Vinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo SliderVinaora Nivo Slider

Κυρ. Α΄ Λουκᾶ Λκ 5,1-11

   Σήμερα, πού εἶναι ἡ πρώτη Κυριακή τοῦ Λουκᾶ, μᾶς θυμίζει ἡ Ἐκκλησία μας πῶς κάλεσε ὁ Κύριος τούς τέσσερις πρώτους μαθητές του, Ἀνδρέα καί Πέτρο, Ἰωάννη καί Ἰάκωβο. Μελετώντας καί τά τέσσερα Εὐαγγέλια διαπιστώνουμε κάτι πολύ βασικό, ὅτι στίς σχέσεις τοῦ Ἰησοῦ μέ τούς μαθητές του διακρίνονται οἱ ἑξῆς βαθμίδες: γνωριμία κλήση ἐκλογή ἀποστολή.
   Ὁ Κύριος πρίν καλέσει τούς μαθητές του, εἶχε μιά γνωριμία μαζί τους. Μετά ἀπό τή Βάπτιση καί τούς πειρασμούς, ἐκεῖ στόν Ἰορδάνη, γνώρισε, ἀνάμεσα στούς μαθητές τοῦ Προδρόμου, τόν Ἀνδρέα τόν πρωτόκλητο, τόν Ἰάκωβο, τόν Ἰωάννη καί κατόπιν τόν Πέτρο. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη γνωριμία, ἡ ὁποία στή συνέχεια ἔπαιξε βασικό ρόλο στήν ἱστορία τῶν μαθητῶν.
   Μετά ἀπό τή γνωριμία ἔχουμε τήν κλήση, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στά τρία πρῶτα Εὐαγγέλια ἀλλά μέ μία διαφορά. Στό κατά Ματθαῖον καί στό κατά Μᾶρκον λέγεται μόνο ὅτι ὁ Κύριος τούς συνάντησε στή λίμνη καί τούς κάλεσε νά τόν ἀκολουθήσουν, χωρίς νά ἀναφέρεται ἡ θαυμαστή ἁλιεία. ῾Ο Λουκᾶς ὅμως, βλέπει πολύ ἀπαραίτητο τό στοιχεῖο αὐτό τῆς θαυμαστῆς ἁλιείας καί δέν τό ἀποσιωπᾶ. Ὁ Κύριος κάλεσε τούς πρώτους μαθητές του μετά ἀπό ἕνα καταπληκτικό γεγονός: Παρακάλεσε τόν Πέτρο καί ἔσυρε τό πλοιάριό του λίγο πιό μέσα στή λίμνη. Ἀνέβηκε ἐκεῖ, γιά νά προστατευθεῖ ἀπό τό πλῆθος πού κόντευε νά τόν ρήξει στή θάλασσα. Τό ἔκανε ἄμβωνα καί κήρυξε στόν λαό. Μόλις τέλειωσε θέλησε νά πληρώσει τό ἐνοίκιο στόν Πέτρο καί στούς συνεταίρους του. Γι’ αὐτό τούς εἶπε: «Πηγαίνετε νά ψαρέψετε». «Μά, Κύριε», τοῦ ἀπαντοῦν, «κοπιάσαντες δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς ἐλάβομεν οὐδέν», δέν πιάσαμε τίποτα. Αὐτοί ἦταν ἐπαγγελματίες ψαράδες, ὁ Χριστός -ὡς ἄνθρωπος βέβαιαδέν μποροῦσε νά ξέρει ἀπό θάλασσα, διότι ἦταν τέκτων, τεχνίτης, μαραγκός. Ἦταν ψαράδες, παράλογο γιά ὥρα πρωινή νά πᾶνε νά ψαρέψουν. Ὅμως ὁ Πέτρος συμπληρώνει: «᾿Επὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον», ἐπειδή τό λές, θά ρίξω τά δίχτυα». Δέν εἶπε ὁ ἔμπειρος ψαράς «μά ἐγώ εἶμαι ψαράς, ξέρω σπιθαμή σπιθαμή τή λίμνη, ἐσύ πού δέν ξέρεις θά μοῦ πεῖς νά ψαρέψω τέτοια ὥρα;», ἀλλά λέει: «Ἀφοῦ ἐσύ τό λές θά τό κάνω». Καί γέμισαν τά δίχτυα τόσο, πού κινδύνευαν νά σχισθοῦν καί ζήτησε τή βοήθεια τῶν συνεταίρων, τῶν ἀδελφῶν Ἰωάννη καί Ἰακώβου.
   Πολύ σπουδαῖο μήνυμα μᾶς διδάσκει αὐτό τό ἱστορικό σημεῖο· ὅτι οἱ ἄνθρωποι μόνοι τους μπορεῖ νά κοπιάσουν μέρες καί νύχτες στή ζωή τους καί νά μήν κατορθώσουν τίποτε. Ἐνῶ μέ τήν ὑπακοή στόν Κύριο ἔχουν τήν εὐλογία του, καί τά ἀδύνατα γίνονται δυνατά. Μέ τόν Χριστό, καί ἄν ἀκόμα ἡ λογική δέν τό κατανοεῖ, τά ἀποτελέσματα εἶναι θαυμαστά. Θά τό πεῖ ὁ Κύριος ἀργότερα στούς μαθητές του· «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω 15,5).
