|
|
| | | |
| |
Σεβαστική θύμηση ἑνός ἁγίου
Πολλές φορές ὁ νοῦς γυρνάει στό παρελθόν ἀπό ἀνάγκη. Εἶναι γιατί θέλει νά θυμηθεῖ γεγονότα καί καταστάσεις προσδιοριστικές τῶν μελλοντικῶν πράξεών μας, ἀναγκαῖες γιά νά κατανοήσουμε τό περιβάλλον μας. Πολλές φορές ὅμως ταξιδεύει πίσω στά περασμένα, γιατί ἐκεῖ ὑπάρχει ἀκόμη ἀφημένο ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς, πού ἀρνεῖται πεισματικά ν᾿ ἀκολουθήσει στή διάβαση τοῦ συνόρου, τό ὁποῖο μᾶς χωρίζει τελεσίδικα ἀπό τό χθές.
Συμπληρώνονται αὐτό τό Δεκέμβρη 17 χρόνια ἀπό τότε πού ὁ γέροντας τῆς Βορείου Ἠπείρου κυρός Σεβαστιανός εἶπε νά γείρει κι αὐτός στά σπλάχνα τῆς μάνας γῆς σάν ἄλλος «κλέφτης» τοῦ Βαλαωρίτη. Ὄχι γιατί «ἀπόστασε», ποτέ γιατί ἀπόστασε, μά νά, ὅ,τι ἦταν νά κάμει ἐδῶ πάνω στή γῆ -τό χρέος του- τό ἔκαμε. Ἀλλοῦ τώρα θά ἔπιανε μετερίζι. Δέν τόν ἐγνώρισα ἀπό κοντά -κι ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ προσωπικός τόνος- ὄρθιον. Τόν θαύμαζα βέβαια μέσα ἀπό αἴθουσες, περιοδικά καί ἐφημερίδες, καθώς πάλευε μέ τά τείχη τῆς κυνικῆς ἀδιαφορίας καί τῆς σκοπιμότητας. Ὁ βορειοηπειρωτικός λαός -ὁ λαός του- πέθαινε ἀπό τήν πείνα, βυθισμένος στήν ἄγνοια, ἀλειτούργητος, ἀκήδευτος. Κι ἐκεῖνος ἦταν πατέρας κι ἔπρεπε κάτι νά κάμει. Νά πάψει ἡ ἀδικία. Νά δοῦν τά παιδάκια του καί πάλι τόν ἥλιο, νά κάμουν τό σταυρό τους λεύτερα καί ν᾿ ἀναπνεύσουν ζωή. Ὅλα αὐτά τά ἤξερα. Μέ δονοῦσαν, ὅπως δονοῦσαν δεκάδες ἐφήβους σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα· δεκάδες νέους, πού μέ πρωτεργάτρια τή ΣΦΕΒΑ ἔδιναν ἕναν ἀγώνα χέρι μέ χέρι, καρδιά μέ καρδιά καί, κάποτε, αἷμα μέ αἷμα. Ὅμως τόν ἴδιο δέν τόν ἐγνώριζα προσωπικά. Ποτέ δέν τοῦ ἀσπάσθηκα τό τίμιο χέρι. Ὥσπου ἕνα βραδινό τοῦ Νοέμβρη τοῦ 1994 βρέθηκα δίπλα του, ἐκεῖ στό μισοφωτισμένο θάλαμο τοῦ νοσοκομείου Ἰωαννίνων. Ἐγώ ἐξακολουθοῦσα νά εἶμαι ὄρθιος μέ τά πόδια μου κολλημένα στή γῆ. Ἐκεῖνος ὅμως ἦταν πιά ξαπλωμένος, «κριός ἐπίσημος», ἕτοιμος