|
|
| | | |
| |
| | | | Τώρα ὁ νεαρός ἐκεῖνος, ὥριμος πιά, ὅπως εἶπα, μέ τά μαλλιά του νά γκριζάρουν αἰσθητά, ἔμπαινε στήν κατασκήνωση τῆς πρώτης του νιότης ὡς στέλεχος. «Σάν νά μήν πέρασε οὔτε μιά μέρα!», ξανάπε. Κι ἔτσι ἦταν. Οἱ μόνοι πού ἔλειπαν ἀπ’ τό ὄμορφο αὐτό κάδρο -σωματικά βέβαια, ὄχι πνευματικά- ἦταν οἱ ταπεινοί καί πάντα γελαστοί, οὐρανοπολίτες τώρα, κ. Βαγγέλης καί κ. Ἀλέκος, ὁ φύλακας καί ὁ μάγειράς μας... | Κάτω ἀπό τόν μεγάλο πεῦκο, μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο, οἱ μαθητές τοῦ Λυκείου ἄρχιζαν τή γνωστή του βραδινή προσευχή: «Θεέ, τήν ὥρα τούτη στίς καρδιές πού θέ’ νά σοῦ μιλήσουν, φανερώσου...». Ἔψαλε κι αὐτός. Ἀκριβῶς ὅπως τότε. Πῶς πέρασαν τόσα χρόνια κατασκηνωτικῆς ζωῆς! Δέν τό κατάλαβε. Μόνον ὅταν μίλησε μέ τά παιδιά, τοῦ φάνηκαν λίγο περισσότερο προβληματισμένα ἀπ’ ὅ,τι ἦταν στήν ἐποχή του. Ἢ μᾶλλον πιό πληγωμένα. Ἴσως γιατί, ὅπως κι ἄν τό δεῖς, ἄγρια τά χρόνια πού τούς ἔλαχαν. Κι ὅμως ἦταν ἐκεῖ, στή χριστιανική κατασκήνωση. Μαζί μέ τόν Κύριο. Κόντρα σ’ ἕναν ὁλόκληρο κόσμο πού μισεῖ τήν ἁγιότητα. Καί μετά ἀκολούθησε τό Δημοτικό, οἱ φοιτητές καί τό Γυμνάσιο. Καί δέν πρέπει βέβαια νά λησμονηθεῖ ἡ περίοδος τῶν μεγάλων -ὀγδόντα ἄνδρες, ἐπιστήμονες καί ἐργαζόμενοι- πού προηγήθηκε ὅλων τῶν ἄλλων. Τοῦ φαινόταν ἀρκετά μεγάλο τό πλῆθος. Κι ὅμως παντοῦ, σ’ ὅλες τίς ἡλικίες, ζοῦσε ὁ πρωταγωνιστής μας τό ἴδιο πνεῦμα, τό ἴδιο φρόνημα, τήν ἴδια ἀγωνιστική δι-άθεση. Ἀκριβῶς ὅπως τότε. Πατέρας, ὁ Κύριός μας. Μητέρα, ἡ ἁγία του Ἐκκλησία, πού εἰκόνιζε ζωντανά μέ τίς καρδιακές εὐχές καί τό ἐνδιαφέρον του ὁ ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς, σεβ. μητροπολίτης Γρεβενῶν κ. Σέργιος. Λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἡ Βίβλος, ἡ ὁποία, μολονότι ὁ διδάσκαλός μας κ. Στ. Σάκκος ἔπρεπε τόν περισσότερο καιρό νά ἀπουσιάζει γιά λόγους ὑγείας, προσφερόταν ἀπό τούς μαθητές του τό ἴδιο αὐθεντικά. Καί τό γέλιο καί τά παιχνίδια καί τά ἀστεῖα καί τά τραγούδια μας καί οἱ ὕμνοι μας καί ἡ γιορτή μας γιά τήν πατρίδα, στήν ἴδια κατεύθυνση, μέ τό ἴδιο ἄρωμα. Δέν λέει ἡ Γραφή: «Μῦρον ἐκκενωθέν ὄνομά Σου» (Ἆσ 1,3);... |  | | Ἔρριξε μιά ματιά στό πανό τῆς φετινῆς ὀνομασίας, στό μπαλκόνι τοῦ ἀρχηγείου. Νάτο τό μυστικό: «Κράτει ὅ ἔχεις» (Ἀπ 3,11). Κράτα σφιχτά αὐτό πού ἔχεις, αὐτό πού σοῦ δόθηκε μέ τό βάπτισμά σου: Νά εἶσαι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό θέλει καί ἡ κατασκήνωσή μας: Νά εἶναι τοῦ Χριστοῦ, οἶκος του, οἰκογένειά του. Μ’ αὐτή τή συνείδηση ξεκίνησε, ἔτσι συνεχίζει κι αὐτό θέλει νά μοιράζει στά παιδιά της: τόν Χριστό, τήν ἐλπίδα μας... |  | | Ἔκλεισε πίσω του ἡ μεγάλη πύλη. Μιά ἀκόμη κατασκηνωτική χρονιά ἔφτασε στό τέλος της. «Καί τοῦ χρόνου κι ὅσα καλοκαίρια μοῦ δώσει ὁ Θεός, θά εἶμαι ἐδῶ», σκέφτηκε. Καί σάν νά τοῦ ξέφυγε ἀπ’ τά χείλη, «Ἀμήν!», εἶπε φωναχτά καί ἡ καρδιά του γέμισε εὐφροσύνη... 'I. | | προηγούμενη |
| |
| | | |
|