Μθ 1,25

«Καί οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» (Μθ 1,25)

 

   Ἡ γνώση τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου εἶναι κατ' ἐξοχήν ἀναγκαία, καθ' ὅσον παλαιότεροι καί σύγχρονοι αἱρετικοί διαστρεβλώνουν καί παρερμηνεύουν τό χωρίο καί τό χρησιμοποιοῦν κατά τῆς ἀειπαρθενίας τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου.

   Τό χωρίο αὐτό βρίσκεται στό τέλος τοῦ α΄ κεφαλαίου τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπου ἀναφέρεται ἡ γενεαλογία καί ἡ γέννηση τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ εὐαγγελιστής μέ πολλή ἁπλότητα σημειώνει ὅτι ὁ δίκαιος Ἰωσήφ ταράχτηκε ὅταν ἀντιλήφθηκε τήν ἐγκυμοσύνη τῆς μνηστῆς του. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως βεβαίωσε τόν Ἰωσήφ γιά τήν ἐκ Πνεύματος ἁγίου σύλληψη τῆς παρθένου, σύμφωνα καί μέ τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐα, καί τοῦ γνωστοποίησε ὅτι διορίζεται ἀπό τόν Θεό προστάτης τῆς παρθένου.

   Ἡ φράση «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν» σημαίνει ὅτι δέν εἶχε μαζί της συζυγικές σχέσεις. Ἡ φράση ὅμως πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἐκείνη στήν ὁποία βασιζόμενοι οἱ αἱρετικοί ὑποστήριξαν τήν βλάσφημη ἰδέα ὅτι ἡ Μαριάμ ἦταν μέν παρθένος μέχρι τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στήν συνέχεια ἀπέκτησε καί ἄλλα παιδιά μέ τόν Ἰωσήφ. Ἡ μετάφραση τοῦ χωρίου κατά λέξιν εἶναι: «Καί δέν εἶχε μαζί της συζυγικές σχέσεις, ἕως ὅτου γέννησε τόν υἱό της τόν πρωτότοκο». Ἡ δεύτερη πρόταση παρεξηγήθηκε, διότι δέν ἔγινε κατανοητό τό πνεῦμα μέ τό ὁποῖο τήν λέγει ὁ εὐαγγελιστής καί δέν ἐλήφθη ὑπ' ὄψιν ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο συνηθίζει νά ἐκφράζεται ἡ Γραφή. Ἀπό τό «ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς» συμπεραίνουν οἱ αἱρετικοί ὅτι μέχρι τότε ἡ παρθένος Μαρία ἦταν χωρίς ἄνδρα, ἐνῶ μετά εἶχε συζυγικές σχέσεις. Καί ἀπό τήν λέξη «πρωτότοκος» συμπεραίνουν ὅτι ἀπέκτησε καί ἄλλα παιδιά.

   Κατ' ἀρχήν εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὁ εὐαγγελιστής διηγούμενος τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ θέλει νά τονίσει τήν ἄσπορη σύλληψή του ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί τήν ἐκ παρθένου γέννησή του. Δέν προτίθεται καθόλου νά μᾶς πληροφορήσει γιά τόν προσωπικό βίο τῆς Παρθένου. Ὅταν ἔγραφε ὁ εὐαγγελιστής, πιθανόν νά ζοῦσε καί ἡ Παρθένος, ὁπωσδήποτε ὅμως ζοῦσαν ἄνθρωποι μέ τούς ὁποίους αὐτή συναναστράφηκε. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γενιᾶς ἐκείνης δέν γνώριζαν μέν τήν ζωή τῆς Μαρίας πρίν ἀπό τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά γνώριζαν τήν ζωή της μετά τήν γέννηση ἐκείνου. Γνώριζαν ὅτι δέν εἶχε ἄλλα παιδιά, καί συνεπῶς δέν ὑπῆρχε ἀνάγκη γιά περισσότερες ἐξηγήσεις. Ἔπειτα τό «ἕως οὗ» δέν περιέχει ἄρνηση τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Μαρίας. Μέ αὐτό ὁ εὐαγγελιστής ἐννοεῖ ὅτι κατά τό διάστημα τό ὁποῖο μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ Μαρία ἦταν παρθένος. Δέν ἐννοεῖ μέ κανένα τρόπο ὅτι κατά τό ὑπόλοιπο διάστημα συνέβαινε τό ἀντίθετο. Εἶναι πολύ αὐθαίρετο ἕνα τέτοιο συμπέρασμα. Ἄλλωστε ἡ λέξη «ἕως» στήν Γραφή εἰδικά δέν σημαίνει ἀποκλειστικά καί πάντοτε ἕνα χρονικό ὅριο. Δέν σημαίνει ὅτι μέχρις ἑνός χρονικοῦ ὁρίου γίνεται κάτι καί μετά ἀπό αὐτό παύει νά γίνεται. Ἀλλά σημαίνει ὅτι μέχρι τό σημεῖο γιά τό ὁποῖο ἐνδιαφέρεται ὁ θεόπνευστος συγγραφέας γίνεται κάτι, ἀλλά τό τί γίνεται στήν συνέχεια ἀφήνεται ἀκαθόριστο, διότι δέν ἐνδιαφέρει τόν συγγραφέα.