   Καί ἡ συνέχεια πολύ ἀποκαλυπτική, ὅπως τήν γράφει ὁ ἱστορικός Λουκᾶς. Ὁ Πέτρος πέφτει στά πόδια τοῦ Κυρίου καί τοῦ λέγει: «Φύγε ἀπό τή βάρκα μου, διότι εἶμαι ἁμαρτωλός». Ἀλλά ὁ Κύριος τόν ἐνθαρρύνει: «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Θυμίζει ὁ Πέτρος τούς μεγάλους προφῆτες, τόν Μωυσῆ, τόν Ἠσαΐα, τόν Ἰεζεκιήλ, πού ὅταν τούς καλοῦσε ὁ Κύριος πρόβαλλαν τήν ἁμαρτωλότητα καί τήν ἀκαταλληλότητά τους. Καί ὁ Πέτρος καί οἱ ἄλλοι μαθητές, πού καλοῦνται στή μεγάλη ἀποστολή, τό πρῶτο πού νιώθουν εἶναι ἡ ἁμαρτωλότητά τους, ἡ ἀδυναμία τους. Ἔτσι πρέπει νά νιώθει κάθε πιστός, ὅταν τοῦ ἀναθέτει ὁ Κύριος μία ἀποστολή μέσα στό ἔργο του, ὅτι ὄχι μόνο εἶναι ἀδύναμος καί ἀκατάλληλος ἀλλά καί γεμάτος ἁμαρτίες.
Προσέξτε καί μιά λεπτομέρεια, ἀδέλφια μου, πολύ διδακτική. Μετά ἀπό τό θαυμαστό σημεῖο, οἱ ψαράδες τῆς Γαλιλαίας δέν χάρηκαν τήν πλούσια ψαριά. Δέν ἔτρεξαν νά τήν ἐκμεταλλευτοῦν. Ἡ μεγάλη χαρά τους δέν ἦταν ἡ ψαριά, ἦταν πού τούς κάλεσε ὁ Κύριος νά εἶναι κοντά του γιά πάντα. ῎Ετσι λοιπόν ἀφήνουν καί τά δίχτυα, ἀφήνουν καί τά καράβια καί τούς γονεῖς τους, ἀφήνουν καί τήν ψαριά -ἄλλοι ἄς τή χαροῦν καί ἄς τήν ἀπολαύσουνκαί ἀκολουθοῦν τόν Ἰησοῦ.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυριακή 23-9-2001, Φίλυρο

Κυριακή τοῦ ἀσώτου

Ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου σέ τέσσερις φάσεις

  Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου (Λκ 15,11-32) χαρακτηρίσθηκε ὡς τό εὐαγγέλιο τῶν εὐαγγελίων, ὡς τό μαργαριτάρι ὅλων τῶν παραβολῶν. Σ' αὐτή τή σύντομη παρα­βο­λή παρουσιάζεται μέ ἀκρίβεια ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου -θά ἔλεγα ἡ παγκόσμια ἱ­στορία- σέ τέσσερις σταθμούς: ἀποστα­σία - καταστροφή, ἐπιστροφή - σωτηρία. Αὐτό εἶναι καί τό περιεχόμενο ὅλης τῆς ἁγίας Γραφῆς.
  Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό καί τοποθετήθηκε στόν παράδεισο. Ἀ­πο­σκίρτησε ὅμως, ἔγινε ἀντάρτης καί ἀναρ­χικός. Καί αὐτή ἡ ἀνταρσία του τόν ἀπ­ομάκρυνε ἀπό τόν Θεό. Καί τά ἀποτε­λέ­σματα; Ὅσα γράφουν ὅλοι οἱ ἱστορικοί καί τά γνωρίζουμε κι ἐμεῖς ἀπό τήν πρα­γματικότητα: ἡ καταστροφή, ἡ τραγωδία, οἱ πόλεμοι, ἡ ἀναρχία, ἡ ἀδικία, ἡ δια­φθορά, ἡ ἀνηθικότητα, οἱ αὐτοκτονίες, κ.ἄ. Καί ἡ λύση τοῦ δράματος; Μία: ἡ ἐ­πιστροφή, ἡ μετάνοια. Μέ τή μετάνοια ὅλα ἀποκαθίστανται, ὅλα γίνονται παρά­δεισος· ὁ ἄνθρωπος πλέον υἱοθετεῖται καί γίνεται παιδί τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ὑπο­ψή­φιος τῆς αἰώνιας βασιλείας.
Ἀναφέρω ἀπό τήν ἴδια τήν παραβο­λή ὁρισμένα σημεῖα. Ὁ ἄσωτος ζεῖ μέσα στήν ἀθλιότητα. Κατήντησε χοιρο­βο­σκός. Κι ἐνῶ τά γουρούνια πού βόσκει χορταίνουν ξυλοκέρατα, αὐτός δέν μπο­ρεῖ νά γεμίσει τήν κοιλιά του. Ἡ συνει­δη­τοποίηση τῆς κατάστασής του δημιουρ­γεῖ ἕναν τρανταγμό μέσα του, μιά ἀνα­στάτωση, ἡ ὁποία τόν φέρνει στά συγκα­λά του. «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών», σημειώνει ὁ Λουκᾶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρίν ἦταν ἐκ­τός ἑαυτοῦ, ἦταν τρελός. Ὄντως ἡ ἀ­πο­στασία ἀπό τόν Θεό, ἡ καταπάτηση τοῦ θείου θελήματος εἶναι τρέλα, ὅπως εἶναι τρέλα νά ἐγκαταλείψει μέ τή θέλησή του ἕνας ὁδηγός τό κατάστρωμα τοῦ δρόμου καί νά ρίξει τό αὐτοκίνητό του στόν γκρε­μό. Ἦταν τρελός, λοιπόν, καί ὅταν ἦλθε στά συγκαλά του, ἀποφασίζει νά ἐπι­στρέ­ψει στόν πατέρα του, νά πέσει στά πόδια του μέ μετάνοια, μέ συντριβή καί νά πεῖ: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».
