Μενού
 
   
   
 
Διήγημα
Ὕψιστη τιμή
 
Μόλις ἔνιωσα τί θά πεῖ ἐθνική ὑπερηφάνεια καί γέμισε ἡ καρδιά μέ ἐνθουσιασμό, ἀγάπησα μέ πάθος τόν ᾿Οκτώβριο. ῏Ηταν ὁ μήνας πού, ἀπό τήν ἀρχή του ὥς τό τέλος του, τά βήματά μου, τά βήματα ὅλων τῶν παιδιῶν τοῦ σχολείου μου ἀβίαστα καί αὐθόρμητα κινοῦνταν σέ ρυθμό ἐμβατηρίου. ᾿Ερχότανε πρῶτος ὁ Μακεδονικός ἀγώνας καί ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας μας, καί ἔκλεινε ὁ μήνας μέ ἐκεῖνο τό ἡρωικό «῎Οχι», πού στά παιδικά μας αὐτιά ἀντηχοῦσε σάν λέξη ἀπόκοσμη. Τό μήνα αὐτό ἀνακοινώνονταν καί τά ὀνόματα τῶν σημαιοφόρων καί τῶν παραστατῶν τοῦ σχολείου μας καί κανένας δέν ἔκρυβε τόν πόθο του νά εἶναι καί τό δικό του ὄνομα ἀνάμεσά τους.
Βρέθηκα στό γυμνάσιο μέ μιά λαχτάρα· Νά πιάσω τήν πρωτιά, γιά νά σηκώσω τή σημαία. ῎Οχι, δέν ἀγωνιζόμουν ἁπλῶς γιά τήν πρωτιά, ἀγωνιζόμουν γιά τή σημαία. Δίπλα μου, στό ἴδιο θρανίο ἡ ῎Αννα, ἡ παιδική μου φίλη, ἔκανε τά ἴδια ὄνειρα.
- Θά δεῖς, τῆς εἶπα κάποια μέρα, πού θά ἰσοβαθμήσουμε καί θά τή μοιραστοῦμε τή σημαία.
- Δέν θά σέ πείραζε; μέ ρώτησε καρφώνοντας τό βλέμμα της στό δικό μου.
- Θά ἦταν μεγάλη χαρά γιά μένα, ῎Αννα, τῆς εἶπα. Καί τό ἐννοοῦσα. ῎Ηξερα πόσο πολύ ἀγαποῦσε τήν πατρίδα ἡ φίλη μου καί πόσο καμάρωνε πού πέρσι ἤμασταν μαζί παραστάτριες.
῞Οσο καί νά φαίνεται ἀπίστευτο, ἡ ῎Αννα κι ἐγώ ἰσοβαθμήσαμε καί ἡ κλήρωση ἀνάμεσά μας ἔβγαλε ἐκείνην σημαιοφόρο τῆς 28ης ᾿Οκτωβρίου κι ἐμένα τῆς 25ης Μαρτίου. Πετούσαμε κι οἱ δυό στά σύννεφα ἀπό τή χαρά μας. ᾿Εκεῖνο τόν ᾿Οκτώβρη πιστεύω πώς θά τόν θυμόμαστε γιά πάντα, καί γιά τή χαρά καί τόν ἐνθουσιασμό πού ζούσαμε, μά καί γιά ἕναν ἄλλο λόγο πολύ πιό σοβαρό.
Κάποια ἀπό κεῖνες τίς ὄμορφες μέρες ἡ ῎Αννα ἦρθε πολύ χαρούμενη στό σχολεῖο καί γεμάτη συγκίνηση μοῦ εἶπε πώς σέ δύο μέρες θά ἔρχονταν οἱ γονεῖς της ἀπό τή Γερμανία. Εἶχε νά τούς δεῖ ἀπό τότε πού μπῆκε στό γυμνάσιο, δηλαδή δύο χρόνια καί κάτι. ῾Η ῎Αννα ἦταν σίγουρη πώς ἤθελαν νά καμαρώσουν τήν κόρη τους σημαιοφόρο καί γι᾿ αὐτό ἀποφάσισαν ἔτσι ἀπρόσμενα νά κατέβουν στήν ῾Ελλάδα.
῾Η χαρά τῆς ῎Αννας ὄχι ἁπλῶς δέν κράτησε πολύ, μά μετατράπηκε σέ θρῆνο καί ἀπελπισία. Τήν εἶδα τήν τρίτη μέρα νά ἔρχεται νά καθίσει δίπλα στό θρανίο μέ μάτια κατακόκκινα καί πρόσωπο χλωμό ὅσο ποτέ.
