Ὁ Ἰανουάριος εἶναι ὁ μήνας πού τιμᾶ κατεξοχήν τήν ἱερή μνήμη τῶν με­γά­λων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Στό ἡμερολόγιό του παρελαύνουν ὅλες ἐκεῖ­νες οἱ ἅγιες προσωπικότητες πού σφράγισαν τήν ἱστορία τῆς χριστιανικῆς πίστης μέ τή φωτισμένη διδαχή τους, μέ τόν ἱδρώτα τῶν ἀγώνων τους καί κά­ποιοι καί μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου. Ἡ ζωή ὅλων, χωρίς ἐξαίρεση, ἦταν τρικυμιώδης. Ὡστόσο, μέσα στίς περιπέτειες καί στίς θλίψεις χάριν τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο δέν ἀπο­θαρ­ρύνονταν, ἀλλά ἀντιθέτως χαίρονταν. Χαίρονταν, ὅπως κά­πο­τε καί οἱ ἀπόστολοι, ὅταν «ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμα­σθῆναι» (Πρξ 5,41).
Ἡ πηγή τῆς ἁγιότητας τῶν Πατέρων ἦταν ἡ ἀγάπη τους πρός τόν Θεό καί μαζί ἡ ἀγάπη τους γιά τήν εἰκόνα του, τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη τους πρός τόν ἅγιο Θεό εἶχε ὡς κύριο χαρακτηριστικό της τό πάθος. Τά πάθη πού ριζώνουν στή σάρκα καί στή φθορά εἶναι δηλητήρια, ὅμως τό πάθος γιά τόν Κύριο καί ἡ ἀπόλυτη ἀ­φοσίωση στό ὄνομά του εἶναι ζωή καί παράδεισος. Γιά τούς ἁγίους αὐτούς ἥρωές μας, ὅπως πολύ ὡραῖα τό ἐκφράζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσό­στομος, ὁ Χριστός ἦταν ὁ πατέρας, ὁ ἀδελφός, ὁ νυμφίος, ὁ τροφοδότης, τό ἱμάτιο, ὁ φί­λος, τό μέ­λος, ἡ κεφαλή, τά πάντα. Τίποτε ἄλλο δέν ἐπιθύμησαν σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Ἡ παντοτινή ἐπωδός τῆς βιοτῆς τους ἦταν τό γλυκύ ἆσμα τοῦ Παύλου: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι• ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός• ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γα 2,20).
Ὅμως οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀγάπησαν πολύ καί τόν ἄνθρωπο. Κι ἄν ἀγωνί­στη­καν σκληρά ἐναντίον τῆς αἵρεσης καί τῆς ἐκκοσμίκευσης, δέν τό ἔκαναν βέβαια γιά νά ὑπερασπιστοῦν τόν Κύριο, ἀλλά γιά νά προστατευθοῦμε ἐμεῖς, ἡ ἀνθρω­πό­τητα. Ἄν ὁ Υἱός δέν εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, τότε δέν εἶναι Θεός καί τότε οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀκόμη δέσμιοι τοῦ θανάτου, φώναζε ὁ Μέγας Ἀθα­νάσιος. Καί ἐπειδή -εὐτυχῶς!- δέν συναινοῦσε στή νόθευση τῆς ἀλήθειας, ἔζησε στήν ἐξορία 17 ὁλόκληρα χρόνια. Καί τί νά πεῖ κανείς γιά τήν ἐλεημοσύνη καί τήν εὐσπλαγχνία τῶν Πατέρων! «Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος...».
Μ’ ἄλλα λόγια οἱ ἅγιοι Πατέρες πέτυχαν κάτι πού θεωρεῖται ἀπό τούς πιό πολλούς ἀνέφικτο: νά ἐφαρμόσουν μέ ἀκρίβεια τό Εὐαγγέλιο. Ἄρα, ποιός μπο­ρεῖ πλέον νά ἰσχυριστεῖ μπροστά στό παράδειγμά τους ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶ­ναι οὐτοπία;