  Καί ὁ σπλαγχνικός πατέρας εἶδε ἀπό μακριά τό παιδί καί, παρόλο πού ἦταν σέ ἐλεεινή κα­τάσταση, τό ἀναγνώρισε. Τό περίμενε, τό ζητοῦσε μέ ἀγωνία. Μέ ἀμεί­ωτη στορ­γή καί πατρική ἀγάπη τό ἀγκά­λιασε καί τό φιλοῦσε. Καί ὄχι ἁπλῶς τό φιλοῦσε, ἀλλά τό καταφιλοῦσε.
  Τί μεγάλο πράγμα ἡ μετάνοια! Εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων! Ἡ μετάνοια εἶ­ναι ἐκείνη πού κάνει τόν Θεό νά ἀγκα­λιάζει τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό. Τί λέ­­γω; Ἡ μετάνοια κάνει τόν Θεό νά μετα­νοεῖ. Αὐτό ὅταν τό πρωτοδιάβασα στήν ἁγία Γραφή συγκλονίστηκα. Τί δύναμη ἔχει αὐτή ἡ μετάνοια! Τό σχέδιο τοῦ Θε­οῦ εἶναι ὅτι πρέπει ἡ ἀποστασία νά τι­μω­ρηθεῖ· «πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔ­- λαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν» (Ἑβ 2,2). Κι ὅμως, ἐνῶ αὐτή εἶναι ἡ ἀπόφαση, φαί­νεται νά με­τα­νοεῖ ὁ Θεός. Δέχεται τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀγ­κα­λιάζει καί τόν συγχωρεῖ. Ἀντί νά μᾶς καταστρέψει, μᾶς ἁ­γιάζει καί μᾶς δοξάζει. Ὤ δύναμη πού ἔχει ἡ μετάνοια!
  Καί μάλιστα, ὅπως τό τονίζει κατ᾽ ἐπανάληψη ἡ ἁγία Γραφή, ὁ Θεός ὁ παντογνώστης, ὁ πάνσοφος δέν θυ­μᾶ­ται -κρατῆστε το καλά αὐτό- δέν θυμᾶται τίς ἀνομίες μας, τίς ἀδικίες μας, τίς ἁμαρτίες μας! Πότε; Ὅταν με­τανοήσουμε καί μέ δάκρυα, συντριβή καί Ἐ­ξομολόγηση ζητήσουμε τό ἔλεός του. Τότε μέ τό αἷμα του ξεπλένει καί ἐξαφανίζει τίς ἁμαρτίες. Τό βεβαιώνει· «καὶ τῶν ἁ­μαρ­τιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνη­σθῶ ἔτι» (Ἰζ 38,34· Ἑβ 8,12). Καί τό βλέ­πουμε καί στήν παραβολή.
  Δίδει ὁ πατέρας ἐντολή στούς δούλους του νά ντύσουν μέ τή στολή τήν πρώτη, τήν ὡραία τόν γιό του πού ἐπέστρεψε, πού ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε, χαμένος καί βρέθηκε. Νά τόν ντύσουν γιά νά μή φαί­νονται οἱ κακίες καί οἱ ἁμαρτίες, νά φαίνεται βασιλόπουλο. Ἀκόμη νά τοῦ δώσουν δαχτυλίδι στό χέρι πού σημαίνει ὅτι τοῦ δίδει ἐξουσία, τήν ἐξουσία τῆς υἱοθεσίας, ὅτι εἶναι παιδί του. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐξουσία ἀπό τό νά εἶναι κανείς παιδί τοῦ Θεοῦ, κλη­ρο­νόμος τῆς περιουσίας καί τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, συγκοινωνός καί συμμέ­τοχος μέ τόν Θεό στήν αἰώνια βασιλεία· «ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξου­σίαν τέκνα Θε­οῦ γενέ­σθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ» (Ἰω 1,12). Καί αὐτή τήν ἐξουσία τή δίδει στό παιδί του πού ἀποστάτησε, πού καταπάτησε τό θέλημά του, πού ἔκανε ὅ,τι ἔκανε, πού κατήντησε ἐκεῖ πού κατήντησε. Γιατί; Διότι μετανόησε.
  Καί τό καταπληκτικό: δίδει ἐντολή νά σφάξουν «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», τό μο­σχάρι πού ἰδιαίτερα τό τάιζαν γιά μεγάλη πανήγυρη. Οἱ πατέρες καί οἱ διδάσκαλοι ἑρμηνεύουν ὅτι «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός» εἶναι ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θυσιάζεται, γιά νά μᾶς ξεπλύνει ἀπό τίς ἁμαρτίες, νά μᾶς θρέψει μέ τό σῶμα του καί τό αἷμα του ὥστε νά ἔχουμε ζωή αἰώνια.
  Τήν παραβολή αὐτή τοῦ ἀσώτου τή χαρακτηρίζουν οἱ πατέρες καί παραβολή τοῦ σπλαγχνικοῦ πατέρα. Ὁ σπλαγχνικός πατέρας, ὁ πολυέλεος, ὁ μακρόθυμος εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός μας, ὁ ὁποῖος δέχεται τόν ἄσωτο, ὅταν μετανοήσει, ξεχνάει ὅλα τά κακά καί τόν ἔχει στήν Ἐκκλησία του μέλος ζωντανό καί ὑποψήφιο γιά τήν αἰώνια βασιλεία του.
