Χοῦς εἰμἰ...
Στά χέρια σου
ἀφήνω ὅλο τό χῶμα μου, Κύριε.
Τίποτα ἄλλο δέν μ᾿ ἀπέμεινε.
Τό σύναξα στή ματαιότητα
καί τήν ἀλλοφροσύνη,
σέ δρόμους ἀφώτιστους, ἀτέλειωτους·
στῆς ἐπιστήμης τά μονοπάτια
καί στοῦ ἐγώ τά ἀπατηλά παλάτια.
Πολύ τό χῶμα μου, Κύριε!
Πλάσ᾿ το στά χέρια σου
και ἀνάμειξέ το μέ τά δάκρυά μου,
πού κι αὐτά στά χέρια σου ἀφήνω.
Κάν᾿ το ποτήρι ἤ πιάτο,
γιά νά τρῶνε οἱ φτωχοί σου,
ἤ χωματένιο σου καντήλι
ἤ θυμιατήρι σου, ἄν θές,
ἤ κάποια πέτρα στούς τοίχους
ἤ πλάκα στό πάτωμα βάλ᾿ το τοῦ ναοῦ σου.
Πάρε τό χῶμα μου στά χέρια σου,
Πλάστη μου καί Θεέ μου·
δῶσ᾿ του πνοή, δῶσ᾿ του ζωή!
Χάρισε μιά Πεντηκοστή,
Ἀνάσταση καί ἀφθαρσία,
γιά νά πορεύομαι
χοϊκός ἀλλά μέ τό Πνεῦμα σου
μές στή δική σου Βασιλεία.
                                             Γ.Δ.