   Κάνοντας τήν παρατήρηση αὐτή ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Δαμασκηνός, ὁ Ζιγαβηνός καί ἄλλοι πατέρες καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς ἀναφέρουν ἀρκετά παραδείγματα ἀπό τήν ἁγία Γραφή, γιά νά ἀποδείξουν ὅτι αὐτή ἡ χρήση τοῦ «ἕως» εἶναι συνηθισμένη στήν Γραφή.

 * Στήν Γένεση π.χ. λέγεται ὅτι ὁ Νῶε, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη στήν κιβωτό, ἔστειλε τόν κόρακα γιά νά δεῖ ἄν ὑποχώρησαν τά νερά, καί ὁ κόρακας «οὐκ ἀνέστρεψεν, ἕως τοῦ ξηρανθῆναι τό ὕδωρ» (Γέ 8,7). Βεβαίως οὔτε κατόπιν ἐπέστρεψε, καί περί αὐτοῦ κανείς δέν ἔχει ἀντίρρηση.

* Στήν Γένεση ἐπίσης ὁ Θεός λέγει στόν Ἰακώβ· «Οὐ μή σε ἐγκαταλίπω, ἕως τοῦ ποιῆσαί με πάντα ὅσα ἐλάλησά σοι» (Γέ 28,15). Ὁπωσδήποτε τό χωρίο δέν θέλει νά πεῖ ὅτι μετά τήν ἐκπλήρωση τῶν λόγων του ὁ Θεός θά ἐγκατέλειπε τόν Ἰακώβ.

* Γιά τήν Μελχόλ, θυγατέρα τοῦ Σαούλ, ἡ Γραφή λέγει: «Καί τῇ Μελχόλ οὐκ ἐγένετο παιδίον (= δέν γεννήθηκε παιδί ἀπό τήν Μελχόλ), ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν» (Β΄ Βα 6,23). Τοῦτο βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι μετά τόν θάνατό της ἡ Μελχόλ γέννησε.

* Στούς Ψαλμούς ὁ Δαβίδ λέγει γιά τήν βασιλεία τοῦ Μεσσία· «Ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καί πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη» (Ψα 71,7). Ἀλλά μήπως, ὅταν παρέλθει ἡ σελήνη καί ὅλος ὁ ὑλικός κόσμος, θά παύσει νά ὑπάρχει ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ;

* Καί πάλι ὁ Δαβίδ λέγει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ· «Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἄν θῶ τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου» (Ψα 109,1). Ποιός ὅμως ἀμφιβάλλει ὅτι καί ὅταν τεθοῦν οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ ὑπό τούς πόδας του δέν θά παύσει αὐτός νά κάθεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός; Περί αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Χριστός «εἰς τό διηνεκές ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ» (Ἑβ 10,12).

* Ἐξάλλου ὁ ἴδιος εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του ἀναγράφει τούς τελευταίους λόγους τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητές του· «Καί ἰδού ἐγώ μεθ' ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Μθ 28,20). Νά ὑποθέσει κανείς ὅτι ὁ Κύριος μετά τήν συντέλεια τοῦ αἰῶνος θά ἐγκαταλείψει τούς μαθητές του; Ἀσφαλῶς ὄχι.