  Ἀδελφοί μου, συνοψίζω ὅσα εἶπα ἐπαναλαμβάνοντας τά τέσσερα κύρια σημεῖα πού ἔχει ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου: ἡ ἀποστασία ὁδηγεῖ στήν καταστροφή, ἡ ἐπι­στρο­φή ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό μετάνοια καί ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ σπλαγχνικοῦ πατέρα πού μᾶς σώζει.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυ 31-1-2010, Φίλυρο

Κυρ. Β΄ Λουκᾶ Λκ 6,31-36

Ἀγάπη καί ἁγιότητα


Κυρ. Β΄ Λουκᾶ Λκ 6,31-36  Ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσα­με σήμερα (Λκ 6,31-36) καταλήγει σέ ἕνα πολύ σπουδαῖο παράγγελμα τοῦ Κυρίου, τό ὁ­ποῖο ἔχει σχέση μέ τόν προορισμό μας, μέ τή σωτηρία μας. Θά ἤθελα νά πα­ρα­κα­λέσουμε τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά μᾶς φω­τί­σει, ὥστε νά κατανοήσουμε αὐτά τά λό­για καί νά τά φυλάξουμε μέσα στή σκέ­ψη μας καί στήν καρδιά μας γιά νά εἶναι τρο­φή, πνοή, φῶς τῆς ζωῆς μας.
  Λέγει, λοιπόν, ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· Γί­νεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πα­τὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί. ῾Ο λόγος αὐτός συγγενεύει μέ τόν λόγο «῎Εσεσθε οὖν ὑ­μεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρανοῖς τέλειός ἐστί» (Μθ 5,48). Καί ἔχει τό ἴδιο νό­ημα μέ τό «ἅγιοι γί­νε­σθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέ 1,16). Τά λόγια αὐτά τοῦ Θεοῦ μας, τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐ­πιση­μαί­νουν τόν προορισμό μας. Δεί­χνουν τόν στόχο μας, τό τέρμα τῆς ζωῆς μας, τῶν προσπαθειῶν μας καί τῶν ἀ­γώ­νων μας σ᾿ αὐτή τή ζωή, σ᾿ αὐτόν τόν κό­σμο. Καί ὅ­μως τί κρίμα, τί ἀδικία γιά τόν ἑαυτό μας, νά μελετοῦμε τόσα καί τόσα ἄλλα δευτε­ρεύοντα, τρι­τεύοντα, ἀ­σή­μαν­τα πράγμα­τα καί πολλά ὀλέθρια καί καταστρεπτικά καί νά μήν εἶναι τό πρῶ­το μέλημά μας καί τό πρῶτο θέμα μας τό θέμα αὐτό· ποιός εἶναι ὁ προ­ο­ρι­σμός μου, γιατί ὑπάρχω στή ζωή αὐτή;
  Σ᾿ αὐτό τό ἐρώτημα ἀπαντάει ὁ Κύ­ριός μας, ἀπαντάει τό Πνεῦμα τό ἅγιο μέ τά τρία αὐτά χωρία τά ὁποῖα ἀνέ­φε­ρα. Τό ἕνα λέγει· «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι». Νά γίνουμε ἅγιοι, ὅπως καί ὁ Θεός εἶναι ἅγιος. Μά τί εἶναι αὐτό πού ἀκούω; Νά γίνω ἐγώ ἅγιος σάν τόν ἅγιο Κυριακό, πού γιορτάζει σήμερα, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν φωτιστή τῆς με­γά­λης Ἀρμενίας, πού γιορτάζει αὔριο; Πῶς εἶναι δυ­νατόν; Εἶναι εὔκολο τό πράγμα αὐτό; Πολύ εὔκολο! Μπορεῖ νά βάλω στή σκέ­ψη μου νά γίνω κάτι καί νά μή γίνω. Οἱ νέοι μας, οἱ νέοι πού μέ ἀκοῦν, μπορεῖ νά σκέπτονται νά γίνουν κάτι, ἀλλά νά μήν τό κατορ­θώ­σουν. Γιατί; Γιατί τό νά γίνουν αὐτό πού θέ­λουν δέν ἐξαρτᾶ­ται μόνο ἀπό τήν ἐ­πι­θυμία τους. Πρέπει νά ὑπάρχουν καί οἱ προ­ϋποθέσεις. Ἀλλά γιά νά γίνω ἅγιος, φθά­νει νά τό θέλω, καί μπορῶ. Γιατί; Διότι τό θέλει ὁ Θεός. Τό νά γίνω ἅγιος ἐξαρ­τᾶται ἀπό δυό πα­ρά­γοντες: ἀπό τόν ἑ­αυ­τό μου καί ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός τό θ­έλει, τό προστάζει καί μάλιστα μᾶς ἔδω­σε τίς δυνατότητες. Μᾶς ἔδωσε τό κατ᾿ εἰ­κό­να, πού ἄν τό καλλιεργήσουμε φθά­νουμε στό καθ᾿ ὁ­μοίωσιν. Μᾶς ἔδωσε πρότυπο τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ὁ Θεός ἔ­γινε ἄν­θρω­πος καί συνέδεσε τή ζωή του μέ τή ζωή μας, τήν ἱστορία του μέ τήν ἱ­στορία μας γιά νά μᾶς βοηθήσει νά συν­δέσουμε κι ἐ­μεῖς τή ζωή μας μέ τή ζωή του καί τήν ἱ­στορία μας μέ τήν ἱστορία του. Νά πῶς μποροῦ­με νά γί­νου­με ἅγιοι. Ἅγιος εἶναι ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ Θεοῦ.
