Ἁγίων Πάντων Μθ 10,32-33.37-38· 19,27-30

῾Ομολογία, αὐταπάρνηση καί δόξα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ

   ῾Η ᾿Εκκλησία μας ἔχει ὁρίσει νά διαβάζονται εὐαγγελικές περικοπές ἀπό τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο κατά τήν περίοδο ἀπό τήν Κυριακή τῶν ῾Αγίων Πάντων μέχρι τήν Κυριακή πρό τῆς ῾Υψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Οἱ Κυριακές αὐτές ὀνομάζονται Κυριακές τοῦ Ματθαίου.
  ῾Η εὐαγγελική περικοπή τῆς Α´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου (Κυριακή τῶν ῾Αγίων Πάντων) ἀποτελεῖται ἀπό στίχους παρμένους ἀπό δύο διαφορετικές συνάφειες τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Στό πρῶτο μέρος της (Μθ 10,32-33. 37-38) ἀναφέρονται οἱ ὁδηγίες τίς ὁποῖες δίδει ὁ Κύριος στούς δώδεκα μαθητές του προτοῦ τούς ἀποστείλει στόν κόσμο, ἐνῶ στούς τελευταίους στίχους τῆς περικοπῆς (19,27-30) προαναγγέλλονται οἱ εὐλογίες πού θά λάβουν οἱ μαθητές ὡς ἀμοιβή γιά τίς θυσίες τους. Τή διδαχή αὐτή τοῦ Κυρίου διασώζουν ἐπίσης οἱ εὐαγγελιστές Μᾶρκος (8,38· 10,28-31) καί Λουκᾶς (12,8-9· 14,26-27· 18,28-30).

Εἰσαγωγικά στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο

 mathaios  Τό κατά Ματθαῖον εἶναι τό ἀρχαιότερο ἀπό τά τέσσερα Εὐαγγέλια καί ἕνα ἀπό τά ἀρχαιότερα βιβλία τῆς Κ. Διαθήκης. Γράφτηκε στήν Παλαιστίνη, πιθανόν στήν ᾿Ιερουσαλήμ, περίπου τό 55 μ.Χ. Συγγραφέας του εἶναι ἕνας ἀπό τούς δώδεκα μαθητές τοῦ Κυρίου, ὁ Ματθαῖος γιός τοῦ ᾿Αλφαίου. Τό ἀρχικό του ὄνομα ἦταν Λευΐς καί ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη στήν Καπερναούμ, στήν πόλη ὅπου κατοικοῦσε καί ὁ Χριστός. Κάποια μέρα ὁ Κύριος περνώντας μπροστά ἀπό «τό τελώνιον», τό τελωνικό γραφεῖο, εἶδε τόν Ματθαῖο καί τοῦ ἀπηύθυνε τήν προσκληση· «ἀκολούθει μοι» (Μθ 9,9). ᾿Εκεῖνος ἐγκατέλειψε ἀμέσως τό ἐπάγγελμά του καί ἀκολούθησε τόν ᾿Ιησοῦ. Οἱ εὐαγγελιστές Μᾶρκος καί Λουκᾶς, καταγράφοντας τή μετάνοιά του τόν ἀναφέρουν μέ τό παλαιό του ὄνομα, προφανῶς ἀπό λεπτότητα. Μόνο ὁ ἴδιος γράφει τό ὄνομα μέ τό ὁποῖο εἶναι γνωστός σέ ὅλη τήν χριστιανική οἰκουμένη. ῞Οταν οἱ εὐαγγελιστές ἀπαριθμοῦν τούς μαθητές, τούς ἀναφέρουν κατά μικρές ὁμάδες δύο ἤ τεσσάρων προσώπων, ἴσως διότι ἦταν φίλοι καί πρό τῆς μαθητείας τους στόν Χριστό. Στήν περίπτωση τοῦ Ματθαίου ὁ Λουκᾶς καί ὁ Μᾶρκος γράφουν «Ματθαῖος καί Θωμᾶς» (Μρ 3,18· Λκ 6,15), ἐνῶ ὁ ἴδιος γράφει «Θωμᾶς καί Ματθαῖος ὁ τελώνης» (Μθ 10,3). Βάζει τόν ἑαυτό του δεύτερο καί μόνο αὐτός προσθέτει τό ὅτι ἦταν τελώνης, πράγμα ταπεινωτικό.
  Στά Εὐαγγέλια ἀναφέρεται δύο φορές· α) στό περιστατικό τῆς κλήσεώς του (βλ. Μθ 9,9· Μρ 2,14· Λκ 5,27-28) καί β) στόν κατάλογο τῶν δώδεκα μαθητῶν (βλ. Μθ 10,2-4· Μρ 3,16-19· Λκ 6,14-16). ᾿Αναφέρεται ἐπίσης καί στίς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (1,13) μαζί μέ τούς ἄλλους δέκα μαθητές. Μέχρι τό θάνατό του ἔμεινε πιστός μαθητής τοῦ Χριστοῦ, μάρτυρας τῆς ἀναστάσεως καί διδάσκαλος τοῦ εὐαγγελίου στήν ᾿Ιερουσαλήμ καί στήν Παλαιστίνη.
  ῾Ο Ματθαῖος φαίνεται ὅτι ἦταν ὁ πιό ἐγγράμματος ἀπό τούς δώδεκα μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄλλοι εἶχαν μόρφωση ἀντίστοιχη μέ τούς σημερινούς ἀποφοίτους Δημοτικοῦ σχολείου, ἐνῶ αὐτός, ἐφόσον διηύθυνε τελωνικό γραφεῖο, θά πρέπει νά εἶχε τουλάχιστον τή μόρφωση πού ἔχει σήμερα ἕνας ἀπόφοιτος Λυκείου.
   Παραλῆπτες τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι οἱ ἐκ περιτομῆς χριστιανοί, οἱ ῾Εβραῖοι τῆς Παλαιστίνης καί κυρίως τῆς διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι γνώριζαν καί μιλοῦσαν τά ἑλληνικά. ᾿Ακολουθώντας τόν ᾿Ιησοῦ, ὁ Ματθαῖος κρατοῦσε σημειώσεις στά ἑβραϊκά ἀπό τή ζωή καί τά κηρύγματά του. Μέ τή βοήθεια αὐτῶν τῶν σημειώσεων συνέταξε τό Εὐαγγέλιό του στήν ἑλληνική γλώσσα. Παρόμοια καί ὁ ἀπ. Παῦλος ἔγραψε τήν ἐπιστολή πρός ῾Εβραίους στά ἑλληνικά. Τό κείμενο πού σώζεται σήμερα δέν φαίνεται νά εἶναι μετάφραση ἀπό ἑβραϊκό κείμενο, ἀλλά πρωτότυπο. Τό ὕφος τοῦ Ματθαίου εἶναι ζωηρό καί σαφές. Σέ σύγκριση μέ τό κατά Μᾶρκον, τήν ἀφήγησή του τή διακρίνει ἡ συντομία. ῾Ο Ματθαῖος διηγεῖται τά γεγονότα μέ χρονολογική σειρά, ἐνῶ δέν συμβαίνει τό ἴδιο μέ τούς δύο ἄλλους συνοπτικούς.
Τό Εὐγγέλιο χωρίζεται σέ τρία μέρη·
α) ῾Η ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ (κεφ. 1-2)
β) Τό κήρυγμα καί τά σημεῖα τοῦ ᾿Ιησοῦ (κεφ. 3-25)
γ) Τό πάθος καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (κεφ. 26-28)