γιά τό μεγάλο ταξίδι. Ἤξερα ὅτι ὁ καρκίνος δέν τοῦ ἄφηνε ἄλλα χρονικά περιθώρια. Τό ἤξερε κι ἐκεῖνος. Γιά μιά στιγμή πέρασαν ἀπό τό νοῦ μου σκηνές ἀπό τή διαδρομή του τῶν τόσων χρόνων. Ὅλες μέσα στό φῶς, γεμάτες ἀλήθεια, ἀντίτυπες ἐκείνων τῶν μεγάλων πατερικῶν ἁλμάτων στό χάος τῆς αὐταπάρνησης γιά τή διακονία τῶν ἀδελφῶν. Ὁ λευκασμένος ἱεροκήρυκας, ἐπικεφαλῆς τῆς μικρῆς μας συντροφιᾶς, γονάτισε μέ σεβασμό καί δέος, γιά νά δεχθεῖ τήν ἀρχιερατική εὐλογία. Εἶχε ζητήσει ὁ ἴδιος ὁ ἐπίσκοπος νά τόν δεῖ ἐπειγόντως. Ἄρχισα νά κλαίω βουβά. Δέν ντρέπομαι νά τό ὁμολογήσω. Γιατί ἄλλωστε; Πῆρα τήν εὐχή του. Παρακαλοῦσα, ἄν γινόταν, ὁ Κύριος νά μᾶς τόν χάριζε ἀκόμη λίγο. Νά προλάβαινε νά λειτουργήσει στό Ἀργυρόκαστρο, ν᾿ ἀσπαζόταν τό ἱερό λείψανο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ καί ὕστερα ἄς ἔφευγε. Μόνον τόσο... Ὅταν ἔμαθα ὅτι κοιμήθηκε, τό ἐμήνυσα στόν πνευματικό μου. Θυμᾶμαι ἀκόμη καί τώρα μία-μία τίς λέξεις τῆς βαθιά συγκινημένης ἀπόκρισής του· «εἶναι ἅγιος, παιδί μου». Στήν ἱερή του μνήμη δέν ἔχω τίποτε δικό μου ν᾿ ἀφιερώσω. Θά ᾿θελα ὅμως στό φωτόχτιστο μνῆμα του, πού κουβαλοῦν μέσα τους ὅλοι ὅσοι τοῦ στάθηκαν, ν᾿ ἀκουμπήσω, πολύ ἀδέξια ἔστω, τήν ὁμολογία τῶν δεδηλωμένων ἐχθρῶν του. Κι ἄς εἶναι αὐτή ἕνα ἀκόμη δαφνόφυλλο στό στεφάνι του «τό τῆς δικαιοσύνης». « ...Εἶχε δίκιο ὁ πατέρας Σεβαστιανός στό κατηχητικό πρίν τρεῖς δεκαετίες. Ἐμεῖς λέγαμε ψέματα, δυστυχῶς, στόν ἑαυτό μας. Πικρά ψέματα γιά νά συντηρήσουμε ζωντανό ἕνα ὄνειρο πού δέν ὑπῆρχε, πού ἔγινε σύντομα ἐφιάλτης. Ἄς τρέξουμε, λοιπόν, στά γιαπιά, ὅπου καταφεύγουν οἱ φυγάδες, νά ξεπλύνουμε τίς ἐνοχές γιά ἕνα κακό πού κάναμε καί τό ὁποῖο εχαμε ὁπλίσει μέ τόσες ὄμορφες ἀξίες γιά τήν ἀνθρωπότητα. Δυστυχῶς, σύντροφοι, ἡττηθήκαμε. Εὐτυχῶς, σύντροφοι, ἡττηθήκαμε».
(Ἀπό τό ἄρθρο τοῦ κ. Βαγγέλη Σιαφάκα, «Οἱ φυγάδες καί ἐμεῖς πού δέν ἔχουμε "ἀποδράσει"», Αὐγή 5/1/91, σ. 4). Καλήν ἀνάσταση, γέροντα! Ἰωάννης
| |
| | | |
|