  Ἀκόμη λέγει· «῎Εσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πα­τὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστι». Τέ­λειος, δη­λαδή νά μή μοῦ λείπει τίποτε, νά μήν ἔχω ἐπι­κίνδυνα καί ξένα στοιχεῖα στόν ἑαυτό μου, νά ἔχω θεῖα πράγματα. Κι ἐδῶ εἶναι πού μπερδευ­ό­μαστε, κι ἐδῶ εἶναι πού μπλο­κάρουμε καί ἀνα­τρε­πόμαστε καί παθαίνουμε τή μεγάλη κατα­στρο­φή. Διώχνου­με τά θεϊκά στοιχεῖα ἀπό τή σκέψη καί τήν καρδιά μας καί μπαίνει μέσα μας ὁ κόσμος καί ὅλα τά κο­σμικά. Μπερδευόμαστε, ζαλιζόμαστε, θολώνει ἡ σκέψη, ἀναστατώνεται ἡ καρδιά μας καί κατα­στρε­φόμαστε πέρα γιά πέρα.
  Τό νά γίνω ἅγιος, ἴσως δέν τό καταλαβαίνουμε. Τό νά γίνω τέ­λειος, ἴσως μᾶς φαίνεται ἀκατόρθωτο. Τό τε­λευ­ταῖο ὅμως πού ἀκούσαμε σήμερα εἶ­ναι πολύ πρακτικό καί πολύ κατανοητό· «γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πα­τὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί», πού σημαίνει νά εἴμαστε σπλαγχνικοί, νά ἔχουμε ἀ­γά­πη. Νά τό πρῶτο σκαλί στόν ἀγώνα μας καί στήν προσπάθειά μας: ἡ ἀ­γά­πη. Καλ­λιεργώντας μέ τήν ἀγάπη τόν ἑαυτό μας, καλλιεργοῦμε καί τήν ἁγιότητα καί τήν τελειότητα.
  Ἀδέλφια μου, ὁ ἄνθρωπος ζῆ γιά νά ἐπιτύχει τήν ἁγιοσύνη του, τήν τελειότητά του, τήν οἰκτιρμοσύνη. Αὐτός εἶναι ὁ προορισμός μας. ῞Ολα τά ἄλλα πού κάνουμε στόν κόσμο αὐτό -σπουδές, προσπάθειες, ἐπιχειρήσεις- εἶναι ἀναγκαῖα βέβαια γιά τή ζωή μας, νά ἐξοικονομήσουμε τά πρός τό ζῆν, καί τά εὐλογεῖ ὁ Θεός καί μέ τή βο­ήθεια τοῦ Θεοῦ μποροῦμε νά τά πραγματοποιήσουμε. Ἀλλά ὅλα αὐτά δέν ἔχουν κανένα νόημα καί εἶναι ἐπικίνδυνα γιά τή σωτηρία μας, ἄν δέν βάλουμε μπροστά μας τόν πρῶτο καί κύριο στόχο τῆς ζωῆς μας, αὐτόν πού ταυτίζεται μέ τόν προο­ρι­σμό μας. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλες τίς προϋποθέσεις. Λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι μᾶς ἔδωσε τόν «ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος» (Β´ Κο 1,22). Εἶναι τό χρίσμα πού πήραμε. Τί με­γά­λη δύναμη, τί σπουδαία προϋπόθεση! Μποροῦμε, λοιπόν, ἐκμεταλλευόμενοι τόν ἀρ­ραβώνα τοῦ Πνεύματος, τό χρίσμα, ὅλες τίς εὐλογίες, πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, νά γίνουμε σπλαγ­χνικοί, νά γίνουμε οἰκτίρμονες, νά γίνουμε τέλειοι καί ἅγιοι, νά ἐκ­πλη­ρώσουμε τόν προορισμό μας καί νά φθάσουμε ἐκεῖ πού μᾶς ἔταξε ὁ Θεός, πού μᾶς θέλει ὁ Θεός, πού μᾶς περιμένει ὁ Θεός: στήν ἔνδοξη καί εὐλογημένη βασιλεία του. Ἀμήν.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυριακή 29-9-2002, Φίλυρο

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως

Οἱ τρεῖς θρόνοι

  stauros Σήμερα, Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσφέρει δύο ἀναγνώσματα ἀπό τήν Καινή Δια­θή­κη γιά τή μελέτη μας στό σχολεῖο τοῦ Χρι­στοῦ. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα εἶ­ναι ἀπό τήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή (4,14-5,6), ὅπως σχεδόν ὅλα τά ἀπο­στο­λικά ἀναγνώσματα τῆς Μεγάλης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, καί τό εὐ­αγγελικό ἀνάγνωσμα εἶναι ἀπό τό κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιον (8,34-9,1).