α) ῾Η ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ (10,32-33)

   ῾Η εὐαγγελική περικοπή διδάσκει τή θαρρετή ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Κύριο καί τή ζωή τῆς αὐταπάρνησης, ὡς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τήν ἐν Χριστῷ πορεία. Φαίνονται δύσκολα βέβαια γιά τόν ἄνθρωπο, εἶναι ὅμως κατορθωτά μέ τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό βεβαιώνουν οἱ ῞Αγιοι Πάντες, πού προβάλλει ἡ ᾿Εκκλησία αὐτή τήν Κυριακή. Τό νέφος τῶν μαρτύρων τῆς ᾿Εκκλησίας μας μέ τήν ἁγία ζωή, τήν ὁμολογία τῆς πίστεως καί τή θυσία τους εἶναι μιά ἀπόδειξη τῆς δύναμης τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί ἕνα προσκλητήριο γιά τούς πιστούς.
 
10,32-33. Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
   Οἱ στίχοι αὐτοί ἀποτελοῦν κατακλείδα στούς λόγους τοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητές του, μέ τούς ὁποίους τούς προετοιμάζει γιά τίς δυσκολίες καί τίς ἀντιδράσεις πού θά συναντήσουν στό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς μέσα στόν κόσμο (βλ. 10,16-31).
  ῾Ο Κύριος ἐδῶ ἐκφράζει θετικά καί ἀρνητικά τήν ἴδια ἀλήθεια. «Δέν προτρέπει μόνο μέ τά ἀγαθά, ἀλλά καί μέ τά ἀντίθετα καταλήγοντας στά δυσάρεστα», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
  Καθέναν, λέει ὁ Κύριος, πού θά μέ ὁμολογήσει ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, μπροστά σ᾿ ἐκείνους τούς ἀνθρώπους πού ἀντιδροῦν καί καταδιώκουν τήν πίστη, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
  Στό θέμα τῆς ὁμολογίας ἀναφέρθηκε καί ἄλλοτε ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος σέ ὅλους τούς ἀκροατές του. ᾿Εδῶ τό τονίζει εἰδικά στούς μαθητές του, γιά νά τούς προειδοποιήσει ὅτι κατά τήν ἐκτέλεση τῆς ἀποστολῆς τους θά ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν ἕναν ἐπικίνδυνο ἐχθρό, τή φιλαυτία, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μέ τή δειλία. ῞Ενας πού δέν πιστεύει μέ τήν καρδιά του, ἀλλά ὁμολογεῖ μέ τό στόμα του, εἶναι ὑποκριτής. ῞Ενας πού πιστεύει μέ τήν καρδιά του, ἀλλά δέν ὁμολογεῖ μέ τό στόμα του, εἶναι δειλός· «καρδίᾳ γάρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δέ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Ρω 10,10). ῎Αν ὁμολογοῦμε τόν Κύριο, θά μᾶς ὁμολογήσει καί θά μᾶς ἀναγνωρίσει στούς οὐρανούς, μπροστά στόν πατέρα του, ὡς φίλους καί παιδιά του.
  Στά Εὐαγγέλια ὁ ᾿Ιησοῦς κατακεραυνώνει τούς ὑποκριτές, ἀπευθύνοντάς τους ἐκεῖνα τά φοβερά «οὐαί» (Μθ 23,13-30· Λκ 11,42-52), ἀλλά καί στήν ᾿Αποκάλυψη (21,8) τονίζεται ὅτι πρῶτοι κατακρίνονται οἱ δειλοί. ῾Ο ἀπ. Παῦλος ἐπίσης γράφει στόν Τιμόθεο· «οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας» (Β´ Τι 1,7). ῞Οπως παρατηρεῖ ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας ᾿Αρέθας πού ἑρμήνευσε τήν ᾿Αποκάλυψη, δειλοί χαρακτηρίζονται «ἐκεῖνοι πού ξεστρατίζουν ἀπό ἑκούσια ἀδυναμία πρός τίς ἀπολαύσεις τοῦ παρόντος αἰῶνος». ῾Η ᾿Εκκλησία, ἀπό τόν πρωτομάρτυρα Στέφανο μέχρι τούς σύγχρονους χριστιανούς πού ἔζησαν σέ ἀθεϊστικά καί ὑλιστικά καθεστῶτα, ἔχει νά παρουσιάσει μυριάδες πιστούς, οἱ ὁποῖοι ὁμολόγησαν τόν Χριστό δημόσια, ἐνώπιον τῆς ἀνθρώπινης ἐξουσίας. ῾Η ἱστορία τῆς ᾿Εκκλησίας ὅμως διασώζει καί συγκλονιστικά παραδείγματα ἀνθρώπων πιστῶν, πού ἀπό ἀδυναμία ἤ συναρπαγή ἐγκατέλειψαν τήν πίστη καί ἀρνήθηκαν τόν Χριστό· εἶναι οἱ λεγόμενοι lapsi (=πεπτωκότες).
  Δειλοί, ἐντούτοις, δέν ἐμφανίζονται μόνο στήν περίοδο τῶν διωγμῶν ἀλλά καί σέ περιόδους εἰρήνης. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀρνοῦνται τόν Χριστό, γιά νά ἀρέσουν στόν κόσμο καί νά ἐξυπηρετήσουν τά ὑλικά τους συμφέροντα. ῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος τονίζει ἰδιαίτερα ὅτι ὀφείλουμε νά ὁμολογοῦμε τόν Χριστό μέ τή ζωή μας· «Νά δείχνουμε βίο ἄξιο τῆς ὁμολογίας, γιά νά μήν καταντροπιάσουμε τά δόγματα τῆς πίστεως μέ τή φαυλότητα τῶν ἔργων, ἀλλά μέ ὅλα νά δοξάζουμε τόν Δεσπότη μας». Χρειάζεται ἡρωικό φρόνημα γιά νά μπορεῖ ὁ πιστός νά ἀντιμετωπίζει τίς εἰρωνεῖες τοῦ κόσμου, νά συμμορφώνεται στήν καθημερινή ζωή του μέ τά προστάγματα τοῦ εὐαγγελίου, χωρίς νά πτοεῖται ἀπό τήν τακτική τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι συμβιβάζονται μέ τόν κόσμο καί κάνουν τά θελήματα τοῦ πονηροῦ. Τό καλύτερο ἀντίδοτο γιά τή δειλία, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς τό ἀποκαλύπτει, εἶναι α) ῾Η πίστη στό πρόσωπό του· «Μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τόν Θεόν, καί εἰς ἐμέ πιστεύετε... μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδέ δειλιάτω» (᾿Ιω 14,1.27). β) ῾Η ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη καί στή στοργική φροντίδα του. γ) ῾Η ὑπόσχεσή του πρός ἐκεῖνον πού θά τόν ὁμολογήσει, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ καί ἐνισχύει τήν πίστη καί τήν ἐμπιστοσύνη τῶν πιστῶν στόν Κύριο. Στήν ἔσχατη κρίση ὁ ἄνθρωπος θά βρεθεῖ μπροστά στόν κριτή ἔχοντας ἀνάγκη συνηγόρου, γιά νά τύχει τοῦ ἐλέους καί τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ. «Παράκλητος», δηλαδή συνήγορος πού μπορεῖ νά ἐπέμβει, εἶναι ὁ Χριστός, ὅπως ὑπογραμμίζεται μέ τό ὁμολογήσω κἀγώ.

β) ῾Ο Χριστός ζητᾶ ἀπόλυτη ἀγάπη στό πρόσωπό του (10,37-38)

   Στούς στίχους πού ἀκολουθοῦν ὁ Χριστός δέν ἀπευθύνεται εἰδικά στούς Δώδεκα ἀλλά γενικά σέ ὅλους τούς μαθητές του. ῾Υπογραμμίζει τήν καθημερινή μαρτυρία πού ὀφείλουν νά δίνουν οἱ πιστοί μέσα στήν κοινωνία. ῾Η ζωή τῶν μαρτύρων ἦταν ὁλόκληρη μία μαρτυρία πίστεως στόν Χριστό· τό τελικό μαρτύριό τους ἀποτέλεσε τό φυσικό ἐπιστέγασμα τῆς μαρτυρικῆς ζωῆς τους.

