Κοινωνική πληγή
Τυχερά παιχνίδια
(Μιά αὐτοψυχογραφία τοῦ Ντοστογιέφσκι στόν «Παίχτη»)
 
«Ζῶ μέσα σέ μιά ἀδιάκοπη ἀνησυχία, παίζοντας τό παιχνίδι καί περιμένοντας κάτι. Λογαριάζω, περνῶ ὁλόκληρες μέρες κοντά στό πράσινο τραπέζι, γιά νά παρακολουθῶ τό παιχνίδι. τό βλέπω ἀκόμα καί στόν ὕπνο μου κι ὅμως αἰσθάνομαι σά νά ᾿χω πάθει ἀγκύλωση, σά νά ᾿χω βουλιάξει μές στό βοῦρκο... Μέ τί ταραχή, μέ τί ἀγωνία ἀκούω τόν γκρουμπιέρη νά φωνάζει... Μέ τί λαίμαργο βλέμμα κοιτάζω στό τραπέζι τοῦ παιχνιδιοῦ... ῞Οταν ἀκούω νά κουδουνίζουν τά νομίσματα, νιώθω σά νά μέ πιάνει λιποθυμία».
῎Ετσι περιγράφει ὁ Ντοστογιέφσκι στόν «Παίχτη» τό πάθος τῆς χαρτοπαιξίας πού τό φορτώθηκε περιπλανώμενος στό ἐξωτερικό. Πάμφτωχος, μέ χρέη συσσωρευμένα, ἄρρωστος, μέ στερήσεις πού τόν εἶχαν τσακίσει, παρουσιάζει καταπληκτικά τήν αὐτοπροσωπογραφία του.
῾Η ἐνασχόληση μέ τά τυχερά παιχνίδια, ὅταν εἶναι συνεχής, παρορμητική καί ἀνεξέλεγκτη, εἶναι παθολογική. ῾Η κυβομανία (cubomanie) χαρακτηρίζεται ἀπό τή νοσηρή κατάσταση κατά τήν ὁποία τά ἄτομα κατεχόμενα ἀπό ψυχική παρόρμηση ὠθοῦνται ἀκάθεκτα πρός τήν κυβεία (χαρτοπαίγνιο, χρηματιστήριο, τυχερά παιχνίδια, λαχεῖα, ἱππόδρομος). ᾿Από τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη ἀναφέρεται ἡ κυβεία. Οἱ ᾿Αθηναῖοι ἦταν μανιώδεις παῖχτες κύβων. ῾Η ἐφεύρεση ἀποδίδεται -ὅπως ἀναφέρει ὁ Σοφοκλῆς- στόν Παλαμίδη, ὁ ὁποῖος τό δίδαξε στούς ῞Ελληνες κατά τήν πολιορκία τῆς Τροίας. Στή Ριγκβέδα ἀναφέρεται ἡ κυβεία ὡς παιχνίδι τῶν ᾿Ινδῶν. ῾Ο ᾿Οράτιος σατυρίζει τούς νέους τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι ἀντί νά ἐπιδίδονται στόν ἀθλητισμό, στό κυνήγι καί σέ ἄλλες σωματικές ἀσκήσεις, σπαταλοῦσαν τό χρόνο τους στήν κυβεία, ριψοκινδυνεύοντας τήν περιουσία τους.
῾Η συχνότητα τῶν παθολογικῶν τζογαδόρων στόν γενικό πληθυσμό ὑπολογίζεται στό 3% καί ἀπ᾿ αὐτούς τό 30% εἶναι γυναῖκες.
῾Η παθολογική αὐτή συνήθεια παίρνει συνεχῶς μεγαλύτερες διαστάσεις στήν ῾Ελλάδα. Τήν ἔχουμε ἀναγάγει σέ «ἐθνικό μας σπόρ» καί κατέχουμε παγκοσμίως μιά ἀπό τίς πρῶτες θέσεις.
Δέν εἶναι ἀνάγκη νά κάνει κανείς τόν κόπο νά μεταβεῖ στό καζίνο γιά νά παίξει. Τά τυχερά παιχνίδια ὑπάρχουν σέ κάθε γειτονιά μέ τά «φρουτάκια». Μπῆκαν σέ κάθε σπίτι μέ τόν «ἠλεκτρονικό τζόγο». ᾿Από τόν ἠλεκτρονικό ὑπολογιστή μέ πιστωτική κάρτα μπορεῖ κάποιος καθισμένος στό σπίτι του, χωρίς νά κάνει τόν κόπο νά μετακινηθεῖ, νά παίξει.
῾Ο Ντοστογιέφσκι, ἀντικαθρεπτίζοντας καί τά πιό ἀπρόσιτα βάθη τῆς ψυχῆς του, εἰλικρινής -ὅπως καί σ᾿ ὅλα τά ἔργα του- δίνει τήν ψυχογραφία τοῦ παίχτη. ᾿Αφήνει νά φανεῖ καθαρά ὅτι ἡ «ἐπιβαλλόμενη» σκέψη, ἡ ἀδυναμία διακοπῆς ἤ ἐλέγχου τῆς πράξεως, ἡ ὑπεραπασχόληση τοῦ νοῦ, ἡ ψυχαναγκαστική ἐμμονή, δηλώνει παθολογική ψυχική διαταραχή.
