|
|
| | | |
| |
‘Εβδομηντάχρονη μνήμη
Δέν εἶχε φέξει ἡ 6η Ἀπριλίου 1941, ὅταν ἀκούστηκε ἀπό τή μεριά τῆς Βουλγαρίας δυνατό κανονίδι. Στόν σκοτεινό οὐρανό ἔλαμψαν ἑλληνικές φωτοβολίδες. Οἱ προφυλακές πού εἶχαν προσβληθεῖ, ἔδιναν τό σύνθημα τοῦ συναγερμοῦ. Οἱ ὑπερασπιστές τῶν φρουρίων πετάχτηκαν ἀπό τά κρεβάτια τους καί μισοντυμένοι ἔτρεξαν στά πολυβολεῖα. Μεγάλη, ἐπική μάχη ἄρχιζε στό Ροῦπελ.
Ροῦπελ: τ’ ὄνομά του ἠχεῖ σάν μέταλλο. «Ἐδωδά, στό Ρουπέλιον τῶν Βυζαντινῶν, πολλές φορές σταμάτησαν ἄλλοτε οἱ Μακεδόνες τούς Σκύθες, νίκησαν οἱ Ἀκρίτες τούς Οὕννους καί τούς Βουλγάρους. Ἡ στενωπός αὐτή, πού ὅσο πλησιάζει τά σύνορα, τόσο περισσότερο ζουλιέται ἀνάμεσα στά βουνά Μπέλες καί Τσιγκέλι, στενεύοντας σά χουνί, γέννησε τόν Ἀπρίλη τοῦ 1941 νέα ἑλληνική νίκη, κι ἄς μή μπόρεσαν τότε νά ξεδιπλωθοῦν, ὅπως τούς ἄξιζε, οἱ πολεμικές σημαῖες». Καθώς φέτος συμπληρώνονται 70 χρόνια ἀπό τήν ἔνδοξη ἐκείνη ἐποχή, θά ἄξιζε νά ρίξουμε μιά ματιά σέ λίγα ἡρωικά περιστατικά, ἀπό τά ἀμέτρητα, πού ἀθόρυβα καί φυσικά διαδραματίστηκαν. * Τό πολυβολεῖο ΙΙ 8 διοικοῦσε ὁ λοχίας Ἴντζος. Ἀφοῦ ἐξάντλησε τά 33.000 φυσέκια πού εἶχε κι ἔστρωσε μπροστά του νεκρούς σωρό ἀπό Γερμανούς, ἀντιστεκόταν μέχρις ἐσχάτων μέ χειροβομβίδες. Ἀλλά τοῦ ἀνατίναξαν οἱ ἐχθροί τή σκεπή καί μπῆκαν μέσα. Ὁ γερμανός ταγματάρχης ρωτᾶ νά μάθει, μέσῳ διερμηνέα, ποιός διοικεῖ τό πολυβολεῖο. Παρουσιάζεται ὁ Ἴντζος. - Τί βαθμό ἔχει; ξαναρωτᾶ. - Λοχίας. - Πές του νά μ’ ἀκολουθήσει. Βγαίνουν ἔξω. Ὁ Γερμανός σταματᾶ καί δείχνει στόν ἕλληνα λοχία τό μακάβριο θέαμα. - Τοῦτο τό μακελλειό εἶναι δικό σου ἔργο, τοῦ λέει. Σκότωσες τούς καλύτερους στρατιῶτες μου. - Γιά τήν πατρίδα μου, ἀπαντᾶ ὁ Ἴντζος. - Σέ συγχαίρω. Τοῦ δίνει τό χέρι. Ἀλλά διά μιᾶς, ἀλλάζοντας ὕφος, διατάζει: - Τουφεκίστε τον! Κι ἐγώ γιά τήν πατρίδα μου.
* Ἕνας ἀνθυπασπιστής, πού βγῆκε μέ τήν ὁμάδα του νά ἐπισκευάσει τά κομμένα καλώδια τοῦ φρουρίου Παλιουριῶνες, διηγεῖται: «Ὁ δεκανέας μου βλέποντας κάπου κομμένα σύρματα, ζώνεται ἀμέσως τά ἀγκαθωτά πέδιλα ν’ ἀνέβει στό στύλο, νά ἐπισκευάσει τή βλάβη. “Μήν κάνεις τρέλες”, τοῦ φωνάζω. “Θά σ’ ἐντοπίσουν οἱ Γερμανοί. Περίμενε νά νυχτώσει”. Μά κεῖνος μοῦ ἀπαντᾶ πώς ὁ φρούραρχός μας βιάζεται. Δουλεύει ἄφοβα, μ’ ὅλο πού σφαῖρες πολλές σφυρίζουν ἀδιάκοπα δίπλα του. Τόν ἀκούω νά τίς ἀπαντᾶ: “Σκασμός! Ἐκτελῶ σπουδαία ἀποστολή. Ἔννοια σου, φρούραρχε, θά σοῦ δώσω φωνή ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ”. Τέλος, ἑνώνει τίς δυό κομμένες γραμμές. Λίγες στιγμές ἀργότερα μιά ριπή τόν βρίσκει κατάστηθα».