10,37. ῾Ο φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καί ὁ φιλῶν υἱόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
  Τό ρῆμα φιλῶ στό κατά Ματθαῖον χρησιμοποιεῖται πάντοτε γιά νά δηλώσει τή φυσική στοργή καί τόν φυσικό δεσμό πού εἶναι αὐτονόητος μεταξύ συγγενῶν ἤ φίλων. Ποτέ δέν χρησιμοποιεῖται γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό.
  ᾿Εκεῖνος, λέει ὁ Κύριος, πού ἀγαπάει πατέρα ἤ μητέρα παραπάνω ἀπό μένα δέν εἶναι ἄξιος μαθητής μου. Καί ἐκεῖνος πού ἀγαπάει υἱόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος. ῾Ο Κύριος ζητᾶ νά τόν ἀγαποῦμε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο πρόσωπο καί νά εἴμαστε πρόθυμοι νά θυσιάσουμε γιά χάρη τῆς ἀγάπης του καί αὐτή τήν πρόσκαιρη ζωή μας, νά ἀφήσουμε καί οἰκίες καί ἀδελφούς καί ἀδελφές καί πατέρα καί μητέρα καί γυναίκα καί τέκνα καί ἀγρούς καί τά πάντα (πρβλ. Λκ 14,26). Τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου δέν σημαίνουν βέβαια ἐγκατάλειψη τοῦ καθήκοντος καί τῆς φροντίδας πρός τούς οἰκείους, ἀλλά θέτουν μία ἱεράρχηση τῶν ἀξιῶν καί τῶν στόχων μέσα στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ. «Διότι αὐτό βλάπτει καί αὐτόν πού ἀγαπᾶται καί αὐτόν πού ἀγαπᾶ», ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
  ῎Ετσι τό ἔζησε καί τό διακήρυξε ὁ ἀπ. Παῦλος· «δι᾿ ὅν τά πάντα ἐζημιώθην, καί ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστόν κερδήσω» (Φι 3,8). Οἱ λόγοι ἐπίσης τοῦ ἀποστόλου στούς Ρωμαίους (8,35-39) μᾶς βοηθοῦν νά κατανοήσουμε ὅ,τι λέει ἐδῶ ὁ Χριστός. Μόνο ὅποιος πάνω ἀπ ὅλα ἀγαπᾶ εἰλικρινά τόν Θεό, αὐτός ξέρει νά ἀγαπᾶ πραγματικά τόν συνάνθρωπό του. ῞Οταν ἀγαποῦμε τόν Χριστό περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα τά ἀγαπητά μας πρόσωπα, τότε ἀγαποῦμε ἀληθινά κι ἐκεῖνα. ῾Η ἀγάπη πρός τόν Θεό ἐξαγνίζει, ἀσφαλίζει, ἐνισχύει καί δίνει τήν πνευματική καί αἰώνια διάσταση σέ κάθε ἄλλη σχέση.
  ῾Η ἀπόλυτη ἀγάπη μας πρός τόν Κύριο ἀποτελεῖ τή βάση τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, γι᾿ αὐτό καί ὁ Παῦλος λέγει· «εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα» (Α´ Κο 16,21). Αὐτή τήν ἀγάπη ὁ ἅγιος ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος τήν ὀνομάζει «πνευματική μέθη». Τήν παρομοιάζει μέ κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί μακαρίζει ἐκεῖνον πού θά πιεῖ ἀπ᾿ αὐτό· «῎Ηπιαν (τό κρασί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ) οἱ ἀκόλαστοι καί ἐπανέκτησαν τήν ἐντροπή. Οἱ ἁμαρτωλοί καί λησμόνησαν τούς δρόμους τῆς ἁμαρτίας. Οἱ μέθυσοι καί ἔγιναν νηστευτές. Οἱ πλούσιοι κι ἐπιθύμησαν τήν πτωχεία. Οἱ φτωχοί καί πλούτισαν μέ τήν ἐλπίδα. Οἱ ἄρρωστοι καί ἔγιναν δυνατοί. Οἱ ἀγράμματοι καί ἀναδείχθηκαν σοφοί».
  Σήμερα αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού θά ἔπρεπε νά πυρπολεῖ τήν ὕπαρξή μας δυστυχῶς ἀπουσιάζει ἀπό τίς καρδιές μας. ῾Ο ἅγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακος λέει· «Μακάριος ὅστις τοιοῦτον πρός Θεόν ἐκτήσατο ἔρωτα, οἷον μανικός ἐραστής πρός τήν ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται». Καί ὁ ἀείμνηστος πρωτοπρεσβύτερος Καλλίνικος στό Κυριακοδρόμιό του τονίζει· «῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναί τι πλέον ἤ γονεύς, πλέον ἤ ἀδελφός, πλέον ἤ τέκνον. Αὐτός εἶναι τό εὐεργετικώτερον δι᾿ ἡμᾶς ῎Ον, ἐνώπιον δέ τῶν ὑπ᾿ Αὐτοῦ χαρισθέντων εἰς ἡμᾶς ἀγαθῶν εἶναι οἱ συγγενικοί δεσμοί σκιά καί πομφόλυξ». ῎Αν ἀγαποῦμε κάτι ἄλλο περισσότερο ἀπό τόν Χριστό, ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἐπιζήμια γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί περιφρόνηση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὄχι μόνο τό αἰώνιο καί τέλειο ἀγαθό ἀλλά καί ὁ πατέρας μας, ὁ ἀδελφός, ὁ φίλος... τά πάντα. Αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε, καί μάλιστα ὅταν ἤμασταν ἁμαρτωλοί καί ἐχθροί του (Ρω 5,8), καί μᾶς ἀγάπησε «εἰς τέλος», μέ τέλεια ἀγάπη (᾿Ιω 13,1). Δικαιοῦται, λοιπόν, νά διεκδικεῖ τήν ἀπόλυτη καί ἀποκλειστική ἀγάπη μας. Γι᾿ αὐτό ἤδη στήν Παλαιά Διαθήκη συστήνεται ὡς «Θεός ζηλωτής» (῎Εξ 20,5· Δε 5,9· ᾿Ησ 63,9-10· πρβλ. ᾿Ια 4,5). Αὐτή ἡ ζήλεια του δείχνει ἀκριβῶς τή μεγάλη του ἀγάπη γιά μᾶς. Οἱ ἄνθρωποι ζηλεύουν ὅταν παίρνουν λίγα ἀπό αὐτούς πού ἀγαποῦν. ῾Ο Θεός ζηλεύει, διότι, ὅταν λίγο τόν ἀγαποῦμε, ἀδικοῦμε τόν ἑαυτό μας καί δέν παίρνουμε τά πλούσια δῶρα τῆς ἀγάπης του.

