Ὁ Χριστός στόν Ἅδη... οἱ μυροφόρες στό μνῆμα του

 myrofores2Ἔνας σταθμός μέσα στό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας εἶναι ἡ εἰς ἅδου κάθοδος τοῦ Κυρίου. Τό γεγονός δέν ἀναφέρεται στίς εὐαγγελικές διηγήσεις, μνημονεύεται ὅμως ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο· «Χριστός ἅπαξ περί ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπέρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς πρασαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθείς μέν σαρκί, ζωοποιηθείς δέ πνεύματι· ἐν ᾧ καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθείς ἐκήρυξεν…»(Α’ Πέ 3,18-19). Ὁ Ἰησοῦς ἦταν νεκρός ὡς πρός τό σῶμα του, τό πνεῦμα του ὅμως παρέμεινε ζωντανό, καί ὡς ζωντανό πνεῦμα πῆγε καί κήρυξε στά «ἐν φυλακῇ πνεύματα», δηλαδή στούς ἀπ’ αἰῶνος νεκρούς. Στό τροπάριο·
 Μετά ψυχῆς ἐλθόντος σου
 ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς γῆς,
 ψυχάς ἅς περ ἐκέκτητο,
 ἐναπεδίδου ᾅδης σπουδῇ,
 βοώσας τῷ κράτει σου,
 ὠδήν χαριστήριον, μόνε Κύριε,

 εἶναι πολύ εὔστοχη ἡ ἑρμηνεία «μετά ψυχῆς», μέ τήν ὁποία ἀποδίδει ὁ ποιητής τό «πνεύματι» τοῦ ἀποστόλου.
  Κατά τήν ἀντίληψη τῆς Π. Διαθήκης ὁ ἅδης εἶναι ἡ χώρα τοῦ θανάτου. Ἡ πόρτα του, μέ τήν ὁποία ἐπικοινωνεῖ μέ τή γῆ, εἶναι ἀμπαρωμένη μέ «μοχλούς αἰωνίους». Αὐτοί εἶναι οἱ «αἰώνιοι κάτοχοι», πού κρατοῦν αἰώνια στόν ἅδη τούς ἀνθρώπους πού φτάνουν ἐκεῖ (Ἰν 2,7). Αὐτές τίς ἀντιλήψεις ἀπηχεῖ τό ἑπόμενο τροπάριο, τό ὁποῖο κατά λειτουργική ἀνάγκη, ὡς εἱρμός τῆς στ’ ὠδῆς, ἀναφέρεται στόν προφήτη Ἰωνᾶ.
 Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς
 καί συνέτριψας μοχλούς αἰωνίους,
  κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ,
 καί τριήμερος, ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς,
 ἐξανέστης τοῦ τάφου.

  Παρουσιάζεται ἐπίσης ἐδῶ καί τό ἀποτέλεσμα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν ἅδη, πού ἦταν ὅτι ἐξουθένωσε τόν ἅδη, διότι συνέτριψε τούς αἰωνίους μοχλούς του, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν δεμένους τούς ἀπ’ αἰῶνος νεκρούς.
  Ὁ συναξαριστής τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα διευκρινίζει ὅτι δέν ἀπελευθέρωσε ὁ Κύριος ὅλους τούς νεκρούς, ἀλλά μόνο τούς ἁγίους, αὐτούς οἱ ὁποῖοι «πιστεῦσαι αὐτῷ ᾐρετίσαντο». Αὐτῶν τά αἰσθήματα ἀπεικονίζει πολύ παραστατικά τό τροπάριο·
 Τήν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν
 οἱ ταῖς τοῦ ᾅδου σειραῖς
 συνεχόμενοι δεδορκότες
 πρός τό φῶς ἠπείγοντο, Χριστέ,
 ἀγαλλομένῳ ποδί,
 Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον.

