Ἡ κλήση τοῦ Ματθαίου

῾Η κλήση τοῦ Ματθαίου (Λκ 5,27-32)


mathaios  Μετά τήν θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ (στ. 17-26), ὁ Κύριος καλεῖ τόν Ματθαῖο, ὅπως σημειώνουν καί οἱ τρεῖς συνοπτικοί εὐαγγελιστές (βλ. Μθ 9,9-13· Μρ 2,13-17· Λκ 5,27-32).

5,27. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῆλθε καὶ ἐθεάσατο τελώνην ὀνόματι Λευΐν, καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι.
  Μετὰ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς φεύγοντας ἀπό τό σπίτι ὅπου ἐπιτέλεσε τό σημεῖο, ἐθεάσατο τελώνην, στάθηκε μπροστά σέ ἕναν τελώνη καί στήλωσε ἐπίμονα τό βλέμμα του σ’ αὐτόν πού ὅλος ὁ κόσμος ἀποδοκίμαζε καί ἀπέρριπτε (βλ. σχόλια στό 3,12). Τό βλέμμα τοῦ Κυρίου διείσδυσε ὥς τά βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ τελώνη καί μπόρεσε νά διακρίνει τούς μυστικούς του πόθους· τήν ἐπιθυμία νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό φορτίο τῆς ἁμαρτίας πού τόν βάραινε καί τήν λαχτάρα γιά μιά νέα καθαρή ζωή. ῏Ηταν καρδιογνώστης ὁ Κύριος· τό ἀπέδειξε λίγο πρίν διαβάζοντας τούς διαλογισμούς τῶν φαρισαίων (βλ. στ. 22).
  Λευῒς ἦταν τό δεύτερο ὄνομα τοῦ Ματθαίου. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ Λουκᾶς καί ὁ Μᾶρκος (βλ. 2,14) χρησιμοποιοῦν τό ὄνομα αὐτό, διότι ἀπό εὐγένεια δέν θέλουν ν’ ἀναφέρουν ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἦταν κάποτε τελώνης. ῾Ο ἴδιος ὁ Ματθαῖος ὅμως μέ ταπείνωση σημειώνει τήν τελωνική του ἰδιότητα (βλ. Μθ 9,9· 10,3), καί μέ εὐγνωμοσύνη ὁμολογεῖ τό θαῦμα πού ἐπιτέλεσε στήν ζωή του ὁ Χριστός. ῾Ο ἄνθρωπος πού ἀληθινά διέρρηξε τούς δεσμούς του μέ τήν ἁμαρτία καί μπῆκε στήν σφαῖρα τῆς θείας χάριτος ζῆ τήν μακαρία κατάσταση τῆς ταπεινώσεως καί δέν δυσκολεύεται ν’ ἀναφερθεῖ στό ἁμαρτωλό παρελθόν του. ᾿Αντίθετα, χαίρεται νά διαλαλεῖ τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού τόν λύτρωσε ἀπό τόσα κακά. ῾Ο Ματθαῖος, ὅπως καί κάθε τελώνης, ἦταν ἄπληστος, δέσμιος τῆς ἀχαλίνωτης πλεονεξίας καί τῆς ἀδίστακτης ἀδικίας. Τόν ἅρπαξε ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀνέλπιστα τόν ἔσωσε. «Θαύμασον δὲ τοῦ Θεοῦ τὴν φιλανθρωπίαν, πῶς τὰ σκεύη τοῦ πονηροῦ διαρπάζει», γράφει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος. «῞Ορα δέ, πῶς ἐκλέγεται τοὺς ἀξίους, ὥσπερ μαργαρίτας ἐν βορβόρῳ», παρατηρεῖ εὔστοχα ὁ Ζιγαβηνός.
  Τελώνιον λεγόταν τό τελωνειακό γραφεῖο, ὅπου γινόταν ἡ εἴσπραξη τῶν φόρων. ῾Ο Ματθαῖος ἦταν γραμματέας ἤ λογιστής ἤ ἴσως καί διευθυντής κάποιας τελωνικῆς ἑταιρείας. Αὐτό δηλώνει ὅτι γνώριζε τουλάχιστον τά ἐγκύκλια γράμματα. Εἶχε, δηλαδή, τίς γραμματικές γνώσεις ἑνός σημερινοῦ ἀποφοίτου Λυκείου. ῏Ηταν ὁ πιό μορφωμένος ἀπό τούς δώδεκα μαθητές. Τό προσόν αὐτό ἀξιοποίησε ὁ Θεός καί, ἀφοῦ τόν πλούτισε μέ τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἀνέθεσε τήν συγγραφή τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου. Τόν ἀνέδειξε ἔτσι μεγάλο εὐεργέτη τῆς ἀνθρωπότητος, μέτοχο τῆς πιό πολύτιμης προσφορᾶς πού γνώρισε αὐτός ὁ κόσμος.
  ῾Ο Κύριος ἀπευθύνει στόν Ματθαῖο τήν πιό τιμητική πρόσκληση· ἀκολούθει μοι. Τόν καλεῖ νά γίνει μαθητής καί ἀπόστολός του. Αὐτός πού δέχθηκε στόν στενώτερο κύκλο τῶν συνεργατῶν του ἀνθρώπους τῆς κατώτερης κοινωνικῆς τάξεως, τούς ἁλιεῖς, δέν δίστασε νά συμπεριλάβει καί ἕναν τελώνη, ἀπό τήν πιό κακόφημη τάξη. «Οὔτε γὰρ τελωνείας τι χεῖρον, οὔτε ἁλιείας εὐτελέστερον», ἀποφαίνεται ὁ ἅγιος Χρυσόστομος. Τό γεγονός αὐτό μαρτυρεῖ τό θαῦμα τό ὁποῖο ἐπιτελεῖ ἡ θεία χάρη στήν ζωή ἐκείνων πού ἀληθινά μετανοοῦν. ᾿Αποδεικνύει, ἐπίσης, περίτρανα ὅτι τό θαυμαστό ἔργο πού ἀκολούθησε δέν στηρίχθηκε σέ ἀνθρώπινα προσόντα ἀλλά στήν βούληση καί στήν δύναμη τοῦ Θεοῦ.