10,38. καί ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
  ῾Ο στίχος αὐτός ἀποτελεῖ θεμελιώδη κανόνα τῆς μαθητείας στό σχολεῖο τοῦ Χριστοῦ (βλ. Μθ 16,24· Μρ 8,34· Λκ 9,23· 14,27).
  ῞Ος οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ: ῾Ο Χριστός ζητᾶ ἀπό τούς μαθητές του νά λάβουν σταυρό, ὄχι μόνο νά ἀγωνιστοῦν μέχρι θανάτου, ἀλλά νά εἶναι ἕτοιμοι καί γιά σκληρό καί ταπεινωτικό θάνατο. ῾Ο σταυρικός θάνατος ἦταν ἡ πιό σκληρή καταδίκη. Οἱ καταδικασμένοι σ᾿ αὐτή τήν ποινή βάδιζαν πρός τόν τόπο τῆς ἐκτέλεσής τους φορτωμένοι μέ τό σταυρό. Τό «αἴρειν ἤ λαμβάνειν τόν σταυρόν» εἶχε καταντήσει παροιμιώδης ἔκφραση καί εἶχε τή σημασία πού ἔχει σήμερα τό «βαδίζω γιά τήν κρεμάλα» ἤ μέ «στήνουν στά πέντε μέτρα». Βέβαια, ἀρχικά οἱ μαθητές ἀκούγοντας αὐτά τά λόγια ἔνιωθαν φόβο καί ἀγωνία καί δέν ἤθελαν ν᾿ ἀκούσουν σταυρό οὔτε γιά τόν Διδάσκαλό τους οὔτε γιά τόν ἑαυτό τους. Μετά τή σταύρωση τοῦ Κυρίου, ὅταν γνώρισαν τήν ἀνάσταση καί ἔλαβαν τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἔγιναν δυνατοί καί ἀτρόμητοι, ὥστε νά περιφρονοῦν τό θάνατο. Αὐτό τό φρόνημα κληροδότησε καί στά μέλη της ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Αλλά γιά νά φθάσει κανείς στή θυσία τοῦ σταυροῦ, πρέπει καθημερινά νά σηκώνει τό σταυρό του.
  ῾Ο σταυρός εἶναι ἡ νέκρωση τῶν παθῶν τῆς σάρκας καί τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ κόσμου, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπ. Παῦλος· «Οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ (οἱ χριστιανοί) τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γα 5,24). ῞Ωστε λαμβάνει τόν σταυρόν καί γίνεται σταυροφόρος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καταδαμάζει τή σάρκα, ἀποφεύγει τίς ἡδονές τοῦ βίου καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου. ῾Ο ἐνεστώτας λαμβάνει δηλώνει τή συνεχῆ προσπάθεια καί τόν ἀδιάλειπτο ἀγώνα τοῦ πιστοῦ νά μείνει στήν παράταξη τοῦ Χριστοῦ.
  ῾Ο Χριστός ἦρθε στόν κόσμο καί χώρισε τήν παγκόσμια ἱστορία σέ π.Χ. καί μ.Χ. Χωρίζει ὅμως, ἐπίσης, τή μ.Χ. ζωή τῶν ἀνθρώπων σέ δύο τμήματα μέ κριτήριο τόν ἑαυτό του, τό Εὐαγγέλιο ἤ, ὅπως χαρακτηριστικά φαίνεται στήν περικοπή μας, τό σταυρό. ῾Η ζωή τοῦ πιστοῦ ἔχει γνώρισμά της τό σταυρό, γι᾿ αὐτό καί ὀνομάζεται ἐσταυρωμένη ζωή. ῾Η ζωή πρό τοῦ σταυροῦ, ἡ χωρίς Χριστό ζωή, περιορίζεται ἀπό τή φυσική γέννηση μέχρι τό θάνατο, τόν ὁποῖο ἀκολουθεῖ ἡ αἰώνια καταδίκη, ὁ ὄλεθρος· ἔχει μικρή ποσότητα καί κακή ποιότητα. Μέ τήν πίστη καί τή μετάνοια, πού καταλήγει στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, ὁ πιστός συνδέεται μέ τόν Χριστό, ἑνώνεται μαζί του καί ἐνστερνίζεται τό σταυρό του· ἀναγεννιέται καί ἀρχίζει τή νέα, τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτή εἶναι ποιοτικά τέλεια καί ποσοτικά αἰώνια, δέν τή φθείρουν τά ἀνθρώπινα πάθη καί δέν τή σταματᾶ ὁ φυσικός θάνατος. ῾Η ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή συνδέεται ἄμεσα μέ τό σταυρό μαρτυρεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά τή βάπτιση ὁ ἱερέας περνᾶ στό λαιμό τοῦ βαπτιζομένου ἕνα σταυρό, τόν ὁποῖο αὐτός θά φέρει ἐπάνω του σέ ὅλη τή ζωή του.
   ᾿Επειδή, ὅμως, συνήθως βαπτιζόμαστε στή νηπιακή ἡλικία, δέν συνειδητοποιοῦμε ἀπό τά πρῶτα μας χρόνια τήν ἔννοια τοῦ σταυροῦ ὡς βασικοῦ στοιχείου τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Αὐτό τό ἀντιλαμβανόμαστε καί τό ζοῦμε μετά ἀπό τήν ἀνανέωση τῆς ἀναγεννήσεώς μας, πού συντελεῖται μέ τήν ἐνσυνείδητη μετάνοια, ἡ ὁποία λέγεται καί «δεύτερο βάπτισμα». ῾Η καθημερινή ἄρση τοῦ σταυροῦ σημαίνει ὅτι πρέπει νά εἴμαστε σέ ἐγρήγορση, νά ἀντιμετωπίζουμε τίς ἐπιθέσεις τοῦ πειρασμοῦ, τήν ἀνταρσία τοῦ ἑαυτοῦ μας, τίς προσβολές τοῦ κόσμου. ῎Αν μάλιστα χρειαστεῖ, νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά δώσουμε καί τό αἷμα μας γιά τόν Χριστό καί τό εὐαγγέλιο.
   Καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου: ῾Η αὐταπάρνηση καί ἡ ἀποδοχή τοῦ σταυροῦ, δηλαδή ἡ αὐτοθυσία, παίρνουν ἀξία ὅταν γίνονται μέ σκοπό νά ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό, νά γίνει ἰχνηλάτης του, μιμητής του, πιστός καί ἀφοσιωμένος μαθητής του. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀρχηγός πού καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά ἔλθουν κοντά του μέ ἕνα τόσο ἀντιδημαγωγικό σύνθημα. Δέν κολακεύει τό λαό, δέν θωπεύει τόν ἐγωισμό τῆς μάζας, οὔτε δικαιολογεῖ τά πάθη τοῦ ὄχλου, δίνοντας ἀφειδῶς ὑποσχέσεις σέ ὅλους. Τό προσκλητήριό του ἔχει δυσβάστακτους ὅρους γι᾿ αὐτούς πού θέλουν νά εἶναι μαθητές του. ᾿Εφόσον ὁ ᾿Ιησοῦς ἔχει νά ἀντιμετωπίσει, πρίν ἀπό τή δόξα τῆς ᾿Αναστάσεως, τό σταυρό καί τό πάθος, δέν μπορεῖ νά εἶναι διαφορετική ἡ τύχη ὅσων θά τόν ἀκολουθήσουν πιστά καί συνειδητά, ἐάν θέλουν βέβαια νά εἶναι στήν οὐσία κι ὄχι μόνο στό ὄνομα δικοί του. ῾Ο Κύριος καί μετά τήν ἀνάστασή του, ὅταν καλεῖ τόν Σαῦλο, λέγει· «ἐγώ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτόν ὑπέρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν» (Πρξ 9,16).

