"Τό στάδιο τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται"
Γιά ἕνα στεφάνι

 Κατάμεστο τό στάδιο ἀσθμαίνει ὁ Νικόστρατος. Τ᾿ ἀκόντιο τρέχει σαϊτεύοντας τό φῶς. Καρφώνεται μακριά, πολύ μακριά, πιό πέρα κι ἀπό τοῦ Σπαρτιάτη κι ἀπ᾿ τοῦ Τεγεάτη κι ἀπ᾿ τοῦ Μήλιου. Λάμπουν τά μάτια τοῦ παλληκαριοῦ. Ὄρθιος, πάνω στό πέτρινο σκαλί τοῦ Ὀλυμπιονίκη περιμένει τό στεφάνωμα. Χρυσίζουνε τά φύλλα τῆς ἐλιᾶς μές στά σγουρόξανθα μαλλιά κι ἡ Ὀλυμπία ἀντηχεῖ τίς ἰαχές...
Πιό πάνω, ἐκεῖ ὅπου ἔχουνε στρατοπεδεύσει οἱ Βάρβαροι, ἐπικρατεῖ ἀναβρασμός. Ἔχουνε ἔρθει λίγοι Ἀρκάδες, λιποτάκτες, κουρελῆδες καί φτωχοί, γιά νά προσφέρουν τίς ὑπηρεσίες τους, κι οἱ Πέρσες τούς ρωτοῦν μέ ἀδηφάγα περιέργεια:
 - Λοιπόν, τί κάμουν τέτοια ἐποχή οἱ Ἕλληνες;
 - Εἶν᾿ ὅλοι τους στήν Ὀλυμπία, βασιλιά μου. Θαμάζουν τ᾿ ἀγωνίσματα. Εἶναι μεγάλη τούτη ἡ γιορτή κι ὅποιος νικήσει ἔχει ἡ πόλη του καμάρι καί τιμή.
 - Καί τί βραβεῖο παίρνει ὁ νικητής; ρωτᾶ ὁ στρατηγός Μαρδόνιος.
 - Ἕνα στεφάνι τῆς ἐλιᾶς.
 - Μόνο; σαστίζει ὁ Μαρδόνιος. Δέν τοῦ ζυγίζουνε χρυσό;
 - Ὄχι, ἀφέντη μου. Μόνο ἕνα στεφάνι τῆς ἐλιᾶς. Εἶναι μεγάλη δόξα γιά τούς Ἕλληνες.
 Χλωμιάζουνε οἱ αὐλικοί σιωποῦν κι ὁ Τριτανταίχμης, τοῦ Ἀρτάβανου τοῦ Εὐπατρίδη ὁ γιός, δέν τό ἀντέχει καί ξεσπᾶ: «Ἀλίμονο, Μαρδόνιε! Ἐνάντια σέ ποιούς ἀνθρώπους μᾶς ἔφερες νά πολεμήσουμε; Αὐτοί δέν ἀγωνίζονται γιά χρήματα» (Ἡροδότου, Ἱστορία Η΄,26).
 Παράταιρες ἐτοῦτες οἱ γραμμές μές στά δικά μας στάδια κρατήσαμε τήν ἑλληνίδα μας γιορτή, τήν κάναμε παγκόσμια, ὅμως ἐξαργυρώσαμε τά φύλλα τῆς ἐλιᾶς, μαυλίζοντας τό βάθος τῆς οὐσίας της τήν ὀμορφιά ἐκείνου τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου ἡ νίκη τῆς ψυχῆς δέν εἶχε ἀντίτιμο κι ἡ ἀρετή ἤτανε νίκη ἀνεξαργύρωτη πού ἔφτιαχνε στά παραμύθια του ἕναν Ἀχιλλέα νά διαλέγει τήν τιμή ἀπ᾿ τή ζωή καί στίς ἀλήθειες του ἕναν Λεωνίδα νά πεθαίνει μοναχά γιά τήν ἀξιοπρέπεια τῆς πατρίδας του καί ἕναν Περικλῆ, πού ἀνέλαβε τήν ἡγεσία τῆς Ἀθήνας πλούσιος κι ὅμως τήν ἄφησε φτωχός, ἀέναα δαπανώντας τά δικά του γιά τήν πόλη του...
 Φαντάζει γραφικός ἐτοῦτος ὁ πολιτισμός τοῦ στεφανιοῦ στίς φιλοχρήματες ἡμέρες μας γιατί γιά μᾶς ὅλα γνωρίζουν ἕνα ἀντίτιμο, ἁπτό, χειροπιαστό, φιλόυλο. Βαπτίσαμε μωρία ὅ,τι δέν ἐξαργυρώνεται καί μοιάζουμε ἄλλοι Τριτανταῖχμες, βάρβαροι, π᾿ ἀναμετροῦν κάθε τους πράξη μέ τό ἐρώτημα: «Τί θά κερδίσω ἀπ᾿ αὐτό;». Χωμάτινοι, κρατήσαμε ἀπ᾿ τόν πολιτισμό, πού τόσο ψεύτικα τόν λιτανεύουμε, μόνο τ᾿ ἀφώτιστά του ὄργια, τίς διονυσιακές πομπές τῆς ἄγνοιας, τά ξέφρενά του ξεφαντώματα, γιατί καί ἡ χαρά μας γιά νά ὑπάρξει ἔχει ἀνάγκη ἀπό τό γήινο, μιά πού ἀποποιηθήκαμε τήν εὐτυχία πού χαρίζει ἡ προσπάθεια γιά ἕνα μονάχα κότινο ἐλιᾶς...