   Ἀπό τά ἀναγνώσματα αὐτά διαλέγω δύο σημεῖα νά μελετήσουμε καί παρα­κα­λῶ τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά μᾶς φωτίσει νά κατανοήσουμε τίς θεῖες ἀλήθειες πού μᾶς ἀποκαλύπτει στή Γραφή, διότι τά λό­για αὐτά εἶναι ἡ τροφή μας, τό ὀξυγόνο μας, ἡ πυξίδα μας στήν πορεία, τό κρι­τή­ριο στίς συναλλαγές μας.
   Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στήν περικοπή πού ἀκούσαμε σήμερα γιά ἕνα θρόνο, τόν θρόνο τῆς χάριτος. Καί ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ σταυρός τοῦ Χρι­στοῦ, πού εἶναι ματωμένος μέ τό αἷμα πού ἔχυσε γιά τή σωτηρία μας. Ἀλλά δέν εἶναι μόνο ματωμένος ὁ σταυρός αὐτός, εἶναι καί φωτισμένος μέ τό φῶς τῆς ἀ­να­στά­σε­ως. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶ­ναι αὐτή πού μᾶς βεβαιώνει, μᾶς πείθει ὅτι τό αἷμα του εἶναι λυτρωτικό, ὅτι μᾶς σώζει ἀπό τήν ἁμαρτία.
   Ὁ σταυρός μένει, ἀδέλφια μου, σή­με­ρα στημένος μπροστά μας ὡς θρόνος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς πα­ραγγέλλει νά προσέλθουμε σ᾽ αὐτόν τόν θρόνο μέ παρρησία, δηλαδή μέ θάρρος. Ὅμως πῶς νά τολμήσουμε; Εἴμαστε ἁ­μαρ­τωλοί, εἴμαστε ἀνάξιοι. Βεβαίως, ἀλ­λά μποροῦμε νά προσέλθουμε στόν σταυ­- ρό μέ παρρησία καί νά ζητήσουμε καί ἔλεος καί βοήθεια καί ὅ,τι χρειαζόμαστε. Διότι ὁ Χριστός μέ τό αἷμα του μᾶς ξε­πλένει καί ἔτσι παρά τή ντροπή πού δη­μιουργεῖ στή ζωή μας ἡ ἁμαρτία καί ἡ πτώ­ση, μᾶς δίνει θάρρος καί παρρησία.
   Ἀλλά γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τήν ἀξία αὐτοῦ τοῦ θρόνου τοῦ Χριστοῦ μας, τοῦ θρόνου τῆς χάριτος, χρειάζεται νά μελετήσουμε καί τούς ἄλλους δύο θρό­νους Του. Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ θρόνος τῆς κρίσεως ὅπου μία μέρα θά καθίσει ὁ Κύριος καί θά κάνει τήν παγκόσμια δί­κη, θά κρίνει ὅ­λους τούς ἀνθρώπους. Θά ἀ­να­στηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού πέρα­σαν ἀπ᾽ αὐτή τή γῆ καί ἐνώπιον τοῦ θρό­­νου τῆς κρί­σε­ως θά δώσουμε λόγο γιά τίς πράξεις μας. Γι᾽ αὐτό εἶναι τρο­με­ρός ὁ θρόνος τῆς κρί­σεως. Καί μόνο νά τό σκέ­πτεται κανείς φρικιᾶ. Πῶς νά ἐμ­φα­νισθεῖ σ᾽ αὐτό τό δι­καστήριο, στό ὁ­ποῖ­ο δικα­στής εἶναι ὁ δι­καιοκρίτης Θεός πού τά ξέρει ὅλα; Ξέρει τίς πράξεις μας τίς φα­νε­ρές καί τίς κρυ­φές, ξέρει ἀκόμη καί τούς λογισμούς μας καί τίς τελευ­ταῖ­ες ἐ­πιθυ­μίες μας. Ὅ­λα τά γνωρί­ζει. Πῶς λοι­πόν νά ἐμφανισθοῦμε στόν θρόνο τῆς κρί­σε­ως; Ἄν πρῶτα πε­ράσουμε ἀπό τόν θρόνο τῆς χάριτος. Ἐκεῖ μέ τό αἷ­μα τοῦ Ἐσταυ­ρωμένου ὄχι μόνον οἱ δί­καιοι γίνονται δι­και­ό­τεροι, οἱ ἅγιοι ἁγιότεροι, ἀλλά καί οἱ ἁμαρτωλοί γί­νονται δί­καιοι καί ἅγιοι, ξεπλέ­νον­ται καί καθαρίζονται!
   Ἔτσι δέν ἔχουμε νά φοβηθοῦμε ἀπό τόν θρόνο τῆς κρί­σεως, ἀλλά μέ χαρά καί εὐφροσύνη καί ἀλαλαγμό, δο­ξολογώντας καί ὑμνολογώντας τόν Κύριο θά φθά­σουμε στόν τρίτο θρόνο, στόν θρόνο τῆς δόξης. Στήν Ἀποκά­λυψη λέγει· «ὁ νικῶν δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾽ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου ὡς κἀγώ... ἐκάθησα μετὰ τοῦ πατρός μου» (3,21), αὐτός πού θά νικήσει θά καθίσει μαζί μου στόν θρόνο. Ὅποιος περάσει ἀπό τόν θρόνο τῆς χάριτος καί πάρει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, φθάνει στόν θρόνο τῆς κρίσεως ἀκίνδυνα καί καταλήγει στόν θρόνο τῆς δόξης.