 γ) ῾Η ἀμοιβή τῶν μαθητῶν γιά τίς θυσίες τους (19, 27-30)

   Οἱ τελευταῖοι τρεῖς στίχοι τῆς περικοπῆς εἶναι παρμένοι ἀπό τό περιστατικό τῆς συνάντησης τοῦ ᾿Ιησοῦ μέ τόν πλούσιο νεανίσκο. ῾Ο Κύριος ἔδειξε τό δρόμο τῆς αὐταπάρνησης στόν νέο πού ποθοῦσε τήν αἰώνια ζωή. Τοῦ ζήτησε νά ἀπαλλαχθεῖ ἀπό τό ἕνα καί μοναδικό πού τοῦ στεροῦσε τή δυνατότητα νά ἱκανοποιήσει τόν πόθο τῆς καρδιᾶς του, νά ζήσει αἰώνια. ῾Ο πλούσιος νεανίσκος ὅμως ἀρνήθηκε νά ξεφορτωθεῖ τά πλούτη του καί ἀπομακρύνθηκε «λυπούμενος» (Μθ 19,22). Οἱ μαθητές στή συνέχεια ἐκφράζουν μία δικαιολογημένη ἀπορία.

19,27. Τότε ἀποκριθείς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;
  ῞Οταν οἱ μαθητές ἄκουσαν τήν προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τόν πλούσιο νεανίσκο νά πουλήσει τά ὑπάρχοντά του καί νά τόν ἀκολουθήσει, μεταφέρουν τό θέμα στόν ἑαυτό τους.
  ῾Ο Πέτρος, ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀποστόλων, εἶπεν αὐτῷ· ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; Αὐτό τό ὁποῖο δέν ἔκανε ὁ νεανίσκος, τό κάναμε ἐμεῖς. Θά ἔχουμε ζωή αἰώνια; Τά λόγια τοῦ Πέτρου δέν ἐκφράζουν καύχηση ἤ ὑπερηφάνεια ἀλλά τή λαχτάρα τῶν μαθητῶν γιά τήν ἀπόκτηση τῆς αἰώνιας ζωῆς. ᾿Αναλύοντας τήν εὐαγγελική φράση ἀφήκαμεν πάντα ὁ Θεοτόκης γράφει· «῎Αφησαν πλοῖα, ἀγκίστρια, γονεῖς, ἀλλά ἄφησαν καί τά ὀφειλήματα τῶν ἐχθρῶν, καί τοῦ βίου τά σκάνδαλα, καί τῆς σάρκας τήν εὐπάθεια, καί τοῦ κόσμου τή ματαιότητα».

