Καθώς παρέδωκαν ἡμῖν

agioi cTό δικαστήριο αὐτό πραγματοποι­εῖται στή μαρτυρική μεγαλόνησο τῆς Κύπρου, τόν 13ο αἰώνα, τήν ἐποχή τῆς φο­- βερῆς λατινοκρατίας. Δύο παπικοί κήρυκες, ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἠλίερμος, στέκονται μέ ἀλαζονεία καί ἰταμότητα μπρο­- στά στούς σεμνούς ὀρθόδοξους μοναχούς τῆς μονῆς Καντάρας. Στίς διάφορες θεολογικοῦ περιεχομένου ἐρωτήσεις τῶν παπικῶν οἱ ὀρθόδοξοι ἀπαντοῦν μέ ὕ­φος καί ἦθος πού ἁρμόζει στό σχῆμα τους. Στήν κρίσιμη ἐρώτηση «πῶς δὲ τὰς ἱερὰς μυσταγωγίας ἐκτελεῖτε;» δίνουν μέ ἁπλότητα τήν ἀπάντηση: «καθὼς παρέδωκαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ κήρυκες τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ μετ’ αὐτοὺς αἱ ἅγιαι καὶ οἰκουμενικαὶ συνοδοὶ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων πατέρων». Χωρίς δισταγμό μάλιστα ὁμολογοῦν πώς τελοῦν τή θεία Κοινωνία μέ τόν ὀρθό­δο­ξο, πατροπαράδοτο τρόπο καί ὄχι κατά τήν τροποποίηση τῶν παπικῶν. Στήν εὐ­θεία ἐρώτηση τῶν ἀνακριτῶν τί πιστεύ­ουν γιά τούς παπικούς, οἱ ἅγιοι μοναχοί μέ παρρησία διακηρύσσουν ὅτι οἱ παπικοί ἔχουν παρεκκλίνει ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί τήν παράδο­ση τῆς Ἐκκλησίας.
 Οἱ γενναῖοι ὁμολογητές μοναχοί εἶ­ναι ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἰωάννης, οἱ μοναχοί Κόνων, Ἰερεμίας, Μᾶρ­κος, Θεόκτιστος, Κύριλλος, Βαρνάβας, Μάξιμος, Ἰωσήφ, Γερμανός, Θεόγνωτος, κα­θώς καί οἱ μοναχοί Γεράσιμος καί Γεννάδιος πού προέρχονταν ἀπό τή Μονή Μαχαι­ρᾶ. Γιά τή σθεναρή ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστης οἱ δεκατρεῖς μοναχοί ὑπο- μένουν ἀπειλές καί βασανισμούς. Ὁ­δη­γοῦνται ἀπό τή λατινική-παπική ἐξ­ου­σία τῆς Κύπρου στίς φυλακές τῆς Λευκωσίας, ὅπου γιά τρία χρόνια ὑφίστανται μέ καρτερία ἀπερίγραπτα μαρτύρια. Ὁ ἀνίερος στόχος τῶν βασανιστῶν εἶναι ἡ ἀποκήρυξη τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος. Οἱ ἅγιοι μοναχοί προτιμοῦν τόν θάνατο, παρά νά ἀλλοιώσουν, ἔστω καί στό ἐλάχιστο, τήν ἀτόφια ὀρθόδοξη πίστη τους. Μέσα στά ἀβάσταχτα βασανι­στή­ρια ἐγ­καταλείπει αὐτόν τόν κόσμο πρῶ­τος ὁ μοναχός Θεό- γνωτος. Οἱ ὑπόλοιποι θά λάβουν τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου μέ σκληρότερο τρόπο. Μετά ἀπό πίεση τοῦ δυτικοῦ ἱερατείου, ὁ κυβερνήτης τῆς Κύπρου διατάζει τόν βασανισμό καί τή θανάτωσή τους. Τούς ἀφαιροῦν βίαια τό ἱερό μοναχικό σχῆ­μα, τούς δένουν σέ ἄγρια ἄλογα, καί τούς σέρνουν πάνω στίς κοφτερές πέτρες τῆς κοίτης τοῦ ξερο­πό­ταμου Παδιαίου, χτυπώντας τους ταυτόχρονα μέ ραβδιά καί λιθοβολώντας τους.
 Τό μένος τῶν ἀλλοδόξων δέν ἡσυχάζει οὔτε μέ τόν φρικτό θάνατο τῶν μαρτύρων. Τά κατακομματιασμένα σώματα τῶν Ἁγίων τά ρίχνουν στίς φλόγες μεγάλης φωτιᾶς.
Μά δέν μποροῦν νά ἐξαλείψουν ἀ­πό τήν αἰωνιότητα τή θυσία πού εὐα­ρεστεῖ τόν δικαιοκρίτη Κύριο. Αὐτός στεφανώνει τούς γενναίους ἀγωνιστές τῆς ἀλήθειας μέ τριπλούς στεφάνους: τῶν Ὁσίων, τῶν Ὁμολογητῶν καί τῶν Μαρτύρων.
 Οἱ δεκατρεῖς μοναχοί τῆς Καντάρας μέ τό μαρτύριό τους, στίς 19 Μαΐου τοῦ 1231, στήριξαν τό φρόνημα τῶν ὀρ­θοδόξων Κυπρίων στήν ἑλληνορθόδοξη αὐτοσυνειδησία τους καί γιγάντωσαν τήν ἀντίσταση ἔναντι τῶν παράλογων ἀπαιτήσεων τῶν παπικῶν.
 Στίς ὄχθες τῆς κοίτης Πεδιαίου εἶ­ναι χτισμένο ἕνα πανέμορφο παρεκκλήσι πρός τιμήν τῶν 13 Ὁσιομαρτύρων τῆς Καντάρας. Ἡ διήγηση γιά τό μαρτύριό τους σώθηκε σέ δύο χειρό­γραφα. Τό πρῶτο χρονολογεῖται τόν 14ο αἰ­ώνα καί φυλάσσεται στήν Ἐ­θνική Βιβλιοθήκη τοῦ Παρισιοῦ, ἐνῶ τό δεύτερο γράφτηκε τό 1426 καί βρίσκεται στή Μαρκιανή Βιβλιοθήκη τῆς Βενετίας.
 Ἡ βαμμένη μέ αἷμα μαρτυρικό σελίδα στό συναξάρι τῆς 19ης Μαΐου διασαλπίζει τό μίσος τῶν παπικῶν ἔναντι τῶν ὀρθοδόξων, ἀλλά καί ὁριοθετεῖ τήν πορεία τῆς Ὀρ­θόδοξης Ἐκκλησίας στίς χαλεπές ἡμέρες κάθε ἐποχῆς καί τῆς δικῆς μας.

Ἰχνηλάτης