Στήν παγωμένη λίμνη

40martyres Ξεκίνησαν 40, σάν στρατιῶτες τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ καί μπῆκαν πάλι 40, ὅπως τό ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο, στή στρατιά τῶν ἁγίων τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας. Κάποιος, πού λιποψύχησε καί δραπέτευσε, ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἕνα δήμιο πού, ἐμπνευσμένος ἀπό τήν πίστη καί τήν καρτερία τους, ἔτρεξε νά ἑνωθεῖ μέ τή συντροφιά τους.
 Παραθέτουμε ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Μ. Βασιλείου εἰς τούς ἁγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν μία κρύα νύχτα τοῦ 320 μ.Χ., στήν παγωμένη λίμνη τῆς Σεβάστειας.
 Ὅταν ἄκουσαν τό πρόσταγμα –πρόσεξε ἐδῶ τό ἀήττητο φρόνημα τῶν ἀνδρῶν–, μέ χαρά πέταξε ὁ καθένας ἀπό πάνω του καί τόν τελευταῖο χιτώνα καί βάδιζαν στό θάνατο τῆς παγωνιᾶς ἐνθαρρύνοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ὅπως ὅταν ἁρπάζουν λάφυρα. Ἄς μή ξεντυθοῦμε, ἔλεγαν, τό ροῦχο ἀλλά τόν παλαιό ἄνθρωπο «τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης» (Ἐφ 4,22). Σ’ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, γιατί μαζί μέ τό ροῦχο αὐτό ἀποβάλλουμε καί τήν ἁμαρτία. Ἀφοῦ τό ντυθήκαμε ἐξ αἰτίας τοῦ φιδιοῦ, ἄς τό ξεντυθοῦμε γιά τόν Χριστό…
 Βαρειά ἡ κακοκαιρία, ἀλλά γλυκύς ὁ παράδεισος· ὀδυνηρό τό πάγωμα, ἀλλά εὐχάριστη ἡ ἀνάπαυση… Μέ μιά νύχτα θ’ ἀνταλλάξουμε ὅλη τήν αἰωνιότητα. Ἄς καεῖ τό πόδι, γιά νά χορεύει συνεχῶς μέ τούς ἀγγέλους. Ἄς ἀποκοπεῖ τό χέρι, γιά νά ἔχει παρρησία νά ὑψώνεται στόν Δεσπότη. Πόσοι ἀπό τούς συναδέλφους μας στρατιῶτες ἔπεσαν στό μέτωπο, μένοντας πιστοί σ’ ἕνα φθαρτό βασιλιά; Κι ἐμεῖς δέν θά χαρίσουμε αὐτή τή ζωή γιά χάρη τῆς πίστεως στόν ἀληθινό βασιλιά; Πόσοι κακοῦργοι, πού συνελήφθησαν γιά ἀδικήματα, δέν δέχτηκαν τό θάνατο; Κι ἐμεῖς δέν θά ὑποφέρουμε τό θάνατο γιά τή δικαιοσύνη; Νά μή ξεστρατίσουμε, συστρατιῶτες, νά μή στρέψουμε τήν πλάτη στό διάβολο. Σάρκες εἶναι, μή τίς λυπόμαστε. Ἀφοῦ ὁπωσδήποτε πρέπει νά πεθάνουμε, ἄς πεθάνουμε γιά νά ζήσουμε. Ἄς φθάσει ἡ θυσία μας ἐνώπιον σου, Κύριε! Δέξου μας σάν «θυσία ζῶσα» εὐάρεστη σέ σένα. Νά γίνουμε ὁλοκαύτωμα μέσα στόν πάγο, ὡραία προσφορά, ἕνα καινούργιο ὁλοκαύτωμα, πού προσφέρεται ὄχι στή φωτιά ἀλλά πάνω στόν πάγο. …
 Ἐλεεινό θέαμα γιά τούς δικαίους: ὁ στρατιώτης, φυγάς· ὁ ὑποψήφιος γιά βραβεῖο, αἰχμάλωτος· τό πρόβατο τοῦ Χριστοῦ, λεία τῶν θηρίων… Ἐνῶ ὁ δήμιος, μόλις τόν εἶδε νά ξεφεύγει καί νά τρέχει στό λουτρό, ἔβαλε τόν ἑαυτό του ἀντικαταστάτη στή θέση τοῦ λιποτάχτη καί πετώντας τά ροῦχα ἀνακατεύθηκε μέ τούς γυμνούς, κράζοντας ὅπως οἱ ἅγιοι· εἶμαι χριστιανός. Καί μέ τήν ἀπότομη ἀλλαγή κατέπληξε τούς παρόντες κι ἀναπλήρωσε τόν ἀριθμό καί προσθέτοντας τόν ἑαυτό του παρηγόρησε τή λύπη τους γιά κεῖνον πού δείλιασε. Ἔτσι μιμήθηκε τούς στρατιῶτες πού, ὅταν πέσει αὐτός πού εἶναι στήν πρώτη γραμμή, ἀμέσως συμπληρώνουν τήν παράταξη, ὥστε νά μή διακοπεῖ ἡ ἑνότητά τους ἀπ’ αὐτόν πού ἔλειψε. Κάτι τέτοιο ἔκανε κι αὐτός. Εἶδε τά οὐράνια θαύματα, κατάλαβε τήν ἀλήθεια, κατέφυγε στόν Δεσπότη, συναριθμήθηκε μέ τούς μάρτυρες…

«Ἐλπίδα»