19,28. ῾Ο δέ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ ᾿Ισραήλ.
   Τό ἀμήν λέγω ὑμῖν στήν ἀρχή τῆς φράσεως εἰσάγει μία ἐπίσημη διαβεβαίωση. ᾿Εδῶ τονίζει τή σοβαρότητα καί τή βεβαιότητα τῆς ὑπόσχεσης τοῦ ᾿Ιησοῦ.
  ῾Ο ᾿Ιησοῦς χαρακτηρίζει ὡς ἀκολουθήσαντές μοι τούς Δώδεκα, διότι αὐτοί ἄφησαν τά πάντα γιά χάρη του καί ἔμειναν κοντά του στίς ὧρες τῆς δοκιμασίας. Αὐτοί εἶναι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ νέου ᾿Ισραήλ, τῆς ᾿Εκκλησίας καί σ᾿ αὐτούς ἀπευθύνει τό πρῶτο μέρος τῆς ἀπάντησής του.
  ῾Ο Κύριος ὑπόσχεται στούς ἀποστόλους ἀμοιβή, ὄχι ὅμως τώρα ἀλλά ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ. Παλιγγενεσία εἶναι ὁ ἀνακαινισμός καί ἡ ἀναγέννηση ὅλης τῆς κτίσης, ἡ δευτέρα ἔλευση τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία θά σημάνει τή θεμελιώδη ἀλλαγή τοῦ κόσμου. Κατά τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας ὅλη ἡ κτίση θά μεταβληθεῖ. Θά γίνει δεύτερη γέννηση καί ἀνάπλαση τοῦ κόσμου, ἡ ἐμφάνιση τοῦ καινοῦ οὐρανοῦ καί τῆς καινῆς γῆς, καί ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ νέα δημιουργία (βλ. Μθ 26,29· Πρξ 3,21· Ρω 8,21· Α´ Κο 15,52-53· Β´ Πέ 3,13· ᾿Απ 21,5).
   ῞Οταν καθίσῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους: Στόν ἀναγεννημένο κόσμο, στήν αἰώνια πραγματικότητα οἱ Δώδεκα θά ἔχουν τήν προνομιοῦχο θέση τῶν κριτῶν. Τότε πού ὁ Κύριος θά καθίσει στό μεγαλόπρεπο θρόνο του, θά καθίσουν καί αὐτοί σέ θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ ᾿Ισραήλ, θά κρίνουν τούς ᾿Ισραηλίτες πού δέν πίστεψαν στόν Χριστό ἀλλά καί ὅλο τόν κόσμο. ῾Η κρίση δόθηκε στόν Χριστό ἀπό τόν Πατέρα (βλ. ᾿Ιω 5,22). ῾Ο Χριστός μοιράζεται αὐτή τήν ἐξουσία καί τό ἀξίωμά του ὡς κριτοῦ μέ τούς ἀποστόλους (βλ Λκ 22,30· Α´ Κο 6,2· ᾿Απ 3,21).
  ῾Ο Θεοτόκης διευκρινίζει· «᾿Ακούγοντας τό καθίσεσθε, τούς θρόνους καί τό κρίνοντες, μή νομίσεις κανένα σωματικό κάθισμα, οὔτε ὑλικές καθέδρες· διότι στήν ἀνάσταση ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὡς ἄγγελοι (Μθ 22,30), σώματα πνευματικά ἔχοντες (Α´ Κο 15,44), σύμμορφα τῷ σώματι τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ (Φι 3,21). Οἱ θρόνοι δηλώνουν τήν ἄφατη τιμή καί δόξα. Τό κάθισμα σημαίνει τό στερεό καί ἑδραῖο καί ἀκίνητο ἐκείνης τῆς δόξας. Κρίνοντες εἶναι τό ἐλέγχοντες. ῞Οσοι δηλαδή ῾Εβραῖοι κατάγονται ἐκ τῶν δώδεκα φυλῶν καί προφασιζόμενοι λέγουν ὅτι δέν μπόρεσαν νά πιστεύσουν στόν Χριστό ἐπειδή τούς ἐμπόδιζε ὁ μωσαϊκός νόμος, βλέποντας τούς ᾿Αποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ἦταν ῾Εβραῖοι ἐπίστευσαν καί ἔτυχαν τόσο μεγάλης δόξας, θά ἐλεγχθοῦν καί θά κλείσουν τό στόμα τους».