   Ὅπως βλέπουμε, λοιπόν, τό «ἕως» σέ κανένα ἀπό τά προηγούμενα χωρία δέν σημαίνει ὅτι γίνεται κάτι μέχρις ἑνός χρονικοῦ σημείου καί μετά τό σημεῖο αὐτό παύει νά γίνεται. Αὐτή ἡ χρήση τοῦ συνδέσμου «ἕως» συναντᾶται καί στόν καθημερινό μας λόγο. Λέγει π.χ. ὁ γιατρός στόν ἄρρωστο· «Δέν θά καπνίσεις, ἕως ὅτου (μέχρι νά) πεθάνεις». Καί ἡ μητέρα λέει στά παιδιά της· «Καθῆστε ἥσυχα, ἕως ὅτου (μέχρι νά) ἐπιστρέψω».

   Ἀπό τά παραδείγματα αὐτά ἀποδεικνύεται ὅτι τό «ἕως οὗ» κατ' οὐσίαν σημαίνει τό «διά παντός» ἤ τό «οὐδέποτε», διότι διά παντός ὁ Ἰησοῦς κάθεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός, διά παντός ἡ βασιλεία του ὑπάρχει, διά παντός εἶναι μαζί μέ τούς ἐκλεκτούς του, ὅπως ἐπίσης οὐδέποτε ὁ κόρακας ἐπέστρεψε στήν κιβωτό, οὐδέποτε ἡ Μελχόλ γέννησε. Συνεπῶς τό «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» σημαίνει, ὅπως ἑρμηνεύει καί ὁ πολύς Νικηφόρος Θεοτόκης, ὅτι «οὐδέποτε ὁ Ἰωσήφ συνεμίγη τῇ ἁγίᾳ παρθένῳ, ἀλλ' αὐτή παρθένος ἦν καί πρό τόκου καί ἐν τόκῳ καί μετά τόκον καί διά παντός».

   Κακῶς ἐπίσης ἀπό τήν φράση «τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» συμπεραίνουν ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς ἦταν πρωτότοκος, ἡ Παρθένος εἶχε καί ἄλλα παιδιά μικρότερα. Διότι στήν ἁγία Γραφή πρωτότοκος κυρίως ὀνομάζεται ὄχι ὁ μεγαλύτερος μεταξύ τῶν ἀδελφῶν, ἀλλά αὐτός πού πρῶτος διανοίγει τήν μήτρα, εἴτε γεννηθοῦν καί ἄλλοι ἀδελφοί εἴτε δέν γεννηθοῦν. Ὅταν χρειάζεται νά ἀντιδιασταλεῖ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός ἀπό τούς μικρότερους, ὀνομάζεται «μείζων» ἤ « πρεσβύτερος». Σαφῶς ἡ Γραφή μᾶς δίδει τήν ἐξήγηση τοῦ ὅρου «πρωτότοκος» λέγοντας· «Ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτότοκον πρωτογενές διανοῖγον πᾶσαν μήτραν ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ ἀπό ἀνθρώπου ἕως κτήνους» (Ἔξ 13,2· πρβλ. 34,19). Καί ἀλλοῦ δύο ἀγελάδες ὀνομάζονται «πρωτοτοκοῦσαι», ἄν καί θυσιάζονται χωρίς νά προλάβουν νά γεννήσουν γιά δεύτερη φορά (Α΄ Βα 6,10.14). Ἀπό τά χωρία αὐτά ὁ Μ. Βασίλειος συμπεραίνει ὅτι «οὐ πάντως ὁ πρωτότοκος πρός τούς ἐπιγιγνομένους ἔχει τήν σύγκρισιν, ἀλλ' ὁ πρῶτος διανοίγων μήτραν πρωτότοκος ὀνομάζεται». Ὀνομάζεται δηλαδή ἕνας πρωτότοκος, ὄχι ἐπειδή ἔχει ἐξάπαντος μικροτέρους ἀδελφούς, ἀλλ' ἐπειδή πρῶτος διανοίγει τήν μήτρα τῆς μητέρας του. Καί ἀλλοῦ πάλι λέγει ὁ Θεός· «Ἰδού ἐγώ εἴληφα τούς Λευΐτας ἐκ μέσου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ ἀντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν παρά τῶν υἱῶν Ἰσραήλ» (Ἀρ 3,12).

