Πλούσιος νεανίσκος

Ἀναζητώντας τήν εὐτυχία


Μιά πανανθρώπινη ἀγωνία

  Ἡ λέξη πού συμπυκνώνει στό νόημά της τόν μεγαλύτερο πόθο τοῦ ἀνθρώπου, τόν ποθεινότερο στόχο του, ἀλλά καί τό ἄπιαστο συνήθως ὄνειρό του, εἶναι ἡ λέξη εὐτυχία. Ποιό ὅμως εἶναι τό ἀκριβές περιεχόμενο αὐτῆς τῆς λέξεως, δέν μπόρεσε ὁ ἄνθρωπος νά τό καθορίσει κι ἴσως γι’ αὐτό δέν μπόρεσε ποτέ νά τήν βρεῖ μόνος του. Ἔτσι τό ἐρώτημα παραμένει πάντα ἀνοιχτό σ’ αὐτόν τόν κόσμο καί στούς ἀνθρώπους πού ζοῦν μακριά ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ.

  Τί εἶναι ἡ εὐτυχία καί ποῦ μπορῶ νά τήν βρῶ; Αὐτό ἦταν τό ἐρώτημα πού διετύπωσε ὁ πλούσιος νέος –τύπος ὅλων τῶν νέων ὅλων τῶν ἐποχῶν– στόν θεάνθρωπο Κύριο, ὅταν τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;». Ἡ ἐρώτηση φωτίζει τό πρόβλημα μοναδικά. Μέσα στήν ἔκφραση «αἰώνιος ζωή» δίνεται ἁπλᾶ τό πλῆρες καί ἀκριβές περιεχόμενο τῆς εὐτυχίας· μία ζωή, πού νά εἶναι ὄντως ζωή, καί νά εἶναι ἀτελείωτη. Τό σημαντικό ὅμως δέν εἶναι αὐτό· τό σημαντικό εἶναι ἡ ἀπάντηση πού δίνει ὁ Κύριος· «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι». Ἄν θέλεις, λοιπόν, νά εἶσαι τέλειος· νά τί σημαίνει εὐτυχία, γιά κεῖνον πού μᾶς ἔπλασε καί ξέρει καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον τίς ἀνάγκες μας· ἡ τελειότητα τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό θά πεῖ, ἡ ὁλοκλήρωσή του καί ἡ ἐκπλήρωση τοῦ ἀνώτερου προορισμοῦ του.

  Ξεκάθαρα φαίνεται ὅτι ἡ τελειότητα συνδέεται μέ τήν εὐτυχία. Κι ἄν ἀκόμη ἦταν δυνατόν νά δώσουμε μία ἄπειρη εὐτυχία στόν ἄνθρωπο, δέν θά 'ταν εὐτυχισμένος ἄν δέν ἦταν τέλειος. Γιατί δέν θά εἶχε δεκτικότητα νά δεχθεῖ τήν εὐτυχία· δέν θά εἶχε τρόπο νά τήν ἀπολαύσει. Γι’ αὐτό, ὅσο αὐξάνει ἡ τελειότητα τοῦ ἀνθρώπου, τόσο αὐξάνει καί ἡ δύναμη, ἡ δεκτικότητα νά ἀπολαμβάνει τήν εὐτυχία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει στήν τελειότητα, τότε ἔχει ὅλες τίς δυνατότητες καί ὅλες τίς συχνότητες νά ἐπικοινωνεῖ, νά ἐναρμονίζεται μέ τήν εὐτυχία, ἡ ἴδια δέ ἡ τελειότητά του γίνεται ἡ πηγή τῆς εὐτυχίας καί τῆς χαρᾶς του.