   Εἴμαστε βέβαιοι γι᾽ αὐτό, διότι ὁ Κύριος ἑνώθηκε μέ τήν ἀν­θρώπινη φύση, τήν ἁγίασε, τή θέωσε, τή δόξασε καί τήν πῆρε μαζί του καί τήν κάθισε στόν θρόνο τῆς δόξης. Ἄν μείνουμε μέχρι τέλους πιστοί στόν Χριστό, ἄν ἀξιο­ποιή­σουμε τό αἷμα του μέ τήν εἰλικρινῆ Ἐξομολόγηση, μέ τή συνεχῆ μετάνοια καί μέ τή θεία Κοινωνία, τότε ἀνήκουμε κι ἐμεῖς στό πρόσλημμα, τό ἅγιο, τό ἔνδοξο, πού θά θρονιάσει στόν θρόνο τοῦ οὐρανοῦ, στή βασιλεία μαζί μέ τόν Χριστό μας.
   Γι᾽ αὐτό στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα λέγει ὁ Κύριος· «ὅποιος ὁμολογήσει ἐμένα καί τό εὐαγγέλιό μου... Ὅποιος ντραπεῖ ἐμένα καί τό εὐαγγέλιό μου...». Δέν λέγει μόνο «ὅ­ποιος ὁμολογήσει ἐμένα θά καθίσει μαζί μου στόν θρόνο», ἀλλά «καί τό εὐαγ­γέλιό μου», καί ἐπίσης «ὅποιος ντραπεῖ ἐμένα καί τό εὐαγγέλιό μου, θά χαθεῖ στήν κόλαση». Δέν φθάνει νά πεῖ μόνον «ἐμένα», ἀλλά λέγει καί «τό εὐαγγέλιό μου»; Τό εὐαγγέλιο δέν εἶ­ναι μόνο τό βιβλίο πού διαβάζουμε. Τό εὐαγγέλιο εἶναι ὁ σταυρός καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκ­κλησίας. Ζώντας αὐτή τή ζωή οἱ πιστοί διακηρύττουν τόν θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ὅπως λέει ὁ ὕμνος: «Τὸν θάνατόν σου καταγγέλομεν, Κύριε, καὶ τὴν ἀνάστασίν σου ὁμολογοῦμεν».
   Ἔτσι, λοιπόν, ἀδέλφια μου, ἄν μέ ἀγάπη πρός τόν Χριστό, πού τή δείχνουμε μέ τήν ἀγάπη μας πρός τήν Ἐκκλησία καί μέ τήν ὑπακοή μας στό θέλημά του, πού τό δια­βά­ζουμε στό εὐαγγέλιο, ἄν μέ ἀγάπη καί μέ μετάνοια ἀξιοποιήσουμε τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τή χάρη πού ρέει ἀπό τόν θρόνο τῆς χάριτος, θά περάσουμε σωτήρια ἀπό τόν θρόνο τῆς κρίσεως καί θά φθάσουμε ἔνδοξοι νά στεφανωθοῦμε καί νά εἴμαστε αἰώνια μαζί του στόν θρόνο τῆς δόξης.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυριακή 22-3-09, Φίλυρο

Κυρ. ΣΤ΄ Ματθαίου Μθ 9,1-8

Ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς καί τό ἔργο του;
pralytoskapernaoum  Στήν εὐαγγελική περικοπή (Μθ 9,1-8) πού ἀκούσαμε σήμερα ὁ Κύριός μας παρουσιάζει ποιός εἶναι καί ποιό εἶναι τό ἔργο του, ἡ ἀποστολή του στόν κόσμο.
  Στό πρῶτο ἐρώτημα ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως ἐμεῖς, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ἀναμάρτητος, ὅπως τό κηρύττει ἡ ἁγία Γραφή. Δέν εἶναι ὅμως μόνο ἄνθρωπος, εἶναι καί Θεός, Θεάνθρωπος. Εἶναι, ὅπως λέει ἡ Ἐκκλησία μας σέ ἕνα τροπάριο, «ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον, Θεὸς τὸ κρυπτόμενον».
  Ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἄνθρωπος τό βλέπουν, τό γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι. Ὅτι εἶναι Θεός πῶς φαίνεται, πῶς ἀποδεικνύεται; Στή σημερινή περικοπή βρίσκουμε ἀποδείξεις, διαπιστευτήρια.
  Πρῶτα-πρῶτα ἀπόδειξη τῆς θεότητας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὅτι εἶναι καρδιογνώστης. Τήν ὥρα πού κάνει τή θεραπεία, οἱ γραμματεῖς μέσα στήν καρδιά τους σκέπτονται κάτι. Καί αὐτό τό γνωρίζει ὁ Κύριος καί τό ἀποκαλύπτει· «Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;». Καρδιογνώστης εἶναι μόνον ὁ Θεός, αὐτός «ἐτάζει νεφροὺς καὶ καρδίας» ὅπως τό λέγει ὁ προφήτης Ἠσαΐας καί τό ἐπαναλαμβάνει καί ἡ Ἀποκάλυψη. Καί μόνο μέ τό στοιχεῖο αὐτό θά μποροῦσαν νά καταλάβουν ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἀνάμεσά τους, ὅτι εἶναι ὄντως ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, θεάνθρωπος.
