Γ. Βερίτης (Α΄)

Ὁ λογοτέχνης, ὁ ἀγωνιστής

 

  Gkialas Ὁ Ἀλέξανδρος Γκιάλας, πού πολιτογραφήθηκε στά νεοελληνικά γράμματα μέ τό λογοτεχνικό ψευδώνυμο Γεωργίου Βερίτη, στάθηκε ὁ προικισμένος ἐκφραστής μιᾶς ἐποχῆς. Θεολόγος, ἱστορικός, φιλόλογος, δοκιμιογράφος, ποιητής. Ἡ δυναμική προσωπικότητά του μέ τήν πνευματική ὑποδομή πού διέθετε, τήν ἱστορικοφιλολογική κατάρτιση καί τό γνήσιο ποιητικό ταλέντο, τόν ἐπέβαλε πολύ γρήγορα μέσα στό χῶρο τοῦ νεοελληνικοῦ χριστιανικοῦ κινήματος καί τόν ἀνέδειξε ἐμπνευστή καί ὁδηγητή τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας. Μιά φωτιά, ἡ φλόγα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λαμπάδιαζε μέσα του καί θέρμαινε καί φώτιζε καί πυροδοτοῦσε καί, ὅπου χρειαζόταν, ἔκαιγε.
   Ὁ Ἀλέξανδρος Γκιάλας γεννήθηκε τό 1915 στήν Ἐλάτα τῆς Χίου, ἕνα ἀπό τά γνωστά μαστιχοχώρια τοῦ αἰγαιοπελαγίτικου νησιοῦ μας. Γιός τοῦ εὐλαβικοῦ παπαδάσκαλου Ἰωάννη Γκιάλα καί τῆς πρεσβυτέρας Ἀμαλίας, τό γένος Μπιλίρη. Κοντά στόν ἱερέα πατέρα του ἔζησε τήν λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά καί μέσα στό πατρικό σπίτι γνώρισε βιωματικά τήν πίστη, τήν ἀγάπη, τήν ἐλπίδα καί τή θυσία. Γι' αὐτό διακήρυξε:
Χριστιανό μέ κάματε,
μητέρα καί πατέρα.
   Στό Δημοτικό Σχολεῖο γράφτηκε μόλις πέντε ἐτῶν καί, καθώς τό Γυμνάσιο τῆς Χίου ἦταν τότε πεντατάξιο, ὁ Ἀλέξανδρος ἀποφοίτησε ἀπό αὐτό τό 1930. Ὡστόσο τό 1926 εἶχε δεχτεῖ ἕνα καίριο πλῆγμα στήν ὑγεία του. Ξαφνικά τόν βρῆκε ἕνας ὑψηλός πυρετός. Ἡ ἀρρώστια ἀποδείχτηκε ὅτι ἦταν ὀξεῖς ρευματισμοί. Ὅμως ἡ μή ἔγκαιρη διάγνωση καί ἡ καθυστέρηση τῆς κατάλληλης θεραπευτικῆς ἀγωγῆς προκάλεσαν ἀνεπανόρθωτη βλάβη στήν καρδιά, μέ ἀποτέλεσμα τόν ἀποφασιστικό περιορισμό στά ὅρια τῆς ζωῆς του.
   Πάντως, μόλις ὁ Ἀλέξανδρος πῆρε τό ἀπολυτήριο τοῦ Γυμνασίου μέ Ἄριστα, πῆγε στήν Ἀθήνα γιά νά σπουδάσει Θεολογία. Τό 1935, σέ ἡλικία 20 χρόνων, ἦταν κιόλας ἀριστοῦχος πτυχιοῦχος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἔτσι ἐντάχθηκε στούς κόλπους τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ἡ Ζωή».
   Τό ποιητικό ταλέντο τοῦ Ἀλεξάνδρου Γκιάλα ἐκδηλώθηκε πολύ νωρίς. Ἀπό μαθητής ἀκόμα ἔγραφε στίχους πού δημοσιεύονταν σέ τοπικά φύλλα τῆς Χίου μέ τό ψευδώνυμο «Ἀλέκος Πέτασσος». Τό δημιουργικό του ὅμως ἔργο ἄρχισε μέ τήν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ «Ἀκτῖνες». Τότε ξεδιπλώθηκε μέ ὁρμή τό πολύπλευρο λογοτεχνικό τάλαντο τοῦ νεαροῦ θεολόγου καί ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος Γκιάλας καθιερώθηκε ἀνά τό Πανελλήνιο ὡς Γ. Βερίτης. Τό πιό ἐντυπωσιακό εἶναι ὅτι τό ἀπαράμιλλο ἔργο τοῦ Γ. Βερίτη ὁλοκληρώθηκε στό βραχύτατο διάστημα ὀκτώ μόνο χρόνων, ἀπό τό 1938 ὥς τό 1946, σέ ἡλικία νεαρώτατη ἀπό τά 23 ὥς τά 31 χρόνια του. Ποῦ θά ἔφτανε ἄραγε ὁ φωτισμένος αὐτός λογοτέχνης ἄν ζοῦσε ἄλλα 20, 30, 40 χρόνια;
