|
|
| | | |
| |
Μέσα στό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας, καθώς τό προγραμμάτισε ἡ ἄπειρη ἀγάπη καί ἡ «ἀνείκαστη» φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἔχει τή δική του θέση ὁ Σαραντισμός καί ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου. Ὅταν συμπλήρωσε σαράντα ἡμέρες τό βρέφος Ἰησοῦς, ὁ Ἰωσήφ μέ τή Μαρία ἔρχονται μαζί του στά Ἰεροσόλυμα (Λκ 2,22-38), γιά νά ἐκπληρώσουν τό διπλό καθῆκον πού ἐπέβαλλε ὁ νόμος τήν προσφορά περί τοῦ καθαρισμοῦ, αὐτῶν (Λε 12,2-4) καί τήν ἀφιέρωση τοῦ νεογέννητου πρωτότοκου ἀρσενικοῦ «τῷ Κυρίῳ» (Ἔξ 13, 2.12).
Βεβαίως ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς «ἱερά Παρθένος» καί «μήτηρ τοῦ Ἱεροῦ ὑψηλοτέρα» δέν εἶχε ἀνάγκη νά καθαρισθεῖ, ὅπως συνέβαινε μέ ὅλες τίς ἑβραῖες μητέρες. Τό δικό της παιδί εἶναι «ὁ καθαρώτατος Θεός», ὅπως μαρτυρεῖ ἕνα τροπάριο τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς. Γεννήθηκε «δίχα ρύπου», χωρίς τήν ἀκαθαρσία πού προσέδωσε στό ἀνθρώπινο γένος ἡ ἁμαρτία. Ἐπαναλαμβάνοντας τήν εὐαγγελική σημείωση ὅτι ἡ τελετή τοῦ καθαρισμοῦ ἔγινε «κατά τόν νόμον», οἱ ὑμνογράφοι τονίζουν μέ ἔμφαση ὅτι «ἐκ πληρῶν τά τοῦ νόμου» ὁ Ἰησοῦς «τοῖς νομικοῖς ὑποκύπτει θεσμοῖς» καί πειθαρχεῖ «τῇ νομικῇ διατάξει». Ἐνῶ εἶναι ὁ «Ποιητής τοῦ νόμου» καί «Νομοδότης» ὑπακούει στό νόμο καί γίνεται «ὑπό νόμον». Ὅπως στήν περιτομή ἔτσι κι ἐδῶ ἡ ὑμνοραφία τονίζει τή συγκατάβαση τοῦ Ἰησοῦ. Κατάπληκτος ὁ Κοσμᾶς Μοναχός στό τρίτο ἀπόστιχο τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ τῆς Ὑπαπαντῆς βλέπει «τόν Νομοδότην νόμου πληροῦντα νόμου τάξιν», ἐνῶ ὁ συνθέτης τοῦ προεόρτιου κανόνα τῆς 1ης Φεβρουαρίου, βιώνοντας σέ προσωπικό ἐπίπεδο τή θεϊκή συγκατάβαση, γράφει στό τρίτο τροπάριο τῆς α΄ ὠδῆς: «Τοῖς νόμοις τῆς φύσεως ὑπακούεις... ὁ πρίν ὑπαγορεύσας μοι τόν νόμον ἐν τῷ ὄρει Σινᾷ...». Ὅλα τά βρέφη τά ἔφερναν στό ναό οἱ γονεῖς, χωρίς βέβαια νά ἔχουν βούληση ἐπί τῶν πραγμάτων τά ἴδια. Καί τόν Ἰησοῦ ὡς βρέφος «ἀνήγαγον αὐτόν εἰς Ἰεροσόλυμα», σημειώνει καταγράφοντας τήν ἱστορία ὁ εὐαγγελιστής. Οἱ ὑμνογράφοι ὅμως, πού ὡς ποιητές ἔχουν τή δυνατότητα νά βλέπουν πέρα ἀπό τά αἰσθητά, μέ μία σφαιρική θεώρηση τῆς ἱστορίας, τονίζουν τό ἑκούσιον τῆς προσφορᾶς τοῦ Κυρίου. Αὐτό δηλώνεται τόσο ἀπό τό γεγονός ὅτι χρησιμοποιοῦν ρήματα ἐνεργητικῆς φωνῆς, ὅπου φαίνεται πώς τό βρέφος Ἰησοῦς, πού εἶναι τό ὑποκείμενο αὐτῶν τῶν ρημάτων, ἔχει τήν πρωτοβουλία, ὅσο κι ἀπό τίς ἐπαναλαμβανόμενες μετοχές «ἑκών», «θέλων» καί παρόμοιες, πού ἀποδίδονται στόν Ἰησοῦ. Κοινός τόπος σέ ὅλους τούς σταθμούς τῆς θείας οἰκονομίας εἶναι ὅτι ὁ Κύριος «ἐπέφανε τοῖς βροτοῖς» καί ὑποβλήθηκε στίς νομικές διατάξεις, γιά ἕνα συγκεκριμένο σκοπό: γιά νά ἐπανορθώσει τήν πτώση τοῦ παραβάτη Ἀδάμ. Ἡ ἐπιθυμία του αὐτή ἐκφράζεται ἐμφαντικά καί στό ἑπόμενο μεγαλυνάριο τῆς ἑορτῆς: «Βουληθείς ὁ πλαστουργός, ἵνα σώσῃ τόν Ἀδάμ, μήτραν ᾤκησε τήν σήν τῆς Παρθένου καί ἁγνῆς». Πρακτική ἀπόρροια τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ τελειότητα τῆς χάριτος πού μᾶς χαρίζει καί ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ: α) τήν ἀπαλλαγή μας ἀπό τή δουλεία τοῦ νόμου, β) τήν ἀνύψωσή μας σέ ναούς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γ) τήν ἀνάδειξη τῆς φύσεώς μας ὡς σύμμορφης πρός τή φύση τῆς θεότητας.
Σ. Καρακασίδου, Δρ Θεολογίας
| |
| | | |
|