Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου
Ἴσως ἄν παρατηροῦσαν προσεκτικώτερα τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου οἱ ἀκροατές, θά ἄκουγαν μιά ἄλλη ἱστορία:
  Ὁ Θεός εἶχε τρεῖς γιούς. Οἱ δύο ἦταν παιδιά τῆς γῆς, παιδιά τῆς δημιουργίας του· καί ὁ ἄλλος ἦταν ὁ Υἱός τοῦ οὐρανοῦ, γεννημένος ἀπό τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ.
 Ὁ νεώτερος γιός στή γῆ ξέχασε τό ἀληθινό του σπίτι· ἀγάπησε τή σάρκα μέ τά δελεαστικά παιχνίδια της καί βυθίστηκε στήν ντροπή. Καί ὁ πρεσβύτερος στή γῆ, ἄν καί θυμόταν τήν οὐράνια καταγωγή του, ἄρχισε νά καταφρονεῖ τόν ἑαυτό του, κι ἔτσι μεγάλωσε σκληρός μέ ὑπερήφανη καρδιά. Ὁ Υἱός στόν οὐρανό ἔμενε πάντα στή χαρά τοῦ πατέρα του, ἀλλά κάθε φορά πού σκέφτονταν τά παιδιά στή γῆ μιά σκιά λύπης ἔπεφτε πάνω τους. Ξαφνικά μιά ἀπόφαση σάν ἀστραπή τούς παρακίνησε σέ δράση. Ὁ Πατέρας εἶπε: «Θά στείλω τό παιδί τῆς εὐδοκίας μου γιά νά τούς ἀναζητήσει· καί ὁ Υἱός εἶπε: «Θά πάω καί ἴσως οἱ ἀδελφοί μου νά ἐπιστρέψουν στό σπίτι· ἔτσι δέν θά λυπᾶται πιά ὁ Πατέρας μου». Τότε ὁ Υἱός φόρεσε σάρκα καί περπάτησε στούς δρόμους τῆς γῆς. Βρῆκε τόν νεώτερο ἄσωτο, ἔφαγε τά σκουπίδια του καί μοιράστηκε τήν ντροπή του· ἀλλά ὁ ἄσωτος δέν ἤθελε νά καταλάβει: «Δέν θυμᾶμαι κανένα ἀδελφό», φώναζε, «καί ὁ Θεός εἶναι μόνο ἕνα ὄνομα». Ὕστερα ὁ Υἱός τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ βρῆκε τόν πρεσβύτερο ἄσωτο, πού ἦταν στήν Ἐκκλησία· ἀλλά κι αὐτός εἶχε σκληρή καρδιά: «Γιατί πρέπει νά ψάχνεις τόν ἀδερφό μου;» ρώτησε πικρά· «εἶναι ἄχρηστος· κι ἐσύ δέν εἶσαι καλύτερός του». Μετά συνέβη ὅ,τι πιό σκληρό πού ἔχει γνωρίσει ποτέ ἡ γῆ: οἱ δυό ἄσωτοι σκότωσαν τόν Υἱό τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ, γιατί τό φῶς του ἔφερνε πόνο στά ἄρρωστα μάτια τους. Τό μῖσος τους τούς ὁδήγησε στόν σταυρό.
  Ἀλλά ἐνῶ πέθαινε προσευχήθηκε γι’ αὐτούς. Ὁ νεώτερος ἄσωτος εἶπε: «Θά ἐπέστρεφα στόν Θεό ἄν δέν εἶχα σκοτώσει τόν μονογενῆ Υἱό του, ὅμως τώρα…». Ὁ πρεσβύτερος ἄσωτος εἶπε: «Ποτέ δέν ἀναγνώρισα τήν ἀσπλαγχνία μου μέχρις ὅτου γνώρισα τήν ἀγάπη του· ἀλλά τόν σκότωσα, ἔτσι τώρα…».
 Νά, ὅμως πού ὁ Υἱός τῆς εὐδοκίας ἀναστήθηκε, γιατί ὁ τάφος δέν μποροῦσε νά φυλακίσει τή μεγάλη του ἀγάπη· οἱ δύο ἄσωτοι ἔνιωσαν τότε ὅτι ἦταν μαζί του. Ποιός μπορεῖ νά πεῖ τί ἔκαναν μετά; Ἐσύ κι ἐγώ πρέπει νά διαλέξουμε τήν ἀπάντηση· γιατί, ἄν δέν κάνω λάθος, μοιάζουμε πολύ στούς δύο ἄσωτους ἀδελφούς. Παιδιά τῆς γῆς κι ἐμεῖς ἀγνοοῦμε θεληματικά τήν ἀγάπη Του καί ἀγαποῦμε τήν ἁμαρτία. Ἡ μέριμνα κι ἡ ἀγωνία τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ἡ ἀναζήτηση κι ἡ προσευχή τοῦ Υἱοῦ στόν οὐρανό μᾶς ἀναγκάζουν νά ἐπιστρέψουμε μετανιωμένοι.
Διασκευή ἀπό τά ἀγγλικά Δ. Π.