Ἀπό τίς παιδαγωγικές ἀρχές τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

vasilios c Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἀναστήματα τῆς ἱστορίας, κάτοχος ὅλων σχεδόν τῶν ἐ­πιστημονικῶν γνώσεων τῆς ἐπο­χῆς του, ἀγωνιστής καί ἀνδρεῖος ὑπερασπιστής τῆς πίστης μας, ἄφησε φωτεινά τά ἴχνη τῆς διάβασής του, παρά τή σύντομη βιοτή του. Ἔξοχος κοινωνικός ἐργάτης καί ἀναμορφωτής ἀνήκει στούς κορυφαίους παιδαγωγούς τοῦ ἀρχαίου ἑλ­ληνικοῦ καί τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Τό σπουδαῖο παιδαγωγικό ἔρ­γο του τόν καθιστᾶ ἕναν ἀπό τούς σημαντικότερους φωστῆ­ρες ὅλων τῶν ἐπο­χῶν.

 Κομβικό σημεῖο στή διδασκαλία του ἀποτελεῖ ἡ θέση τῆς χριστιανικῆς παιδείας, στήν ὁποία ἀποδίδει ἐξέχουσα σημασία. Ὡς κύριο ἄξονά της θεωροῦσε τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς καί τήν ἠθική διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν: «Ἀγωγή τις ὠφέλιμος τῇ ψυ­χῇ, ἐπιπόνως πολ­λάκις τῶν ἀπὸ κακίας κηλίδων αὐτὴν ἐκ­καθαίρουσα», σημειώνει. Σκοπός της νά γίνουν οἱ μαθητές ἄξιοι «τῆς ἄνω πολιτείας», δηλαδή τῆς βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν.
Γνωστή, ἐξάλλου, εἶναι ἡ πρα­γμα­τεία του μέ τίτλο «Πρὸς τοὺς νέ­ους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠ­­φελοῖντο λόγων», στήν ὁποία ἀποτυπώνονται πολλές ἀπό τίς παιδαγωγικές του ἀντιλήψεις. Θέμα της ἀ­- ποτελεῖ ἡ σημαντικότητα καί ἡ ἀξία τῆς θύραθεν παιδείας, καθώς καί ἡ σχέση της μέ τή χριστιανική. Ὁ ἐμ­φιλόσοφος ἱε­ράρχης μέ τό ἔργο του αὐτό γεφυροποιεῖ τήν ἀρχαιοελληνική παιδεία μέ τή χριστιανική ὑπό τό πρίσμα τοῦ εὐαγγελίου καί μέ σαφήνεια διατυπώνει τήν ὑπεροχή τῆς κατά Θεόν σοφίας ἔναντι τῆς κοσμι­κῆς γνώσεως. Πιστεύει ὅτι ὁ προπαρασκευαστικός ρόλος τῆς θύραθεν κλα­σι­κῆς παιδείας βοηθεῖ τούς νεαρούς χριστιανούς νά εἰσαχθοῦν στά «ἱερὰ καὶ ἀπόρρητα παιδεύματα», δηλαδή στή χριστιανική διδασκαλία. Γι’ αὐτό ἀποφαίνεται: «Οὐκ ἄχρηστον ψυχαῖς μαθήματα τὰ ἔξωθεν».
 Ἀπό τά ἀρχαῖα κείμενα συνιστᾶ νά μελετοῦν οἱ νέοι τά ἔργα ἐκεῖνα πού προβάλλουν τήν ἀρετή καί καταδικάζουν τήν πονηρία καί τίς φαῦλες πράξεις. Ἡ ἔξωθεν σοφία ἔχει βέβαια πλά­­νες καί μύθους• ἔτσι ὅμως οἱ νέοι θά ἐκτιμήσουν τό ὕψος καί τό μεγαλεῖο τῶν χριστιανικῶν ἀληθειῶν• «Οὐ πάν­τα ἑξῆς παραδεκτέον ἡμῖν, ἀλλ’ ὅσα χρήσιμα», γράφει. Ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπορρίπτει παντε­λῶς ἀπό τήν ἀρ­χαιοελληνική παιδεία εἶναι ἡ περί θεῶν μυθολογία.