- Τί ἔγινε, ῎Αννα; τή ρώτησα γεμάτη ἀνησυχία. Συνέβη τίποτα; Μήπως ἄλλαξαν γνώμη οἱ γονεῖς σου καί δέν θά ἔρθουν;
- Οἱ γονεῖς μου εἶναι ἐδῶ, μοῦ ἀπάντησε, καί τά μάτια της ξαναγέμισαν δάκρυα. Μόνο πού δέν ξέρεις γιατί ξεκίνησαν καί ἦρθαν ἀπό τή Γερμανία... Σταμάτησε καί μέ κοίταξε στά μάτια. ᾿Εσύ θά εἶσαι σημαιοφόρος καί τήν 28η ᾿Οκτωβρίου, μοῦ εἶπε καί χαμήλωσε τό κεφάλι κοκκινίζοντας. Οἱ γονεῖς μου ἐκεῖ στή Γερμανία ἔγιναν μάρτυρες τοῦ ᾿Ιεχωβᾶ καί ἦρθαν γιά νά κάνουν αἴτηση ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἐγώ κι ὁ ἀδελφός μου ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί τίς ἐθνικές παρελάσεις.
- Μάρτυρες τοῦ ᾿Ιεχωβᾶ; ψέλλισα προσπαθώντας νά καταλάβω αὐτό πού μοῦ ἔλεγε.
- Ναί, κι εἶναι τόσο φανατισμένοι, πού ἔκαναν ὁλόκληρο ταξίδι, γιά νά καταθέσουν αὐτή τήν αἴτηση. Σήμερα θά ἔρθουν στό σχολεῖο, γιά νά τό ποῦν στόν διευθυντή. Τό μόνο πού μέ παρηγορεῖ εἶναι ὅτι τή σημαία θά τήν κρατήσεις ἐσύ.
- ῎Οχι, ῎Αννα, ὄχι! Δέν θά τ᾿ ἀφήσουμε ἔτσι, ἐπαναστάτησα μέ ὅλο τό εἶναι μου. Θά μιλήσουμε στόν διευθυντή. ᾿Εκεῖνοι μπορεῖ νά ἔγιναν μάρτυρες τοῦ ᾿Ιεχωβᾶ, ἐσύ ὅμως εἶσαι χριστιανή ὀρθόδοξη. Δέν ἔχουν τό δικαίωμα νά σοῦ τό ἐπιβάλουν.
- Εἶμαι ἀνήλικη, καί εἶναι οἱ γονεῖς μου. ῾Ο νόμος τούς κατοχυρώνει, εἶπε μέ πίκρα καί δέν μίλησε ἄλλο, γιατί μπῆκε στήν τάξη ὁ καθηγητής.
Δέν ἄκουσα λέξη ἀπ᾿ ὅσα ἔλεγε, ἄν καί ἦταν τό ἀγαπημένο μου μάθημα· «Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας». Τό μυαλό μου δούλευε συνεχῶς ψάχνοντας τρόπο καί λύση.
- ῾Ο παππούς κι ἡ γιαγιά τί λένε; τή ρώτησα σιγά.
- Δέ λένε, μοῦ ἀπάντησε. Κλαῖνε!
Δέν μποροῦσα νά περιμένω ὥς τό διάλειμμα. Ζήτησα ἄδεια καί βγῆκα ἔξω. ῎Ετρεξα στό μικρό τσαγκαράδικο, ὅπου ἤξερα ὅτι δούλευε ὁ παππούς της. Ξαφνιάστηκε πού μέ εἶδε, μά γρήγορα κατάλαβε τό σκοπό μου.
῎Εκλεισε τό μαγαζί καί ἦρθε μαζί μου στό σχολεῖο. ῞Οταν φτάσαμε, ἡ ῎Αννα ρίχτηκε στήν ἀγκαλιά του. Οἱ γονεῖς της ἤδη ἦταν μέσα καί συζητοῦσαν μέ τόν διευθυντή. ῾Ο παππούς χάιδεψε ἁπαλά τήν ῎Αννα καί μπῆκε ἀποφασισμένος στό γραφεῖο. Σταθήκαμε ἀπ᾿ ἔξω γεμάτες ἀγωνία. ῾Ο παππούς μιλοῦσε τόσο δυνατά, πού θέλαμε δέ θέλαμε ἀκούγαμε.