 ************
  Ἡ μύρωση τοῦ νεκροῦ ἦταν νεκρικό ἔθιμο, ἀντίστοιχο μέ τό σημερινό τρισάγιο. Τό ἔθιμο αὐτό ἐπέβαλλε ἡ κατασκευή τῶν τάφων καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνταφιάζονταν οἱ νεκροί. Συνήθιζαν δέ, κατά τόν συναξαριστή, νά πηγαίνουν οἱ ἄνθρωποι τόν ὄρθρο στά μνήματα τῶν προσφιλῶν νεκρῶν τους, γιά νά τούς κλάψουν καί νά τούς μυρώσουν. Ὁ ἐνταφιασμός καί ἡ μύρωση εἶχε γίνει βέβαια τήν Παρασκευή ἀπό τόν Νικόδημο καί τόν Ἰωσήφ. Οἱ γυναῖκες ἔρχονται γιά νά συμπληρώσουν καί νά προσφέρουν αὐτό πού δέν τούς ἐπέτρεψαν οἱ περιστάσεις νά κάνουν τήν ἡμέρα τῆς ταφῆς· «τό ἐλλεῖψαν διά τήν ἔπειξιν τοῦ καιροῦ τότε ἀναπληρῶσαι», ὅπως σημειώνει ὁ συναξαριστής.
  Στήν έθιμική αὐτή πράξη τῶν μυροφόρων ὁ ὑμνογράφος διακρίνει τήν ἀφοσίωσή τους στόν Χριστό. Ὅπως τόν ἀκολούθησαν στή ζωή, ἔτσι καί στό θάνατο δέν τόν ἐγκαταλείπουν, ἀλλά κινοῦνται μέ συμπάθεια· «Χριστοῦ φανέντος τοῖς ἴχνεσιν ἀκολουθοῦσαι σεμναί καί αὐτόν θεραπεύσουσαι γνώμης προθυμότατα, μυροφόροι, εὐθύτητι οὐδέ θανόντα τοῦτον ἐλίπετε· ἀλλ’ ἀπελθοῦσαι μύρα σύν δάκρυσιν ἀπεκομίσατε συμπαθῶς κινούμεναι…».
  Πρβλ. συναξάριο· «Ἀγάπην διαπύρως ἔχουσαι πρός Χριστόν, ὡς μαθήτριαι μύρα πολυτελῆ ὠνησάμεναι νυκτός παρεγένοντο».
  Ἡ ἀφοσίωση καί συμπάθειά τους ἐκφράζεται σέ ἀρκετά τροπάρια μέ τή σπουδή, ἡ ὁποία τίς χαρακτηρίζει στήν κίνησή τους πρός τόν τάφο. «Μετά φόβου ἦλθον αἱ γυναῖκες ἐπί τό μνῆμα ἀρώμασι τό σῶμά σου μυρίσαι σπουδάζουσαι». Στήν περιγραφή τῶν εὐαγγελιστῶν ἡ σπουδή αὐτή φαίνεται στό γεγονός ὅτι μετά τήν ὑποχρεωτική ἀργία τοῦ Σαββάτου ἔτρεξαν στό μνῆμα τά χαράματα τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τῆς μιᾶς τῶν σαββάτων. Ὑπάρχει καί ἡ ἑρμηνεία ὅτι ἦλθαν ἀπό τόν ὄρθρο στόν τάφο «διά τόν τῶν Ἰουδαίων φόβον» (συναξάριο Κυριακῆς Μυροφόρων).
  Σέ πολλά τροπάρια γίνεται λόγος καί γιά δάκρυα τῶν μυροφόρων, ἐνῶ ἡ εὐαγγελική διήγηση δέν μνημονεύει κάτι τέτοιο. Μόνο ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρει ὅτι «Μαρία δέ εἰστήκει πρός τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω» (Ἰω 20,11). Οἱ ὑμνογράφοι φαίνεται νά γενικεύουν τήν περίπτωση τῆς Μαρίας καί ἀποδίδουν τά δάκρυα καί τό θρῆνο σέ ὅλες τίς μυροφόρες. Δέν εἶναι ὅμως καθόλου αὐθαίρετη ἡ γενίκευση αὐτή. Πολύ φυσικό ἦταν ἡ ἐπίσκεψη στόν τάφο νά συνοδεύεται ἀπό μύρα καί δάκρυα, ἀφοῦ γι’ αὐτό πήγαιναν· «κλαῦσαι καί μυρῖσαι» (τό σῶμα τοῦ Κυρίου), διαβάζουμε στό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων.
  Τά δάκρυα καί ὁ θρῆνος τῶν γυναικῶν δίνουν ἀφορμή στόν ποιητή νά ὑπενθυμίσει ὅτι οἱ μυροφόρες ἔβλεπαν τόν Ἰησοῦ ὡς ἄνθρωπο. Ἔκλαιγαν τό νεκρό τους διδάσκαλο χωρίς κἄν νά περιμένουν τήν ἀνάστασή του. «Ὄρθρον προλαβοῦσαι τόν βαθύν φόβῳ μυροφόροι γυναῖκες τάφῳ παρέστησαν μύρα προσκομίζουσαι τῷ ζωοδότῃ Χριστῷ ἐν νεκροῖς λογιζόμεναι τόν ᾅδην νεκροῦντα…».

Παυσανία Κουτλεμάνη, «Ἡ ἁγία Γραφή στό Πεντηκοστάριο» (διδακτ. διατριβή)