Ἰδιαίτερα προτρέπει τούς νέους νά ἐνεργοῦν ὅπως ἡ μέλισσα, ἡ ὁποία πετάει ἀπό ἄνθος σέ ἄνθος γιά νά συλλέξει μόνο ὅσα εἶναι ὠφέλιμα, ἀ­διαφορώντας γιά τά βρόμικα καί ἀ­κάθαρτα. Ἀλλά καί ἀπό τήν τριαντα­φυλλιά, τονίζει, δρέπου­με τά ἄνθη, ἐνῶ ἀποφεύγουμε μετά προσοχῆς τά ἀγκάθια. «Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων λόγων ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι τὸ βλαβερὸν φυλαξώμεθα», διδάσκει. Πράγματι, οἱ χριστιανοί νέοι μποροῦν νά βροῦν στήν κλασική φιλολογία ἀ­ξιοθαύμαστα ἠθικά διδάγματα καί παραδείγματα ἐνάρετης ζωῆς. Θεωρεῖ μάλιστα πώς ὅλη ἡ ὁμηρική ποίηση ἀποτελεῖ ἔπαινο τῆς ἀρετῆς.
Σχετικά μέ τόν ρόλο τῆς οἰκογένειας στήν ἀγωγή τῶν νέων ἐπισημαίνει ὅτι οἱ γονεῖς θά πρέπει νά ἀγα­- ποῦν τά παιδιά τους καί νά ἐνδιαφέρονται γιά τή σωματική καί πνευματική τους ὑγεία. Ἡ εὐθύνη αὐτή τούς ἐπιβάλλει νά ζοῦν ζωή ἠθική, ἡ ὁποία θά μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς πρότυπο πρός μίμηση γιά τά παιδιά τους. Οἱ γονεῖς ὀφείλουν νά σέβονται τή ζωή καί τήν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν τους καί ἐκεῖνα μέ τή σειρά τους νά ἀγαποῦν καί νά σέβονται τούς γονεῖς τους.
Ἐξαίροντας τό διδασκαλικό ἐπάγγελμα, τό χαρακτηρίζει ὡς ὑπηρεσία, πού ἐκπληρώνεται κατ’ ἐπιταγήν τοῦ Θεοῦ, καί προτρέπει τούς διδασκάλους νά εἶναι προσεκτικοί στήν ἀ­πο­στο­λή τους. Ὁ διδάσκαλος, λέγει, ὀ­φείλει νά ἀγαπᾶ τόν Θεό, νά εἶναι ἀρ­χέτυπο βίου, νόμος ἔμψυχος καί κανόνας ἀρετῆς. Ἀπαραίτητο ἐργαλεῖο του ἀποτελεῖ ἡ μελέτη τῆς ἁγίας Γρα­φῆς καί ἡ βίωση τῶν ἀληθειῶν της. Ἔ­χει τήν ὑποχρέωση νά φροντίζει μέ μεγάλη ἀγάπη καί ζῆλο, μέ κάθε τρό­πο καί μέχρι θανάτου «περὶ τῶν διδασκομένων». Χρέος του εἶναι ἡ μελέτη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καί μάλιστα τῶν νέων ἀνθρώπων.