- ῞Ολα τά χρόνια ἐγώ εἶμαι ὁ κηδεμόνας τῶν παιδιῶν. ᾿Εγώ τά μεγαλώνω καί ἔχω καί τήν εὐθύνη τους. Τή δική μου τήν ὑπογραφή ἔχουν οἱ καρτέλες τους.
- Εἶναι παιδιά μου καί θά κάνουν ὅ,τι πῶ ἐγώ, πατέρα, κατάλαβέ το! ἀκούσαμε τόν πατέρα τῆς ῎Αννας νά λέει ὀργισμένος.
- Τότε πάρε τά παιδιά μαζί σου, εἶπε ὁ παππούς. ᾿Εγώ κι ἡ μάνα σου ἀρνιόμαστε νά τά ἔχουμε ὑπό τήν εὐθύνη μας μ᾿ αὐτούς τούς ὅρους. ᾿Εγώ εἶμαι χριστιανός ὀρθόδοξος κι ὅσοι ζοῦν μέσα στό σπίτι μου ἀπαιτῶ νά ζοῦν σάν χριστιανοί ὀρθόδοξοι. Γιαχωβάκια ἐγώ στό σπίτι μου δέ θέλω.
- Τό ξέρεις πολύ καλά, πατέρα, πώς αὐτή τή στιγμή εἶναι ἀδύνατο νά πάρω τά παιδιά μαζί μου, τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος.
- Δέν ἔχεις ἄλλη ἐπιλογή, γιέ μου, εἶπε μαλακότερα ὁ παππούς. ῎Η τ᾿ ἀφήνεις κάτω ἀπό τή δική μου ἐπιμέλεια ἤ τά παίρνεις.
- Λοιπόν, κύριε, τί θά κάνετε; ρώτησε ὁ διευθυντής, πού φάνηκε ὁλοκάθαρα ὅτι ἦταν μέ τό μέρος τοῦ παπποῦ.
- Θά τό ξανασκεφτοῦμε, ἀπάντησε ἐκνευρισμένος ὁ μπαμπάς τῆς ῎Αννας, καί μεῖς τρέξαμε νά ἐξαφανιστοῦμε μήν τυχόν μᾶς δοῦν ἔξω ἀπό τήν πόρτα.
Σέ μιά βδομάδα οἱ γονεῖς τῆς ῎Αννας ἔφυγαν, δίχως νά καταθέσουν τήν αἴτηση, κι ἡ ῎Αννα παρέλασε σηκώνοντας τή σημαία. Ποτέ ἴσως μαθητής δέν ἔγινε τόσο συνειδητοποιημένος σημαιοφόρος ὅσο ἔγινε ἡ ῎Αννα. Καί αὐτό δέν τό ἔδειχνε μόνο τό γεμάτο λεβεντιά καί περηφάνια πρόσωπό της τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς. Τό εἶδα καθαρά καί στή φωτογραφία τῆς παρέλασης πού ἔστειλε λίγες μέρες ἀργότερα στούς γονεῖς της, τό εἶδα στά λόγια πού τούς ἔγραψε· «Εἶναι μεγάλη τιμή γιά ἕναν ῞Ελληνα νά σηκώσει τή σημαία τῆς ῾Ελλάδας. Μά ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι, εἶναι μικρότερη ἀπό τό νά φέρει τό ὄνομα τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ. ᾿Εμένα μέ ἀξίωσε ὁ Θεός καί μέ τίς δύο αὐτές ὕψιστες τιμές. Θά προσεύχομαι μιά μέρα νά τό καταλάβετε».
Μέ τήν ῎Αννα ζοῦμε ἐδῶ καί χρόνια σέ διαφορετικά μέρη. Ξέρω ὅμως πώς στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ της ἔχει ἕναν ἱστό μέ τήν ἑλληνική σημαία ν᾿ ἀνεμίζει ὁλοχρονίς. Εἶναι γιά κείνη καί γιά μένα ἕνα σημάδι, πού μᾶς θυμίζει τίς δύο ὕψιστες τιμές πού μᾶς ἔκανε ὁ Θεός κάποιον εὐλογημένο ᾿Οκτώβριο.
 
Ἑλένη Ν. Βασιλείου
Θεολόγος-Λογοτέχνης