5,28. Καὶ καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ.
 ῾Ο Ματθαῖος ἀνταποκρίθηκε στό κάλεσμα τοῦ Κυρίου καταλιπὼν ἅπαντα, ἐγκαταλείποντας ἐκείνη τήν ἴδια στιγμή τίς ὑποθέσεις τοῦ τελωνειακοῦ του γραφείου, τήν δουλειά του καί τά κέρδη της, γενικά τόν τρόπο τῆς ζωῆς του. ᾿Αποφασίζει νά προσφέρει τόν ἑαυτό του στόν Θεό ὡς κενό δοχεῖο, γιά νά τόν γεμίσει ἐκεῖνος μέ τήν χάρη του καί νά τόν κάνει ἄνθρωπο καινό. ῾Ο ἄπληστος καί ἄδικος τελώνης ἐπιλέγει νά ἀκολουθήσει ἀποφασιστικά τόν δρόμο τῆς θυσίας καί τῆς αὐταπαρνήσεως. Αὐτή ἡ ἄμεση ἀνταπόκριση τοῦ Ματθαίου στήν πρόσκληση τοῦ ᾿Ιησοῦ θυμίζει τήν ἀντίστοιχη συμπεριφορά τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Κυρίου (βλ. στ. 11).
  ῾Η περίπτωση ὅμως τοῦ τελώνη Ματθαίου παρουσιάζει, πράγματι, κάτι τό μοναδικό καί συγκλονιστικό. Οἱ ἄλλοι, ὡς μαθητές τοῦ Προδρόμου, εἶχαν μία θρησκευτική προπαιδεία. ῏Ηταν ζυμωμένοι μέ τίς ἐπαγγελίες καί τίς προσδοκίες τοῦ ᾿Ισραήλ, μέ τόν πόθο καί τήν ἀναμονή τοῦ Μεσσία. Εἶχαν ἀκούσει στόν ᾿Ιορδάνη τόν ἴδιο τόν δάσκαλό τους νά τούς συστήνει τόν ᾿Ιησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ (βλ. ᾿Ιω 1,29). Δέν ἦταν, λοιπόν, παράδοξο νά δεχθοῦν τήν πρόσκλησή του καί νά πᾶνε κοντά του. Φαίνεται ὅμως ἀκατανόητο νά τόν ἀκολουθεῖ ἕνας τελώνης, ἕνας ἐξωμότης ᾿Ιουδαῖος πού φανερά συνεργαζόταν μέ τούς κατακτητές. Προκύπτει, λοιπόν, τό ἐρώτημα· Πῶς ἕνας τελώνης, κυριολεκτικά βουτηγμένος στήν ἁμαρτία, ἀποφασίζει νά κόψει ὁριστικά τούς ἁμαρτωλούς δεσμούς καί νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό γιά πάντα; Τί ἔθρεψε μέσα του μιά τέτοια ἀπόφαση; Νά δεχθοῦμε ὅτι τό πανάγιο πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἀσκοῦσε μιά ἀκατανίκητη ἕλξη, ὥστε ἕνας λόγος του ἦταν ἀρκετός, γιά ν’ ἀλλάξει ὁ Ματθαῖος τήν πορεία τῆς ζωῆς του; Νά ὑποθέσουμε ὅτι διατηροῦσε μιά σπίθα πίστεως στήν καρδιά του, ἡ ὁποία ζωντάνευε καί φούντωνε καθώς πληροφοροῦνταν τά σημεῖα πού ἐπιτελοῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς; Νά σκεφθοῦμε ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτία δημιούργησε ἕναν κορεσμό μές στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐξώθησε στήν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καί τῆς καθαρότητος;
  ῞Ολα εἶναι πιθανές ἐκδοχές πού διαφωτίζουν κατά ἕνα μέρος τήν μεγάλη ἀπόφαση τοῦ Ματθαίου, ἡ ὁποία τοῦ ἄνοιξε διάπλατα τόν δρόμο γιά τήν αἰωνιότητα. Φαίνεται ὅτι στόν ἐσωτερικό του κόσμο διατηροῦνταν κάτι τό ὑγιές· Δέν εἶχε συμβιβασθεῖ μέ τήν ζωή τῆς ἁμαρτίας. ῾Υπηρετοῦσε, βέβαια, τά πάθη του, ἀλλά ποτέ του δέν τά ἀμνήστευσε. Πρέπει νά τόν ἐνθάρρυνε πολύ καί ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ, πού εἶχε προηγηθεῖ καί στήν ὁποία πιθανῶς παρευρέθηκε. ᾿Εκεῖ ἄκουσε τήν διαβεβαίωση τοῦ ᾿Ιησοῦ ὅτι ἔχει τό δικαίωμα νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Πίστεψε ὁ Ματθαῖος ὅτι καί οἱ δικές του ἁμαρτίες μποροῦν νά συγχωρεθοῦν καί γι᾿ αὐτό ἀνταποκρίθηκε μέ προθυμία στήν πρόσκληση τοῦ λυτρωτῆ ᾿Ιησοῦ.