 Κι ὅμως μέσα σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο τό φιλόϋλο, ὅπου ὅλα ἀνταλλάσσονται μέ γῆ, ἀκόμα καί μέ θλιβερό διάκοσμο τά ὑλιστικά μας ξεφαντώματα θ᾿ ἀνοίξει πάλι, ἀκόμη μιά φορά, ἕνα ἄλλο στάδιο ἀλλιώτικο ἀπό ἐκεῖνα ὅπου ἡ νίκη, κάποτε καί ἀθέμιτη, ἐξαργυρώνεται ἀλλιώτικο ἀπ᾿ τήν κονίστρα τῆς ζωῆς μας, πού ζητᾶ μιά εὔκολη, κάποτε καί ἀνέντιμη ἀνέλιξη ἕνα ἄλλο στάδιο, ἀθέατο καί μυστικό, γι᾿ αὐτούς πού ἀκόμα ἀγωνίζονται γιά τή χαρά τοῦ στεφανιοῦ γιά τούς «ἠγαπημένους τοῦ Θεοῦ», τούς λίγους του, πού θά εἰσέλθουν μές στίς ἐκκλησιές ν᾿ ἀποδεχθοῦν τό ἱερό παράγγελμα: «τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε», ζητώντας τό στεφάνι πού ζωγράφισε στά μάτια τους ὁ τίμιος ἀπόστολος, αὐτός πού ἀνέβασε τήν ὀμορφιά τοῦ ἀρχαίου μας πολιτισμοῦ στά ὕψη τοῦ Θεοῦ τά πάμφωτα, ὅταν βαστάζοντας τά στίγματα τοῦ ἀγώνα στό μαχόμενο κορμί του ἔγραφε στούς Κορίνθιους: «οὕτω τρέχετε, ἵνα καταλάβητε... ἐκεῖνοι μέν οὖν ἵνα φθαρτόν στέφανον λάβωσιν ἡμεῖς δέ ἄφθαρτον» ἀγωνιστές τῆς ἀρετῆς, τοῦ πλούτου πού λιγόστεψε τόσο παράξενα μέσα στά τόσα πλούτη μας, ἀρνούμενοι τό πρόσκαιρο, γιά νά ἀγγίξουν τό αἰώνιο στήν ἀνιδιοτέλεια καί στήν ἐγκράτεια γιά τόν Θεό καί γιά τόν ἄνθρωπο οἱ λίγοι τοῦ Θεοῦ, κάποτε ἀνασηκώνοντας τή χλεύη τῶν πολλῶν, μά πάντοτε ἑλκύοντας ψυχές πού στά ἐρημοδρόμια αὐτῆς τῆς γῆς ἔχουν πεινάσει γιά οὐρανό...
 Ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς ἑσπερινός συγγνώμης. Μέσα στόν κόσμο μας θά ξεχωρίσουνε οἱ δύο κόσμοι ἀνάγλυφα. Ἔξω ἀπ᾿ τίς ἐκκλησιές τά μασκαρέματα πού ὑποβιβάζουν τόν πολιτισμό στ᾿ ὄνομα τοῦ πολιτισμοῦ καί μές στίς ἐκκλησιές τό ἱερό παράγγελμα πού ἀναβιβάζει τόν πολιτισμό στήν ἁγιότητα: «τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται». Οἱ δύο κόσμοι πού παλεύουν μέσα μας, χῶμα καί οὐρανός καί ᾿μεῖς οἱ μοιρασμένοι, οἱ ταλαίπωροι τοῦ εὐδαιμονιστικοῦ αἰώνα μας, ποθοῦμε μυστικά νά συνταχθοῦμε μέ τούς λίγους τοῦ Θεοῦ γιατί εὐφραίνεται ἡ ἀθάνατη ψυχή μας μέ τό νόμο του χαίρεται ἡ ψυχή μας ν᾿ ἀγωνίζεται χαίρεται μόνο ὅταν ἀγωνίζεται κι ὅσοι διαλέξανε σωστά πρίν ἀπό μᾶς, στεφανωμένοι τώρα μές στίς ἐκκλησιές πρεσβεύουνε γιά ὅσους διχασμένοι ἀνακράζουμε: «ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος» νά μποῦμε ἐθελοντές μές στό δικό τους στάδιο νά στρατευτοῦμε μέ τούς λίγους τοῦ Θεοῦ, νά γίνουμε πολλοί, νά γίνουμε ὅλοι μας γιατί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει σύνορα, ὅπως δέν ἔχει σύνορα ἡ ἀγκαλιά πού ἄνοιξε ἐπάνω στό σταυρό ἀγωνιστές τῆς ἀρετῆς, τῆς ἁγιότητας, γιά ν᾿ ἀπολαύσουμε χαρά πού ὑπερβαίνει τήν κενότητα, ἀκόμη μεγαλύτερη ἀπό ἐκείνην πού δοκίμαζε ὁ ἀρχαῖος νικητής, ὁ Ἕλληνας, πού ἀγωνιζότανε γιά ἕνα στεφάνι τῆς ἐλιᾶς ἐμεῖς ἀγωνιζόμενοι γιά ἕνα στεφάνι τῆς ζωῆς αὐτό πού μᾶς χαρίζει ἡ Ζωή τοῦ κόσμου, ὁ Ἀναστημένος Νικητής πού ὑπόσχεται «γίνου πιστός ἄχρι θανάτου, καί δώσω σοι τόν στέφανον τῆς ζωῆς» στεφάνι πού ἐξαργυρώνεται μέ μιά χαρά αἰωνιότητας...

Ζηναΐδα