Ὄχι καλός ἀλλά πιστός

  Ἀλλά ἄς δοῦμε τά πράγματα ἀπό κοντά. Ἕνας πλούσιος νέος πλησιάζει τόν Ἰησοῦ καί ρωτᾶ μέ ἀγωνία: «τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω αἰώνια ζωή;». Εἶναι νέος καί ὅμως δέν χορταίνει μέ τά νιάτα του, εἶναι πλούσιος καί ὅμως δέν ἱκανοποιεῖται μέ τά πλούτη του, εἶναι καί ἀξιωματοῦχος, ἄρχοντας, ἀλλά δέν τόν ἀναπαύει τό ἀξίωμά του. Καί ὁ Διδάσκαλος δίνει τήν πρώτη ἀπάντηση· ἡ εὐτυχία βρίσκεται στήν ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν πού ἔδωσε ὁ Θεός μέ τόν Δεκάλογο. Στόν Νόμο εἶναι γραμμένο νά μή μοιχεύσεις, νά μή φονεύσεις, νά μή κλέψεις, νά μή ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου. Καί ὁ πλούσιος ἄρχοντας νέος, εὐχαριστημένος ἀπαντᾶ στόν Κύριο καί βεβαιώνει ὅτι ὅλα αὐτά τά φύλαξε καί μάλιστα «ἐκ νεότητός του», ἀπό παιδί ἀκόμη. Σπουδαῖος στ’ ἀλήθεια, συμπαθέστατος ὁ νέος αὐτός· γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἔρριξε ἕνα βλέμμα καί τόν συμπάθησε, τόν ἀγάπησε. Κι εἶναι πολύ συμπαθής καί ἀγαπητός αὐτός πού ἀπό τά νιάτα του, ἀπό τά παιδικά του χρόνια, φυλάγει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ.

  Ἐξομολογεῖται στόν Κύριο ὁ νέος: Κύριε, προσπάθησα νά ρυθμίσω τή ζωή μου σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Δέν μόλυνα τά χέρια μου μέ αἵματα ἀθώων ὑπάρξεων. Δέν πρόσβαλα τήν οἰκογενειακή τιμή τοῦ ἄλλου. Δέν ἀδίκησα. Δέν ἔκλεψα. Δέν πῆγα στά δικαστήρια νά ψευδορκήσω, νά ψευδομαρτυρήσω. Δέν ἀσέβησα στούς γονεῖς μου, ἀλλά τούς τίμησα καί τούς σεβάστηκα. Ἀλλά αὐτά ὅλα ἄραγε φθάνουν, γιά νά μοῦ δώσουν τό εἰσιτήριο γιά τήν αἰώνια ζωή; Μήπως ἔχω κάποια ἠθική ἔλλειψη; «Κύριε, τί ἔτι ὑστερῶ;». Ὅλες τίς ἐντολές τίς τηρεῖ ὁ νέος, ἀλλά δέν χορταίνει. Καταλαβαίνει ὅτι ἔχει νά κάνει κάτι ἀκόμη. Γιατί; Γιατί ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι εἶναι μόνο καλός ἄνθρωπος. Δέν φτάνει ὅμως νά εἶσαι μόνο καλός ἄνθρωπος, ὅπως γίνεται φανερό ἀπό ὅλη τή Γραφή καί κηρύσσεται καθαρά ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄν αὐτό μόνον ἔφτανε, γιατί ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο; Χρειάζεται νά εἶναι κανείς καλός ἄνθρωπος, ἀλλά τό τέλειο εἶναι ὁ σύνδεσμός μας μέ τόν Χριστό, κι αὐτό σημαίνει νά γίνουμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Νά εἴμαστε καλοί μέ τή συνείδηση, ἀλλά νά γίνουμε καί πιστοί μέ τό ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, μέ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τά μυστήριά του. Δέν ἦλθε ὁ Χριστός νά ἱδρύσει ἕνα καλοκομεῖο καί νά μαζέψει τούς καλούς ἀνθρώπους. Ἦλθε νά ἱδρύσει Ἐκκλησία, πού εἶναι τό σῶμα του, τό κράτος του, ἡ βασιλεία του. Καί ἐκεῖ νά συγκεντρώσει ὅλους ἐκείνους πού λαχταροῦν γιά εὐτυχία καί πού ἔχουν ἀνάγκη γιά τελειότητα καί γιά αἰώνια ζωή. Μ’ αὐτό τόν σύνδεσμό του μέ τόν ἀρχηγό, μέ τόν Χριστό μας, ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν αἰώνια ζωή.

