ΘΕΟΦΑΝΙΑ

Ἡ πηγή τῆς συμφιλίωσης

     Ἰησοῦς ὁ ζωῆς ἀρχηγός λύσαι τό κατάκριμα ἥκει Ἀδάμ τοῦ Πρωτοπλάστου· καθαρσίων δέ ὡς Θεός μή δεόμενος, τῷ πεσόντι καθαίρεται ἐν τῷ Ἰορδάνῃ· ἐν ᾧ τήν ἔχθραν κτείνας, ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν εἰρήνην χαρίζεται.

     «Ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς, ἔχει ἔρθει νά λύσει τήν καταδίκη τοῦ Ἀδάμ τοῦ πρωτοπλάστου· ἄν καί ὡς Θεός δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό καθαρισμούς, καθαρίζεται στόν Ἰορδάνη γιά χάρη τοῦ ἁμαρτήσαντος· μ᾿ αὐτή τήν πράξη, ἀφοῦ διέλυσε τήν ἔχθρα (τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό), χαρίζει τήν εἰρήνη πού ξεπερνάει κάθε ἀνθρώπινο νοῦ».

      Ὁ εἱρμός τῆς ε´ ὠδῆς τοῦ Κανόνα τῶν Θεοφανίων ἔχει συντεθεῖ ἀπό διάφορα ρητά τῆς ἁγίας Γραφῆς. ῾Ο ἅγιος Νικόδημος στό ῾Εορτοδρόμιό του σημειώνει τέσσερα ἀπό τήν Καινή Διαθήκη (Πρξ 3,15· ᾿Εφ 2,14.16· Φι 4,7). ῾Η ἀναφορά στήν εἰρήνη, ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος πατέρας, εἶναι τέχνασμα τοῦ ἱεροῦ μελωδοῦ γιά νά παραπέμψει στόν προφήτη ᾿Ησαΐα, μέ τόν ὁποῖο συνδέεται πάντοτε ἡ ε´ ὠδή· «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, εἰρήνην δός ἡμῖν, πάντα γάρ ἀπέδωκας ἡμῖν» (᾿Ησ 26,12).

      Ὁ σοφότατος πατέρας κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ τροπαρίου ἀπαντᾶ σέ δύο ἐρωτήματα πού αὐθόρμητα ξεπηδοῦν καθώς ἐντρυφοῦμε στό νόημά του· α) Γιατί ὁ ᾿Ιησοῦς βαπτίζεται ἀφοῦ δέν εἶχε ἀνάγκη καθαρμοῦ; β) Γιατί, ἐνῶ ὁ Παῦλος γράφει στούς ᾿Εφεσίους ὅτι ὁ Χριστός ἀπέκτεινε τήν ἔχθρα στό σταυρό, ὁ μελωδός λέγει ἐδῶ ὅτι τήν ἀπέκτεινε στόν ᾿Ιορδάνη;

     Ἀπαντᾶ στό πρῶτο ἐρώτημα ὁ ἅγιος παρουσιάζοντας τό λόγο γιά τόν ὁποῖο ἦρθε στή γῆ ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ σωτήρας. ῏Ηρθε γιά νά λύσει τήν τιμωρία τοῦ ᾿Αδάμ, δηλαδή τό θάνατο. Κανείς ἄλλος δέν μποροῦσε νά καταλύσει τή στέρηση τῆς ζωῆς παρά μόνο αὐτός πού ἔχει τήν ἐξουσία τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς. ῞Οπως τό σκοτάδι πού εἶναι ἔλλειψη τοῦ φωτός διαλύεται μόλις ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ἔτσι καί ὁ θάνατος, ἡ στέρηση τῆς ζωῆς, καταργήθηκε ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ ζωή, ὁ Χριστός. Γιά χάρη τοῦ ᾿Αδάμ ἦρθε ὁ Κύριος στή γῆ καί γιά χάρη τοῦ ᾿Αδάμ πού ἔπεσε στή λάσπη τῆς ἁμαρτίας βαπτίζεται καί καθαρίζεται ὁ ἴδιος.

     Στό δεύτερο ἐρώτημα ὁ ἅγιος Νικόδημος δίδει διπλή ἀπάντηση, μία γενική καί μία πιό ἀναλυτική· «Κατά τό πρόχειρον καί ἁπλούστερον νόημα», τήν ἔχθρα πού εἶχαν οἱ ἄνθρωποι πρός τόν Θεό τήν ἔλυσε ὁ δεσπότης Χριστός μέ ὅλα τά μυστήρια τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας. Μᾶς συμφιλίωσε μέ τή Σύλληψη, μέ τή Γέννηση, μέ τό Βάπτισμα, μέ τό Πάθος, μέ τό Σταυρό καί μέ τό Θάνατό του.

      Ὅσο γιά τό «μυστικότερον καί βαθύτερον νόημα», ὁ ὅσιος ἑρμηνευτής χρησιμοποιεῖ τή βοήθεια τῶν προηγουμένων πατέρων ἑρμηνευτῶν. Σύμφωνα μέ τόν «θεῖο Χρυσόστομο» καί τόν ἅγιο Θεοφύλακτο, ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος ταυτίζει τό Σταυρό μέ τό Βάπτισμα. Στούς ῾Εβραίους γράφει· «ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ» (6,6). Καί στούς Ρωμαίους· «τοῦτο γινώσκοντες ὅτι ὁ παλαιός ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη (ἐν τῷ Βαπτίσματι)» (6,6), καί ἀλλοῦ· «συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ Βαπτίσματι» (Κλ 2,12).

     Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, λοιπόν, εἰκονίζεται «μυστικῶς» στό Βάπτισμα. Σταυρός καί Βάπτισμα, ἄν καί φαίνονται δύο, στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνα καί τό αὐτό. ῎Ετσι ὁ μέν Παῦλος ἔγραψε ὅτι μέ τό Σταυρό ὁ Κύριος διέλυσε τήν ἔχθρα, ὁ δέ μελωδός ψάλλει ὅτι μέ τό Βάπτισμα γίναμε φίλοι τοῦ Θεοῦ.

Β. Συνέκδημος

(περιοδ. ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ, Ἰαν. 2008, σελ. 8-9)