   ῾Ο Κύριος λέει στούς μαθητές του ὅτι, ἄν παραμείνουν μαζί του στούς πειρασμούς του καί σταθοῦν ἀφοσιωμένοι στήν ἱερή διακονία, θά γίνουν πραγματικά μεγάλοι. Θά εἶναι ὄχι ἁπλῶς μέλη στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀλλά σύνεδροι καί σύνθρονοί του, βασιλεῖς καί συνάρχοντες. ᾿Απαιτεῖ ἀκριβά δίδακτρα ὁ Διδάσκαλος, ἀλλά προσφέρει καί μεγάλο βραβεῖο. ῞Οσο δύσκολη καί ἄν εἶναι ἡ αὐταπάρνηση καί ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ, «οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρω 8,18). Δέν μποροῦν μέ κανένα τρόπο οἱ θλίψεις, οἱ ταλαιπωρίες καί οἱ δοκιμασίες τῆς γῆς νά συγκριθοῦν μέ τήν ἀπροσμέτρητη δόξα πού προσφέρει ὁ Κύριος.

19,29. Καί πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφάς ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει.
   Μετά τήν ἀποκάλυψη τῆς ἀμοιβῆς πού ἐπιφυλάσσεται εἰδικά στούς ἀποστόλους, ὁ Κύριος ἀπευθύνεται σέ ὅλους τούς ἀκροατές του καί ὑπόσχεται ἀμοιβή στήν παροῦσα ζωή ἀλλά καί στόν μέλλοντα αἰώνα. Προϋπόθεση βέβαια αὐτῆς τῆς ἐπαγγελίας εἶναι ἡ αὐταπάρνηση, οἱ θυσίες, οἱ στερήσεις γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐξάπλωση τῆς βασιλείας του.
   ῾Η ὑπόσχεση ἑκατονταπλασίονα λήψεται δέν σημαίνει ὅτι θά πάρει κάποιος πολλά σπίτια, πολλούς γονεῖς, πολλές γυναῖκες καί τέκνα, μέ τήν ὑλική καί σαρκική ἔννοια, διότι ἄλλα ἀπό αὐτά εἶναι ἀδύνατον νά συμβοῦν καί ἄλλα ἐπιλήψιμα. Εὔκολα ὅμως μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τούς λόγους τοῦ ᾿Ιησοῦ στά πλαίσια τῆς πνευματικῆς οἰκογένειας, τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Εκεῖ ὁ πιστός θά βρεῖ πολλά πνευματικά ἀδέλφια καί πνευματικές ἀπολαύσεις, πού ὑπερβαίνουν σέ ἀξία κατά πολύ αὐτά τά ὁποῖα ἐγκατέλειψε, καί ὑπερκαλύπτουν τό κενό ἐκείνων. Τό κακόβουλο σχόλιο τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ, ὅτι οἱ χριστιανοί ἐγκαταλείπουν τή μία γυναίκα γιά νά πάρουν ἑκατό, εἶναι μία σαρκαστική παρερμηνεία τοῦ χωρίου.
   Μετά τό θάνατο ὑπόσχεται ὁ Κύριος ὅτι ὁ πιστός μαθητής καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει. ᾿Εδῶ λέγεται μέ τήν ἔννοια τῆς ἀθανασίας στόν ἐρχόμενο αἰώνα. ῎Αν ἐδῶ στή γῆ γνωρίσουμε τόν Χριστό καί τό θέλημά του καί συμμορφώσουμε μέ αὐτό τή ζωή μας, παίρνουμε τήν πρώτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Μέ τό θάνατο θά λάβουμε τή δεύτερη· οἱ ψυχές μας θά ἀπολαύσουν τή συντροφιά μέ τόν Χριστό. ᾿Αλλά κατά τή Δευτέρα Παρουσία του, ὅταν θά ἀναστηθοῦν καί τά νεκρά σώματά μας, τότε θά λάβουμε τήν τρίτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς. ῎Οχι μόνο ἡ ψυχή ἀλλά καί τό ἀναστημένο σῶμα μας θά χαίρεται τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. ῾Ο ἀληθινός μαθητής, λοιπόν, ἀδιαφορεῖ γιά τίς στερήσεις, τίς θλίψεις καί τούς διωγμούς, διότι ἐλπίζει πάντοτε στήν αἰώνια κοινωνία μέ τόν Χριστό, αἰσθάνεται παρεπίδημος στόν παρόντα κόσμο (βλ. Α´ Πέ 1,1-2· 2,11) καί προσδοκᾶ πάντοτε τήν οὐράνια πόλη τοῦ Θεοῦ (βλ. ῾Εβ 13,14).