Αὐταπάρνηση καί θυσία

  Πῶς ὅμως θά γίνει αὐτό; Γιατί δέν φτάνει νά ξέρεις ποῦ εἶναι ἡ εὐτυχία· πρέπει καί νά βρεῖς τόν δρόμο καί τό θάρρος, γιά νά τήν φθάσεις. Τό καθορίζει ὁ Κύριος μέ τή δεύτερη ἀπάντηση πού δίνει στόν νέο: «Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καί διάδος πτωχοῖς καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ καί δεῦρο ἀκολούθει μοι». Τό βάρος τῆς περικοπῆς πέφτει στό δεύτερο σκέλος τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, «ἀκολούθει μοι», πού ἀποτελεῖ καί τήν ἀπάντηση στή γεμάτη ἀγωνία ἀναζήτηση τοῦ νέου γιά τήν αἰώνια ζωή. Τό πρῶτο σκέλος «πώλησον τά ὑπάρχοντά σου καί δός πτωχοῖς», δέν εἶναι παρά ἡ προϋπόθεση καί ἡ προπαρασκευή γι’ αὐτό, στό ὁποῖο ὁ Χριστός καλεῖ τόν νέο. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς γίνεται τό λάθος· οἱ περισσότεροι μένουν σ’ αὐτή τή δευτερεύουσα πρόταση καί βλέπουν στήν περικοπή ἕνα κήρυγμα ἐλεημοσύνης καί ἔμπρακτης φιλανθρωπίας, ἤ ἀκόμη ἕνα κήρυγμα παρατάξεως τοῦ πλούτου καί καταδίκης τῶν πλουσίων. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ἄλλη. Αὐτό πού ζητᾶ ὁ Χριστός ἀπό τόν πλούσιο νέο εἶναι ἡ αὐταπάρνηση καί ἡ θυσία. Καί γνωρίζει σάν παντογνώστης ὅτι γιά αὐτήν τήν συγκεκριμένη ψυχή, πού ἔχει ἐκείνη τήν ὥρα μπροστά του, ἡ ἀπάρνηση τοῦ πλούτου εἶναι ἡ μεγαλύτερη θυσία πού μπορεῖ νά ἐπιτελέσει, ἡ φλογερώτερη ἀπόδειξη τῆς ἐπιθυμίας του γιά τελειότητα, γιά αἰωνιότητα. Γι’ αὐτό καί τοῦ λέει: «πήγαινε καί πούλησε τά ὑπάρχοντά σου». Ἴσως ἄν εἶχε μπροστά του κάποιον ἄλλο, ἡ προτροπή θά ἦταν διαφορετική· θά εἶχε ὅμως πάντα γνώρισμα τήν αὐταπάρνηση, τό σταύρωμα τῶν ἐγωϊστικῶν ἐπιθυμιῶν. Ἐξ ἄλλου ὁ πλοῦτος αὐτός καθ' ἑαυτόν εἶναι πάντοτε μιά ἀπό τίς μεγάλες ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπου· στόν καθένα θά στοίχιζε μιά ὁλοκληρωτική παραίτηση ἀπό τήν περιουσία του. Δέν χρειάζεται μάλιστα κἄν νά πρόκειται γιά περιουσία· στόν καθένα θά στοίχιζε μιά ὁλοκληρωτική παραίτηση ἀπ’ αὐτά πού θεωρεῖ δικά του. Ὁ ἄνθρωπος δένεται μέ τά πράγματα, μέ τό περιβάλλον του, καί εἶναι πάντα πράξη θυσίας ἡ ὁποιαδήποτε ἀπάρνηση, νά μπορεῖς νά ἀρνηθεῖς αὐτό μέ τό ὁποῖο εἶσαι συνδεδεμένος. Στήν περίπτωση τοῦ πλουσίου νέου ὁ Κύριος μ’ ἕνα ἁπλό βλέμμα διασχίζει ὅλη τήν ὕπαρξή του καί φτάνει στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς του. Τόν συμπάθησε. Διακρίνει ὅμως μέσα του, μέσα στό κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του μιά φρικτή ἀρρώστια, διακρίνει τή φιλαργυρία. Αὐτή ἡ ἀρρώστια τόν κρατάει δεμένο καί δέν τόν ἀφήνει νά φτερουγίσει στήν ἀτμόσφαιρα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

  Ἀλλά δέν εἶναι μόνο παντογνώστης ὁ Κύριος, εἶναι καί ἰατρός. Δέν περιορίζεται σέ μιά ἁπλή διάγνωση. Δίνει καί τό κατάλληλο φάρμακο. Καί τό φάρμακο ἐναντίον τῆς ὀλέθριας ἀρρώστιας τῆς φιλαργυρίας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἐκείνη πού φτάνει μέχρι τοῦ σημείου νά θυσιάσει τά πάντα γιά τούς πάσχοντες ἀδελφούς. Φάρμακο πολύ δραστικό, πού θεραπεύει ὁριστικά τήν κατάσταση. Ἀλλά ὁ νέος τρέμει. Ὁ λόγος εἶναι τρομερός. Εἶναι πολύ πικρό τό φάρμακο γιά τίς φιλάργυρες ψυχές. Ὁ ἄρρωστος δέν θέλει νά πάρει ἀπό τόν Χριστό τό σωτήριο φάρμακο, νά θεραπευθεῖ καί νά σωθεῖ. Γι’ αὐτό ὁ νέος «ἀπῆλθε στυγνάζων».