   Ἀπό τά προηγούμενα χωρία συνάγεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί ὅτι ἡ λέξη «πρωτότοκος» στήν Γραφή εἶναι ὅρος ὁ ὁποῖος ἀρχικά χαρακτήριζε τά πρωτότοκα τῶν ἀνθρώπων καί τῶν κτηνῶν, τά ὁποῖα ἀνῆκαν στόν Θεό, καί κατόπιν σήμαινε καί κάθε διαλεγμένο καί ἀφιερωμένο σ' αὐτόν, ἀνεξάρτητα ἀπό γενεαλογική σειρά ἤ ὕπαρξη ἄλλων ἀδελφῶν. Διότι ἡ φυλή τοῦ Λευΐ, γιά τήν ὁποία μιλᾶ τό τελευταῖο χωρίο, οὔτε ἀπό τόν πρωτότοκο υἱό τοῦ Ἰακώβ καταγόταν, διότι πρωτότοκος ἦταν ὁ Ρουβήν, οὔτε ἦταν αὐτή πού ἐξαρχῆς ἔλαβε τά πνευματικά πρωτοτόκια, διότι αὐτά τά ἔλαβε ἡ φυλή τοῦ Ἰούδα.

   Μ' αὐτό τό πνεῦμα μιλᾶ ὁ Θεός καί γιά τήν φυλή τοῦ Ἐφραίμ διά τοῦ προφήτου Ἰερεμίου· «Ἐγενόμην τῷ Ἰσραήλ εἰς πατέρα, καί Ἐφραίμ πρωτότοκός μού ἐστι» (Ἰε 38,9).

   Ὁμοίως καί γιά τόν Δαβίδ· «Κἀγώ πρωτότοκον θήσομαι αὐτόν, ὑψηλόν παρά τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς» (Ψα 88,28). Ὁ Δαβίδ κατά σάρκα δέν ἦταν πρωτότοκος γιός τοῦ πατέρα του. Ἀλλά ὁ Θεός τόν διάλεξε καί τόν κατέστησε πρωτότοκο. Γι' αὐτό ἄλλωστε δέν λέγει «εἶναι πρωτότοκος» ἀλλά «πρωτότοκον θήσομαι αὐτόν», θά τόν κάνω πρωτότοκο.

   Μ' αὐτήν τήν ἔννοια καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει τόν λαό τῆς Ἐκκλησίας «Ἐκκλησίαν πρωτοτόκων» (Ἑβ 12,23), δηλαδή ἐκλεκτῶν.

   Ὁ ἴδιος τέλος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς κατά σάρκα γεννήσεώς του καλεῖται πρωτότοκος γιός τῆς Παρθένου, ὀνομάζεται καί ὡς Θεός πρωτότοκος τοῦ Πατρός του. Διότι λέγει πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή· «Ὅταν δέ πάλιν εἰσαγάγῃ (ὁ Πατήρ) τόν πρωτότοκον εἰς τήν οἰκουμένην, λέγει· Καί προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ» (Ἑβ 1,6). Τί συμβαίνει λοιπόν; Ὅτι ὁ Χριστός εἶναι μονογενής υἱός τῆς Μαρίας δύναται ὁ κακόπιστος νά ἀμφιβάλλει. Ποιός ὅμως μπορεῖ νά ἀμφιβάλλει ὅτι εἶναι μονογενής υἱός τοῦ Θεοῦ Πατρός; Κανείς. Καί ὅμως στό ἀνωτέρω χωρίο καλεῖται πρωτότοκος τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ὁ Χριστός λέγεται πρωτότοκος. Ὁ ὅρος ἑπομένως «πρω­τότοκος» δέν σημαίνει κατ' ἀνάγκην ὅτι ὑπάρχουν καί δευτε­ρό­τοκοι. Ἀλλά σημαίνει τόν πρῶτο πού διανοίγει μήτρα, καί λαμβάνοντας ὑψη­λότερο νόημα στήν Καινή Διαθήκη ὁ ὅρος, σημαίνει τόν ἐκλεκτό καί κυρίαρχο στήν κληρονομία τοῦ Θεοῦ, τόν κατ' ἐξοχήν ἀγαπητό, καί τόν μονογενῆ.

   Ἡ Παρθένος, λοιπόν, ἕνα μόνον υἱό γέννησε, τόν Θεάνθρωπο Κύριο. Ἀλλά γιά τό θέμα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου θά μιλή­σουμε καί σέ ἑπόμενο ἄρθρο.

Στεργίου Ν. Σάκκου, Ἡ ἔρευνα τῆς Γραφῆς, 185-190