά καί μέ πρωτοπόρους τούς ἱεροκήρυκες τῆς Ἀδελφότητος τῆς «Ζωῆς», ἐπαναλαμβάνονται πολλές φορές. Μιά μέρα ὁ π. Διονύσιος, ἡ ψυχή τῶν φυλακῶν, δέχεται ἀπό τούς πατέρες τῆς χριστιανικῆς κινήσεως ἕνα προσωπικό δῶρο. «Τ᾿ ἀνοίγω καί τί βλέπω! Ἕνα χοντρό-χοντρό κοντόρασο, γιά ν᾿ ἀντικαταστήση τά κουρέλια πού φορῶ», ἐξομολογεῖται ὁ ἴδιος μέ συγκίνηση. Ἰδιαίτερα βέβαια χάρηκα, ὅταν ἔμαθα πώς σ᾿ ἐκείνη τή ζεστή καί ριψοκίνδυνη προσπάθεια συμμετέχει ἐνεργά καί προσφέρει τή λογία της καί ἡ δική μας Ἀδελφότητα «Ἀπολύτρωσις», μέ τ᾿ ὄνομα τότε «Ἀποστολική Διακονία».
  Κι ὁ ἀνύσταχτος ἄγγελος τῶν καταδίκων χάρις στήν ἀξιωσύνη του μετατρέπει τό ἐλεεινό κελλί τῆς φυλακῆς του σέ «Ὑπουργεῖο Προνοίας καί Περιθάλψεως». Ἐκεῖ προστρέχουν οἱ κρατούμενοι πού δέν ἔχουν στόν ἥλιο μοῖρα, νά πάρουν τά δῶρα τῶν ἀχθοφόρων τῆς ἀγάπης. Ἐκεῖ βρίσκουν, στή βιβλιοθηκούλα πού εἶναι στημένη, κάποιο θρησκευτικό βιβλίο, πού θά τονώσει τό ἠθικό τους. Προπάντων ἐκεῖ καταφεύγουν, γιά νά ἀποβάλουν τίς κηλῖδες τῆς ψυχῆς τους καί νά λάβουν κάτω ἀπό τό πετραχήλι τοῦ π. Διονυσίου τήν ἄφεσι. «Ὁ ἐγωισμός, πού κρατοῦσε πολλούς μακριά ἀπ᾿ τό παρήγορο καί φιλάνθρωπο τοῦτο μυστήριο, σφυροκοπήθηκε, πάνω στ᾿ ἀμόνι τοῦ στρατοπέδου, μέ τό βαριό τοῦ πόνου», γράφει χαρακτηριστικά. Ἀπό ᾿κεῖνο τό ὑγρό κελλί του ψάλλει χαμηλόφωνα ὁ τραγικός ἱερέας μέ μάτια δακρύβρεχτα τή νεκρώσιμη ἀκολουθία τῶν μελλοθανάτων, πού σέ λίγο οἱ Γερμανοί θά ἔχωναν σέ λάκκους. «Ἔλεγα», σημειώνει, «τό Δι᾿ εὐχῶν, ὅταν ἀκούστηκε ἡ ριπή τοῦ πολυβόλου. Ὕστερα οἱ χαριστικές». Ἔτσι, κάτω ἀπό τή μύτη τῆς σιδηρᾶς Αὐτοκρατορίας ὁ π. Διονύσιος ἔκανε τή δική του ἀντίσταση. Ὅσο οἱ τίγρεις διψοῦσαν γιά αἷμα, τόσο αὐτός προσπαθοῦσε, μέ τό κήρυγμα πού ἀντλοῦσε ἀπό τό χρυσωρυχεῖο τῆς Κ. Διαθήκης, νά κρατᾶ τίς καρδιές τῶν συγκαταδίκων του ἀνεξίκακες καί νά τίς ἐξαγνίζει μέ τ᾿ ἄχραντα μυστήρια.
 Κάθε φορά πού περνῶ μπροστά ἀπό τό στρατόπεδο «Παύλου Μελᾶ», νιώθω ν᾿ ἀντικρύζω μιά πρωτοχριστιανική κατακόμβη. Αὐθόρμητα σιγοψάλλω «αἰωνία ἡ μνήμη» αὐτῶν πού μέσα στίς ἀπάνθρωπες φυλακές καθαγίαζαν τίς ψυχές τους καί ἀναπαύονται τώρα στήν ἄληκτη μακαριότητα.


Ἑλληνίς