 Ὑπογραμμίζει ἀκόμη ὅτι ὁ δάσκαλος χρειάζεται νά διδάσκει μέ παραστατικότητα καί ἐποπτικότητα, ἀπο­σαφηνίζοντας τό περιεχόμενο τῶν μαθημάτων. Ἐπιπλέον, ἡ προσθήκη νέων γνώσεων καλό εἶναι νά γίνεται μέ σταθερούς καί ἀργούς ρυθμούς, γιά νά μπορεῖ ὁ νέος νά τίς ἀφομοιώνει. Νά προχωρεῖ ἀπό τά εὐκολότε­ρα στά δυσκολότερα καί νά ἐπικεν­τρώνεται σέ ἕνα θέμα κάθε φορά. Γιά τά μικρά παιδιά προτείνει τή χρήση τῆς διηγηματικῆς μορφῆς διδασκαλίας καί παρουσιάζει σχετικά ὑποδείγματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Τό διδακτικό κλί­μα νά εἶναι εὐχάριστο καί νά ἐπικρατεῖ χαρού­μενη ἀτμόσφαιρα, διότι τότε τά παιδιά προσ­λαμβάνουν καλύτερα καί ἐντυπώ­νουν ἀποτελεσματικότερα τά μαθήματα. Ἡ ἐπανάληψη ἀποτελεῖ σημαντική παράμετρο τῆς διδασκαλίας, γιά νά μπο­ρέ­σουν νά παραμείνουν στή μνήμη τά διδαχθέν­τα.
 Σχετικά μέ τίς ποινές ἔχει τήν ἄποψη πώς θά πρέπει νά ἐπιβάλλονται• ἀλλά νά εἶναι πάντα ἀνάλογες τοῦ παραπτώματος καί νά χρησιμοποιοῦν­ται κλιμακωτά καί συνετά. Ἡ ὑπερβολή φέρνει ἀντίθετα καί δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Φυσικά, παράλληλα νά ὑπάρχουν καί οἱ ἀμοιβές, οἱ ὁποῖες θά χρησιμοποιοῦνται μέ τήν ἴδια λογική τῆς κλιμάκωσης καί τῆς σύνεσης.
 Ἀλλά καί ὁ μαθητής ἀπό τήν πλευ­ρά του νά προσέχει κατά τήν παράδοση τοῦ μαθήματος, ἀφοῦ χωρίς τήν προσοχή, σέ τίποτε δέν ὠφελεῖ ὁ δάσκαλος. Ὁ φωτισμένος ἱεράρχης θέ­λει τόν μαθητή πράο, φιλομαθῆ, νά σιωπᾶ, νά ἐρωτᾶ, νά ἀποκρίνεται καί νά ἀκροᾶται μέ εὐσχήμονα τρό­πο. Ἀρετή τοῦ μαθητῆ εἶναι νά τιμᾶ καί νά ἀγαπᾶ τόν δάσκαλο ὡς πατέρα καί νά προσπαθεῖ νά τόν μιμεῖται. Ἐπιπλέον τονίζει ὅτι χρέος τῶν μεγάλων εἶναι νά φροντίζουν καί γιά τήν ἀνάπτυξη τῶν αἰσθημάτων τῶν παιδιῶν. Ἡ μουσική καί περισσότερο οἱ ψαλμοί συντελοῦν σέ αὐτό. Ἔτσι κατα­στέλ­­λον­ται οἱ κυματισμοί τῶν λογισμῶν καί ἐ­- πέρχεται γαλήνη καί ἀγάπη στίς ψυχές τους.
 Ἀναντίρρητα, πολλές βασικές ἀρ­χές τῆς σύγχρονης διδακτικῆς μεθοδολογίας ἔχουν τίς ρίζες τους στήν παιδαγωγική τοῦ οὐρανοφάντορα Ἁ­γίου καί γενικότερα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Τά μηνύματά τους διαχρονικά καί πάντα ἐπίκαιρα ἔχουν αἰώνιο βεληνεκές. Αὐτή     ἡ ἀνέκλειπτη πατερική κληρονομιά βρίσκεται μπρο­στά μας καί μᾶς προ(σ)καλεῖ νά τή γνωρίσουμε, νά τήν ἀγαπήσουμε καί νά τή μεταλαμπαδεύσουμε στίς ἑπόμενες γενιές.

 

Εὐδοξία Αὐγουστίνου