   Τό Φεβρουάριο τοῦ 1946 μιά βαρειά ἐγκεφαλική συμφόρηση διέκοψε ἀπό­τομα τό ἐμπνευσμένο ἔργο, ἀχρηστεύοντας ὁριστικά τήν δημιουργική πνοή τοῦ λογοτέχνη, καί στίς 5 Μαΐου τοῦ 1948 ὁ «ἀγαθός καί πιστός δοῦλος» μέ τά δέκα τάλαντα παρέδωσε τό πνεῦμα του.
   Τό πρῶτο κριτικό κείμενο γιά τόν ποιητή δημοσιεύτηκε στίς «Ἀκτῖνες» τόν Ἰούνιο τοῦ 1948 ἀπό τόν Σ. Καλησπέρη. Διαβάζουμε μεταξύ ἄλλων· «Πρίν ἀπ' ὅλα οἱ "Ἀκτῖνες" αἰσθάνθηκαν τόν Βερίτη ὡσάν ἀγωνιστή. Ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς ἐγνώρισαν τόν πιστό πού μόλις ἄρχισε ὁ ἀγώνας "ἀναλαβών τόν θυρεόν τῆς πίστεως καί περιζωσάμενος ἐν ἀληθείᾳ τήν ὀσφύν", ἐμπῆκε στόν στίβο "ἔμπλεως ζήλου καί παρρησίας". Καί διηκόνησε καί "ἠγωνίσθη τόν καλόν ἀγῶνα" μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας του, μέ πλήρη συναίσθησι τῆς εὐθύνης. Ἐπολέμησε μέ ὅλη τή δύναμί του. Μέ τήν πίστι του, τόν στοχασμό, τό ταλέντο, τήν θεολογική καί φιλολογική του κατάρτισι, μέ ὅλη του τήν ψυχή».
   Ἀγωνιστής, λοιπόν, ὁ Βερίτης, μαχητής τῆς πρώτης γραμμῆς μέσα στά πλαίσια τῆς ὀρθόδοξης στρατευομένης Ἐκκλησίας, μέ τή σκέψη του καί τήν καρδιά ὡστόσο προσανατολισμένη ἀταλάντευτα πρός τήν αἰωνιότητα, τή μακαριότητα τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας:
Κι ὅταν στερνά θά πέφτη ἀπάνω μου,
θά πέφτη ὁ ἴσκιος τοῦ θανάτου,
στό φῶς μιᾶς νέας ζωῆς, ἀθάνατης,
θ' ἀνοίγη ὁ νοῦς τά βλέφαρά του.
   Τό ἀγωνιστικό χριστιανικό φρόνημα τοῦ Βερίτη φανερώθηκε προπαντός στόν ὡραῖο χῶρο τῆς ποίησης. Εἶναι ἐνδιαφέρον νά γνωρίσει κανείς τό ξεκίνημα καί τό τέρμα τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ κατορθώματος. Τό πρῶτο ποίημα πού δημοσίευσε στίς «Ἀκτῖνες» ὁ Βερίτης τό Πάσχα τοῦ 1938 ἔχει τόν τίτλο «Πασχαλινό». Πρόκειται γιά ἕνα λυρικό νεανικό τραγούδι, ὅπου κάτω ἀπό τό ντύμα μιᾶς φαινομενικῆς συναισθηματικῆς ἀτμόσφαιρας σπαρταρᾶ ἡ πίστη στήν ἀθανασία. Μπορεῖ τό ποίημα νά ἀρχίζει μέ μιά νότα ρομαντικῆς μελαγχολίας -εἶναι ἡ καθημερινή φθορά τοῦ κόσμου:
Στό στερνό τό ξεψύχισμα
δειλινοῦ μυρωμένου
κάποια ρόδα μαραίνονται,
κάποια ρόδα πεθαίνουν.
   Καταλήγει ὅμως μέ ἕνα θριαμβευτικό τόνο, πού δηλώνει σαφῶς τήν ὑπέρβαση καί τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου:
Νύχτα-νύχτα τό μήνυμα
τό τρανό θά κηρύξω,
τοῦ Χριστοῦ τήν Ἀνάστασι,
στούς νεκρούς πού θά σμίξω.
   Ἀναστάσιμος, λοιπόν, ὁ ποιητής μας. Ἐπαληθεύει μέ λόγο καί μέ πράξη τή ρήση τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται ματαία ἡ πίστις ἡμῶν».

Ἰ. Ἀ. Νικολαΐδης