19,30. Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καί ἔσχατοι πρῶτοι.
  ῾Ο στίχος μας εἶναι μία προσφιλής φράση τοῦ Κυρίου (πρβλ. Μθ 20,16· Μρ 10,31· Λκ 13,30), μέ τήν ὁποία ἐκφράζεται ἡ ἀντιστροφή τῶν ἐπιγείων κριτηρίων κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, πού ἦταν περιφρονημένοι ἀπό τόν κόσμο, θά καταλάβουν τίς πιό τιμητικές θέσεις κοντά στόν Θεό, ἐνῶ αὐτοί οἱ ὁποῖοι σήμερα τιμῶνται ἀπό τόν κόσμο θά ἀποκλεισθοῦν τῆς οὐράνιας βασιλείας.
  ῎Εσχατοι χαρακτηρίζονται οἱ εἰδωλολάτρες καί πρῶτοι οἱ ᾿Ιουδαῖοι. ῾Ο ἅγιος Ζιγαβηνός διευκρινίζει· «Οἱ ἐξ ἐθνῶν πιστοί θεωροῦνται ἔσχατοι τώρα, διότι τελευταῖοι γνώρισαν τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Θά εἶναι ὅμως πρῶτοι τότε χάρη στήν εἰλικρινῆ τους πίστη. Οἱ ἄπιστοι ᾿Ιουδαῖοι θεωροῦνται πρῶτοι τώρα, διότι πρῶτοι γνώρισαν τόν Θεό (βλ. ῎Εξ 4,22). Θά εἶναι ὅμως ἔσχατοι τότε ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους». Οἱ ᾿Ιουδαῖοι, πού νόμιζαν ὅτι ἔχουν τό δικαίωμα νά μποῦν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή εἶναι τέκνα καί ἀπόγονοι τοῦ ᾿Αβραάμ, ἔχασαν αὐτό τό προνόμιο. Τή θέση τους τήν πῆραν οἱ ἐθνικοί, πού ἄκουσαν τό θεῖο λόγο, μετανόησαν καί ἀγωνίσθηκαν νά εἰσέλθουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δέν λέγει, βέβαια, ὅτι ὅλοι οἱ πρῶτοι, δηλαδή ὅλοι οἱ ᾿Ιουδαῖοι, θά γίνουν ἔσχατοι, οὔτε ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοτε ἔσχατοι ἐθνικοί θά γίνουν πρῶτοι.
  ῾Η προειδοποίηση τοῦ Κυρίου ἰσχύει καί γιά μᾶς τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς. ῾Η ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία εἶναι, βέβαια, ἡ μόνη ἀληθινή ᾿Εκκλησία καί ἡ ὀρθόδοξη πίστη «ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα» πίστη τῶν ἀποστόλων (βλ. ᾿Ιδ 3)· σημασία ἔχει ὅμως ποιός εἶναι ὁ δικός μας ἀγώνας νά ζήσουμε σύμφωνα μ᾿ αὐτή τήν πίστη, νά τή διατηρήσουμε καί νά τή μεταδώσουμε.
  ῾Ο λόγος θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἀναφέρεται καί στό νεανίσκο, ὁ ὁποῖος ἦταν καί πλούσιος καί κατεῖχε ἀνώτερη θέση στήν κοινωνία καί ὅμως ἔχασε τήν αἰώνια ζωή πού ποθοῦσε. ῎Ετσι πολλοί οἱ ὁποῖοι στόν κόσμο αὐτό κατέχουν πρῶτες θέσεις, θά εἶναι μεταξύ τῶν τελευταίων, διότι δέν θέλησαν νά θυσιάσουν τά ἐπίγεια ἀγαθά, γιά νά κερδίσουν τήν αἰώνια ζωή. ᾿Ενῶ οἱ περιφρονημένοι γιά χάρη τοῦ ᾿Ιησοῦ, «οἱ ἔσχατοι» τῆς παρούσας ζωῆς, ἐκεῖ θά τιμηθοῦν καί θά ἀναδειχθοῦν πρῶτοι ἀπό τόν Κύριο. Αὐτοί πού ἐδῶ στή γῆ περιφέρουν τή νέκρωση τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ στό σῶμα τους (βλ. Β´ Κο 4,10), θά ἀπολαύσουν τόν οὐρανό. Τά ὀνόματα τῶν ᾿Αποστόλων πού συκοφαντήθηκαν καί θανατώθηκαν θά εἶναι γραμμένα μέ ἀστραφτερά γράμματα στά θεμέλια τῆς ἄνω ᾿Ιερουσαλήμ (βλ. ᾿Απ 21,14).

Στεργίου Σάκκου,
Εὐαγγελικές περικοπές (Βοήθημα γιά κυκλάρχες)