5,29. Καὶ ἐποίησε δοχὴν μεγάλην Λευῒς αὐτῷ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἦν ὄχλος τελωνῶν πολὺς καὶ ἄλλων οἳ ἦσαν μετ᾿ αὐτῶν κατακείμενοι.
  Τήν γνωριμία του μέ τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό τήν αἰσθάνεται ὁ Λευΐς-Ματθαῖος ὡς ἐξαιρετικό γεγονός, ὅπως π.χ., ἄν ἔπαιρνε κάποια σπουδαία προαγωγή στήν ὑπηρεσία του. Γιορτάζοντας αὐτό τό μεγάλο γεγονός ἐποίησε δοχὴν μεγάλην, ὀργάνωσε, δηλαδή, συμπόσιο στό σπίτι του. Κάλεσε μάλιστα πολλούς συναδέλφους καί ἄλλους γνωστούς νά συνεορτάσουν μαζί του· ἦν ὄχλος τελωνῶν πολὺς καὶ ἄλλων. Σ᾿ ὅλους αὐτούς προφανῶς ἀνακοίνωσε τήν ἀπόφασή του νά ἐγκαταλείψει τό τελωνεῖο καί νά ἀκολουθήσει τόν ᾿Ιησοῦ. ῾Ο νέος μαθητής ἐπιθυμεῖ νά γνωρίσουν οἱ φίλοι του τόν ᾿Ιησοῦ· τό συμπόσιο ἦταν ἕνας τρόπος νά συναντηθοῦν μαζί του. Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη ἱεραποστολική πράξη τοῦ Ματθαίου. Σημειώνεται ἐδῶ ἡ ἀρχή τῆς εὐλογίας πού θά σκορπίσει ὁ Θεός στόν κόσμο μέ τό χέρι τοῦ Ματθαίου. Τό γεγονός τῆς μεταστροφῆς του ἐγκαινιάζει τήν συνεργασία του μέ τόν Θεό. Στήν συνέχεια, θά κηρύξει τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς σωτηρίας στούς ἐκ περιτομῆς χριστιανούς τῆς Παλαιστίνης καί ἡ προσφορά του θά κορυφωθεῖ μέ τήν συγγραφή τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου.
  Στήν ἀρχαιότητα ἀλλά καί στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν σχεδόν ξαπλωμένοι σέ χαμηλά ντιβάνια. Οἱ συνδαιτυμόνες ἀκουμποῦσαν στό ἀριστερό χέρι καί μέ τό δεξί χρησιμοποιοῦσαν τά σκεύη καί τά φαγητά πού ἦταν μπροστά τους στό τραπέζι. Κάτω ἀπό τόν ἀριστερό ἀγκώνα ἔβαζαν ἕνα μαξιλάρι, γιά νά στηρίζονται καί νά ἔχουν τό στῆθος καί τό κεφάλι ἀνασηκωμένα. Γι᾿ αὐτό, ὅπως ἐμεῖς λέμε «ἦταν καθισμένοι γιά φαγητό», αὐτοί ἔλεγαν ἦσαν κατακείμενοι, δηλαδή «ἦταν ξαπλωμένοι γιά φαγητό».
 