Γιατί φεύγουν;

  «Στυγνάζοντες» φεύγουν καί σήμερα πολλοί μετά ἀπό μιά γνήσια ἐπαφή μέ τό εὐαγγέλιο καί τήν Ἐκκλησία. Ἄλλοι ὅμως φεύγουν χαίροντες. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν τή διάθεση νά ἐγκαταλείψουν ὅ,τι κακό καί ἄσχημο καί ἐπικίνδυνο κρατοῦν καί νά δεχθοῦν αὐτό πού προσφέρει ὁ Χριστός. Στυγνάζοντες φεύγουν ὅσοι θέλουν βέβαια τόν Χριστό, θέλουν τήν αἰώνια ζωή, ἀλλά ἐννοοῦν νά κρατήσουν καί κάτι δικό τους, κάτι πού ἀγάπησαν καί συνδέθηκαν μ’ αὐτό. «Στυγνάζων» ἔφυγε ὁ νέος καί φεύγουν κι ὅλοι ὅσοι δέν ἀντέχουν τήν αὐταπάρνηση. Ὄχι γιατί δέν τούς ἱκανοποιεῖ ἡ ἀπάντηση, ἀλλά γιατί δέν βρίσκουν τή δύναμη νά τήν πραγματώσουν· γιατί ἔχουν ἄρρωστη θέληση.

  Ἄρρωστοι, ἄλλοι λίγο κι ἄλλοι περισσότερο, εἴμαστε ὅλοι. Ἀρρώστιες εἶναι τά ψυχοφθόρα πάθη, πού μᾶς ἐμποδίζουν νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό, νά γίνουμε μαθητές του. Ὁ καθένας ἔχει κάποια ἔλλειψη, τήν ἀχίλλειο πτέρνα του, θά ἔλεγα, τήν ἀδύνατη πλευρά τοῦ χαρακτῆρος του. Ἀλλά ἡ πίστη μας εἶναι πίστη τῶν τελείων. Μᾶς δείχνει τίς κορυφές τῆς ἀρετῆς καί μᾶς λέει: - Ἐμπρός, βαδίζετε διαρκῶς πρός τά ἄνω, γίνεσθε τέλειοι! Κι αὐτός πού τολμᾶ ἀνεβαίνει.

  Μ’ αὐτές τίς ἀναλύσεις καταλήγουμε στίς ἑξῆς διαπιστώσεις: Φυσικά ἡ τελειότητα δέν περιορίζεται στά στενά πλαίσια τῆς ἐλεημοσύνης. Οὔτε μόνο στήν ἀγάπη. Βρίσκεται ὅμως στό «ἀκολούθει μοι», στή γεμάτη ὑποταγή μίμηση τοῦ Σωτῆρος. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι μία ἀπό τίς συνέπειες τῆς θυσίας, πού προϋποθέτει αὐτή ἡ μίμηση καί πού εἶναι πολύ εὐκολώτερη ἀπό αὐτήν. Ἄν δέν ἔχεις τή διάθεση νά πτωχεύσεις ἑκούσια, οὐδέποτε θά βρεῖς τόν δρόμο νά ἀκολουθήσεις τόν Χριστό. Καί ἡ ἄλλη πλευρά τοῦ θέματος, ἡ τελειότης δέν μετρᾶται μέ τό μέγεθος τῆς ἀνέχειας καί τῆς κακοπάθειας, ἀλλά μέ τήν ποιότητα καί τό ὕψος τῆς θυσίας. Ὅταν τό ζενίθ τῆς αὐταπαρνήσεώς σου βρίσκεται στήν ἀπάρνηση τοῦ πλούτου, εἶναι αὐτή πού θά σέ φέρει πιό κοντά στήν τελειότητα, γιατί σέ φέρνει πιό κοντά στόν Χριστό.

Στέργιος Ν. Σάκκος

Ἀπολύτρωσις 36 (1981) 145-146