«Κάποτε ἡ πιό ἀλλόκοτη σκέψη, ἡ πιό ἰδιότροπη φαινομενικά, μᾶς κυριεύει μέ μιά τέτοια δύναμη, πού στό τέλος πιστεύουμε πώς εἶναι πραγματοποιήσιμη... Κι ἀκόμη περισσότερο, ἄν ἡ σκέψη εἶναι δεμένη μ᾿ ἕνα βίαιο πόθο γεμάτο πάθος, κάποτε τή νομίζουμε τέλος πάντων σάν κάτι τό μοιραῖο, ἀναπόφευκτο, προγραμματισμένο. ῾Υπάρχει, ἄραγε, σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση κάτι ἀκαθόριστο, ἕνας συνδυασμός ἀπό προαισθήσεις, μιά ἀσυνήθιστη δύναμη θελήσεως, μιά δηλητηρίαση τῆς ἴδιας τῆς φαντασίας μας;».
῾Η ἀπομόνωση τοῦ παίχτη ἀπό τό περιβάλλον του εἶναι ἐμφανής.
«Γύρω ἀπ᾿ τό τραπέζι μένουν παῖχτες ἀκράτητα παραδομένοι στό παιχνίδι, δέν ἐνδιαφέρονται γιά τίποτ᾿ ἄλλο καί δέν παρατηροῦν τίποτα ἀπ᾿ ὅσα συμβαίνουν τριγύρω τους. Παίζουν ἀπ᾿ τό πρωί ὥς τό βράδυ καί θά ᾿ταν ἕτοιμοι ἀναμφίβολα νά συνεχίσουν ὥς τήν αὐγή...». ῾Ο παίχτης ἀπωθεῖ τά πάντα. Ξεχνᾶ τήν οἰκογένειά του, τούς φίλους του, τή δουλειά του, τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Περιορίζει τούς κοινωνικούς ὁρίζοντες καί ἑστιάζει μονοδιάστατα στό πάθος του. Σ᾿ ἕνα διάλογο πού κάνει ὁ «Παίχτης» μέ τόν κύριο ῎Αστλεϋ ἀκοῦμε δριμύτατο τό κατηγορητήριο τοῦ δευτέρου· «῎Εχετε πάθει ἀγκύλωση... ῎Οχι μονάχα ἀπαρνηθήκατε τή ζωή, τά προσωπικά σας καί τά κοινωνικά συμφέροντα, τά καθήκοντα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ πολίτη, τούς φίλους σας, ὄχι μονάχα ἀπαρνηθήκατε κάθε ἄλλο σκοπό ἐκτός ἀπ᾿ τό παιχνίδι, ἀλλά ἀπαρνηθήκατε ἀκόμα καί τίς ἀναμνήσεις σας... Τά ὄνειρά σας, οἱ πόθοι πού γεμίζουν τήν καρδιά σας τώρα δέν ξεπερνᾶνε τά μονά καί ζυγά...».
Καί ὁ «Παίχτης» ὁμολογεῖ· «Δέν ἤξερα τίποτα· ὅλον αὐτό τόν καιρό δέν διάβασα σχεδόν καθόλου ἐφημερίδες καί δέν ἄνοιξα μάλιστα οὔτ᾿ ἕνα βιβλίο».
Στό παιχνίδι ὁ παίχτης ἀγκιστρώνεται, πιστεύει πώς εἶναι ὁ εἰδικός, μπαίνει στόν φαῦλο κύκλο τοῦ ἀλκοολικοῦ ἤ τοῦ ναρκομανοῦς.
«Θά ᾿πρεπε νά ᾿μουνα πάρα πολύ ἀφηρημένος. Τά μηλίγγια μου ἦταν μούσκεμα στόν ἱδρώτα, τά χέρια μου τρέμανε... ῎Ηθελα νά καταπλήξω τούς θεατές μέ τήν τρελή μου τόλμη... Τί παράξενο συναίσθημα... ῎Ισως αὐτά τά πολλά συναισθήματα ὄχι μόνον δέν χορταίνουν τήν ψυχή, ἀλλά ἀντίθετα τήν ἐρεθίζουν, κι αὐτή ἀποζητᾶ καινούργια συναισθήματα, ὅλο καί περισσότερο πλατιά, μέχρι πού νά ἐξαντληθεῖ ὁλοκληρωτικά...».