5,30. Καὶ ἐγόγγυζον οἱ γραμματεῖς αὐτῶν καὶ οἱ φαρισαῖοι πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγοντες· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίετε καὶ πίνετε;
  Οἱ ἐχθροί τοῦ ᾿Ιησοῦ τόν ἀκολουθοῦν ὅπως ἡ σκιά του. ᾿Ενῶ στό σπίτι τοῦ Ματθαίου γίνεται τό συμπόσιο, αὐτοί παρακολουθοῦν ἀπό κοντά, χωρίς βέβαια νά συμμετέχουν καί νά συμφύρονται μέ τούς ἁμαρτωλούς τελῶνες.
  Τό ρῆμα «γογγύζω» εἶναι ἠχοποίητο καί δηλώνει τήν ὑπόκωφη φωνή τῶν περιστεριῶν (γόγγυ-γόγγυ). ᾿Εδῶ χρησιμοποιεῖται μεταφορικά, γιά νά ἐκφράσει τό μουρμούρισμα τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν γραμματέων καί φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι σκανδαλίζονταν καί ἐγόγγυζον ἐναντίον τοῦ ᾿Ιησοῦ.
  Οἱ ἄλλοι δύο εὐαγγελιστές γράφουν ὅτι ὁ γογγυσμός ἀφοροῦσε στόν Διδάσκαλο (βλ. Μθ 9,11· Μρ 2,16). ῾Ο Λουκᾶς, χωρίς νά διαφωνεῖ, ἀναφέρεται συμπληρωματικά σέ ἐκείνους πού δέν τολμοῦσαν νά ἐλέγξουν ἄμεσα τόν Κύριο, ἀλλά διατύπωναν τήν κατηγορία σέ πληθυντικό ἀριθμό. Τό ἐρώτημα διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίετε καὶ πίνετε ἐμπεριέχει τήν μομφή· «Εἶναι θεοφοβούμενος δάσκαλος αὐτός πού κάθεται καί τρώει καί πίνει μαζί μέ τούς ἁμαρτωλούς»; Προφανῶς οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι θέλουν νά κλονίσουν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν μαθητῶν στόν Διδάσκαλο. Εἶναι χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ διαβόλου νά διαβάλει στούς ἀνθρώπους τόν Θεό (βλ. Γέ 3,1). Τήν ἴδια τακτική ὑποδεικνύει καί στά ὄργανά του. Εἶναι γνωστό πόσο κινδύνευσαν οἱ ἐκκλησίες πού ἵδρυσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τούς ψευδαδέλφους, οἱ ὁποῖοι διέβαλλαν στούς πιστούς τόν διδάσκαλό τους ἀμφισβητώντας τό ἀποστολικό του ἀξίωμα. Γνώριζαν ὅτι ἄν ἀποκόπτονταν οἱ χριστιανοί ἀπό τόν ἄνθρωπο πού τούς κήρυξε τό εὐαγγέλιο, σύντομα θά ἀρνοῦνταν καί τίς ἀλήθειες πού τούς δίδαξε.