  Ἄλλη ἀπόδειξη εἶναι ἡ θεραπεία. Φέρνουν στόν Ἰησοῦ ἕναν ἄνθρωπο παράλυτο. Καί ὅπως λέγει ὁ Μᾶρκος «ἀπεστέγασαν τὴν στέγην» (2,4) καί τόν κατέβασαν μέ σχοινιά, ὅπως κατεβάζουμε τό φέρετρο στό μνῆμα, μπροστά στόν Ἰησοῦ στό δωμάτιο πού κήρυττε. Καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς τήν πίστη αὐτῶν, τοῦ παραλυτικοῦ καί τῶν ἀνθρώπων πού τόν ἔφεραν, εἶπε στόν παραλυτικό: «θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Κύριε, δέν ἦλθε ὁ ἄνθρωπος νά ἐξομολογηθεῖ καί νά ζητήσει ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἦλθε γιά νά ζητήσει τή θεραπεία του. Ὁ Κύριος ὅμως ὡς ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων, πού τό βλέμμα του εἶναι ἀνώτερο ἀπό τίς ἀκτίνες ρέντγκεν, μπαίνει μέσα στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἐξετάζει καί διακρίνει τήν αἰτία τῆς παραλυσίας πού εἶναι ἡ ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτό λέγει «τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», κόβει τή ρίζα τοῦ κακοῦ.
  Οἱ φαρισαῖοι ὅμως καί οἱ γραμματεῖς ταράσσονται. Μόνον ὁ Θεός ἔχει δικαίωμα νά συγχωρήσει ἁμαρτίες, ἔτσι γράφει ἡ ἁγία Γραφή. Συνεπῶς ἕνα ἀπό τά δύο συμβαίνει: ἤ ὁ Χριστός εἶναι Θεός καί ἔχει δικαίωμα νά συγχωρήσει ἁμαρτίες ἤ, ἄν δέν εἶναι Θεός καί συγχωρεῖ ἁμαρτίες, εἶναι βλάσφημος. Ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾶ στόν λογισμό τῶν φαρισαίων· «τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;». Καί τά δύο εἶναι ἀδύνατα ἀνθρωπίνως, ἀλλά ὁ Ἰησοῦς λέγει στόν παραλυτικό· «ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου». Καί ἀμέσως ὁ παραλυτικός ἔγινε καλά.
  Οἱ ἄνθρωποι πού βλέπουν ὅτι μέ ἕνα του λόγο ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει τόν παραλυτικό, βεβαιώνονται ὅτι καί οἱ ἁμαρτίες του συγχωρήθηκαν. Ἄρα ἔχει δικαίωμα ὁ Ἰησοῦς νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί ἑπομένως δέν εἶναι βλάσφημος, εἶναι Θεός. Ἡ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, τό ὅτι εἶναι καρδιογνώστης καί ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ φανερώνουν πράγματι ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἶναι Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὁμοούσιος μέ τόν Θεό Πατέρα.
  Ποιό εἶναι ὅμως τό ἔργο του καί ἡ ἀποστολή του στόν κόσμο; Ὅπως τό λέει ὁ ἴδιος, τό τονίζουν οἱ ἀπόστολοι καί τό διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, ἀποστολή του εἶναι νά καταλύσει τά ἔργα τοῦ διαβόλου, νά σώσει τό ἀπολωλός, τόν ἄνθρωπο. Ἐμένα τόν ἁ-μαρτωλό, ἐσένα τόν συναμαρτωλό ἀλλά καί ὅλο τόν κόσμο νά μᾶς σώσει ἀπό τήν ἁμαρτία.
  Τό μεγαλύτερο κακό στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Χειρότερο ἀπό τή φτώχια καί τήν πείνα, μεγαλύτερο ἀπό τήν ἀρρώστια, τρομερότερο ἀπό τόν πόλεμο, ἀπό τόν σεισμό καί ἀπό τήν πυρκαγιά, πιό μεγάλο καί ἀπό τόν θάνατο. Διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰώνια καί ὅλα τά ἄλλα κακά ἔχουν πολλές φορές τή ρίζα καί τήν προέλευσή τους στήν ἁμαρτία. Καί ἀπό τήν ἁμαρτία δέν μπορεῖ κανένας νά σώσει τόν ἄνθρωπο, οὔτε ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τέχνη οὔτε οἱ φιλοσοφίες καί οἱ θρησκεῖες. Ὅλες οἱ προσπάθειες πού ἔγιναν ἀπέτυχαν. Μόνον ὁ Ἰησοῦς Χριστός μπορεῖ νά μᾶς σώσει ἀπό τήν ἁμαρτία.
  Καί ὁ τρόπος πού μᾶς σώζει; Πολύ καταπληκτικός. Δέν μᾶς σώζει μέ τή θεϊκή του παντοδυναμία, δηλαδή δέν βγάζει διαταγή νά σωθοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία, γιατί τότε θά παύαμε νά εἴμαστε ἐλεύθεροι ἄνθρωποι καί θά ἤμασταν ἀθῶα περιστέρια καί προ-βατάκια. Μᾶς σώζει μέ τή θυσία του, μέ τό αἷμα του. Ναί, «τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ... καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α´ Ἰω 1,7).
  Τό μήνυμα τῆς περικοπῆς εἶναι τόσο ἐπίκαιρο, τόσο δυνατό γιά μένα καί γιά σᾶς, γιά ὅλους μας. Ἀπό τό μεγαλύτερο κακό πού λέγεται ἁμαρτία μόνον ἡ Ἐκκλησία, πού διαχειρίζεται τήν αἰώνια ζωή, πού μᾶς προσφέρει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά μᾶς σώσει. Τό φάρμακο τῆς σωτηρίας ἕνα: τά δάκρυα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί τοῦ Χριστοῦ τό αἷμα.


Στ. Ν. Σάκκος
Κυριακή 30-7-1989, Μόναχο