῾Η παθολογική συνήθεια τῶν τυχερῶν παιχνιδιῶν εἶναι ψυχιατρική διαταραχή καί ὡς τέτοια ἀπαιτεῖ τήν ἀντιμετώπισή της μέ ψυχοθεραπεία ἤ καί ψυχοφάρμακα. Στήν Εὐρώπη καί ἰδίως στήν ᾿Αμερική λειτουργοῦν κέντρα «ἀποτοξίνωσης» παιχτῶν ὅπως καί ἀλκοολικῶν. ῞Ομως ὁ Ντοστογιέφσκι κι ἐδῶ ἀφήνει τό Φῶς νά φωτίσει τήν ταλαίπωρη ψυχή του καί τίς ψυχές ὅλων πού φορτωμένοι μέ τό πάθος τοῦ «παίχτη» ταλαιπωροῦνται καί ταλαιπωροῦν τούς γύρω τους.
Οἱ χαρακτηρισμοί πού τοῦ ἀποδίδονται -τοῦ «κατεστραμμένου ἀνθρώπου», τοῦ «ναυαγίου», τοῦ «ἀνθρώπου μέ μιά ζωή τελειωμένη», τοῦ «δυστυχισμένου» καί τοῦ «ἀναξίου»- δέν τόν ἀπελπίζουν. Τόν φέρνουν «εἰς ἑαυτόν», τόν ὁδηγοῦν σέ ἐπίγνωση.
«῞Οσον ἀφορᾶ στό ἄτομό μου, δέν λέω τίποτα... Πρέπει νά γίνω ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, πρέπει ν᾿ ἀναστηθῶ... ᾿Εγώ εἶμαι ὁ αἴτιος γιά τήν καταστροφή μου».
Δέν μπορεῖ νά ἐμπιστευθεῖ πλέον τόν ἑαυτό του. Τόν οἰκτίρει γιά τήν «ἐμπιστοσύνη» καί τήν «ἀκλόνητη ἐλπίδα», πού μέχρι τώρα ἔτρεφαν τό «εἶναι» του. «῎Ω, οἱ ἄνθρωποι πού ᾿ναι εὐχαριστημένοι ἀπ᾿ τόν ἑαυτό τους!», ἀναφωνεῖ εἰρωνικά ὁ ἴδιος, προσβάλλοντας τήν κατάστασή του.
᾿Απορρίπτει γιά τή διόρθωσή του κάθε εἴδους ἠθικολογία. Προχωρεῖ στήν ἀκέραιη καί μοναδική λύση τοῦ πάθους του· τή μετάνοια. Συνήθως ἀποκλίσεις μέ ἀκραῖες καταλήξεις ὁδηγοῦν σέ συνειδητοποίηση τοῦ ἀδιεξόδου καί ἀπέλπιδες πράξεις (αὐτοκτονίες, ἐπίδοση σέ ἄλλου εἴδους ἀθέμιτες ἐνέργειες).
Στόν «παίχτη» ἡ ἐλπίδα διαφαίνεται νά ἀνθίζει ἀπό μηδενική βάση. ᾿Από τό ἄδειασμα τοῦ ἑαυτοῦ του. Τό πάθος τόν εἶχε ὁλότελα ἀπονεκρώσει. ῾Η μετάνοια τόν ὁδηγεῖ σέ καινούργια ζωή, γιά νά νικήσει τόν ἑαυτό του.
Τό πάθος τόν ὁδήγησε σέ ψυχική ἀνισορροπία καί δέσποσε κυριαρχικά πάνω του μέ αἰσθήματα ἀγωνίας καί θλίψεως. ῾Η ἀφύπνισή του θυμίζει τήν ἔξοδο τοῦ Ντοστογιέφσκι ἀπό τά κάτεργα τῆς Σιβηρίας, ὅπως παρουσιάζεται στό βιβλίο του «᾿Αναμνήσεις ἀπό τό σπίτι τῶν πεθαμένων»· «᾿Ελευθερία, καινούργια ζωή, ἀνάσταση ἐκ νεκρῶν». Αὐτή ἡ λύτρωση ἀπό  τά πάθη, ὅπως λέει ὁ Ντοστογιέφσκι μέ τό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ στούς «᾿Αδελφούς Καραμαζώφ», «εἶναι ἡ ἠθική ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή δουλεία στήν ἐλευθερία καί στήν ἠθική τελείωση, ἡ χαραυγή γιά ἕνα νέο μέλλον, μιά ἀνάσταση σέ μιά νέα ζωή». «Τί εἶμαι ἐγώ τώρα; ῞Ενα μηδενικό. Τί μπορῶ νά γίνω αὔριο; Αὔριο, μπορῶ ν᾿ ἀναστηθῶ ἀπ᾿ τούς νεκρούς, ν᾿ ἀρχίσω μιά καινούργια ζωή! Μπορῶ ν᾿ ἀνακαλύψω μέσα μου τόν ἄνθρωπο, ὅσο ὑπάρχει ἀκόμα... Τί μ᾿ ἐμποδίζει, λοιπόν, νά ξαναγεννηθῶ;».
 
Γ. Δερετζῆ
Νευρολόγος