5,31. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες.
  ῾Ο Χριστός δίδει μιά πολύ ἁπλή ἀπάντηση πρός αὐτούς, τούς σκανδαλισμένους γραμματεῖς καί φαρισαίους· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες. ῾Ο γιατρός τήν ἀρρώστια ἀπεχθάνεται καί καταπολεμᾶ. Τόν ἄρρωστο δέν τόν ἀποστρέφεται· τόν ἀγαπᾶ καί πασχίζει γιά τήν σωτηρία του. ῾Ο ᾿Ιησοῦς εἶναι γιατρός καί κάνει αὐτό πού ἐπιβάλλεται ἀπό τήν ἰδιότητά του. Πλησιάζει, δηλαδή, αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη θεραπείας. Δέν ἀμνηστεύει τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά, ἐφόσον αὐτοί παραδέχονται ὅτι εἶναι ἄρρωστοι καί μετανοοῦν, τούς προσφέρει τήν θεραπεία.
  Γιά νά καταστήσει πειστικότερη τήν θέση αὐτή, πού στηρίζεται στήν κοινή λογική, ὁ Κύριος ἐπιστράτευσε καί μία μαρτυρία ἀπό τόν προφήτη ᾿Ωσηέ (6,6), ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ματθαῖος στό Εὐαγγέλιό του· «ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν» (9,13). ῾Ο Κύριος, δηλαδή, τονίζει ὅτι ἡ θεόπνευστη Γραφή ὄχι μόνο δέν ἀποκλείει τήν ἀγάπη πρός τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά τήν προβάλλει ὡς ἀνώτερη ἀπό κάθε ἄλλη θυσία.

5,32. οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
  ῾Ο στίχος δηλώνει ἐπιγραμματικά τόν σκοπό τῆς ἀποστολῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ. Δέν ἦλθε γιά τούς δικαίους, γι’ αὐτούς πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους δίκαιο, ἀλλά γιά τούς ἁμαρτωλούς, γιά ὅσους ἔχουν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός τους. Αὐτούς καλεῖ εἰς μετάνοιαν. Στήν συνάντησή του μέ ἕναν ἄλλον τελώνη, τόν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο, ὁ Κύριος ἐπανέλαβε τήν ἴδια ἀλήθεια· «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς» (Λκ 19,10). Κανείς, λοιπόν, ἁμαρτωλός δέν πρέπει νά ἀπελπίζεται γιά τήν σωτηρία του. Τό ὄνομα ᾿Ιησοῦς, ἐξάλλου, ὅπως ἐξήγησε ὁ ἄγγελος στόν ᾿Ιωσήφ, σημαίνει· «αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Μθ 1,21).
  ῾Η μετάνοια εἶναι ἡ πιό μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἀλλά καί ἡ πιό γενναία καί ἡρωική ἀνθρώπινη πράξη. Εἶναι ἕνα ἅλμα, τό ὁποῖο πετυχαίνει ὁ ἁμαρτωλός μέ τήν βοήθεια τῆς πίστεως. Χωρίς μετάνοια δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει κανείς μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας, δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό. Αὐτό τό γενναῖο ἅλμα τῆς μετανοίας, μέ τίς ἀσύλληπτες σωτήριες συνέπειές του, τό μελετοῦμε πολύ καθαρά στήν ἁγιασμένη μορφή τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου, τοῦ τελώνη πού ἔγινε ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ.

Στεργίου Σάκκου, Ἑρμηνεία στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, τ. Α΄, σελ. 231-237