* 9 Ἀπριλίου. Οἱ Γερμανοί μπαίνουν στή Θεσσαλονίκη. Ἔχουν κατέβει ἀπό τή Γιουγκοσλαβία. Ἀπό τό Ροῦπελ ὡστόσο δέν κατάφεραν νά περάσουν. Κόντευε 4 τό ἀπόγευμα, ὅταν φάνηκε μπροστά σέ κάθε φρούριο λευκή σημαία. Τί νά ’ναι; Κανείς δέν ὑποπτεύεται. Κανείς δέν γνωρίζει τή θλιβερή πραγματικότητα. Κι ἀκοῦν μέ κατάπληξη τήν ἀπαίτηση τοῦ ἐχθροῦ γιά τήν παράδοση τοῦ ὀχυροῦ. «Τά ὀχυρά καταλαμβάνονται, δέν παραδίδονται!», τούς ἀπαντοῦν περήφανα. Τότε μαθαίνουν πώς ὁ ἕλληνας σωματάρχης ἀναγκάστηκε νά συνθηκολογήσει. Δέν μποροῦν νά τό πιστέψουν. Ἀπό τήν καύχηση ὥς τή χρεωκοπία εἶναι δρόμος πού δέν δρασκελίζεται σέ μιά στιγμή. «Ἡ Θεσσαλονίκη συνθηκολόγησε», ἐπιμένουν οἱ ξένοι. Κι ὅταν ἡ θλιβερή εἴδηση ἐπιβεβαιώνεται, ἄλλοι κλαῖνε δυνατά κι ἄλλοι ἀγκαλιάζουν καί φιλοῦν μέ πάθος τά πολυβόλα τους. «Γιατί;» ἀναρωτιοῦνται. Μή δέν εἶχαν πολεμήσει σάν θηρία μέσα στίς στοές; Μή δέν στάθηκαν στό ὕπαιθρο κάτω ἀπό τά στούκας; Τέσσερα μερόνυχτα τώρα βρέχονταν ἀπό τό χλιό αἷμα τῶν συντρόφων, πού σκοτώνονταν δίπλα τους. Μαύρη εἶν’ ἡ λύπη πού πλάκωσε τίς καρδιές τους. Μετά τήν ὑπογραφή τοῦ πρωτοκόλλου, οἱ ἐχθροί ζητοῦν τήν παράδοση τῶν Ἄγγλων. «Ποιῶν Ἄγγλων;», ἀποροῦν οἱ Ἕλληνες. Αὐτῶν πού πολεμοῦσαν τάχα μαζί τους. Μέ κόπο τούς πείθουν πώς μήτε ἕνας Ἄγγλος δέν ὑπῆρχε σ’ ὅλη τή γραμμή τῶν συνόρων. Ἡ ἄμυνα ἦταν καθαρά δικό τους ἔργο. Τέλος ζητοῦν νά παραδοθοῦν τά σχέδια τῶν ὀχυρῶν. Μά τά ’χουν κάψει ἀποβραδίς οἱ φρούραρχοι. Τούς δείχνουν τ’ ἀποκαΐδια. Ἀρχίζει τότε μιά τελετή ἀπρόσμενη. Ὁ νικητής τιμᾶ τόν ἡττημένο. Δέν κατεβάζουν τήν ἑλληνική σημαία ἀπό τά φρούρια, ἀφήνουν τά ξίφη στούς ἀξιωματικούς. Ἀπαγορεύουν στούς στρατιῶτες τους νά μποῦν στίς στοές ἐνόσῳ βρίσκονται μέσα φαντάροι. Παρατάσσουν ἕνα τιμητικό τμῆμα καί παρακαλοῦν τόν ἕλληνα φρούραρχο νά τό ἐπιθεωρήσει. Μιλοῦν μέ ἀπορία γιά τήν ἑλληνική ἄμυνα καί τήν χαρακτηρίζουν μεγαλειώδη. Πρίν δοῦν ἀπό κοντά τά φρούρια, πίστευαν πώς θά ’ναι ἀνώτερα ἀπό ἐκεῖνα τῆς γραμμῆς Μαζινό. Μόλις ὅμως τά ἐπισκέπτονται, σαστίζουν. Πόσο λίγο προσωπικό τά ὑπηρετοῦσε. Μέ ἐλάχιστα κανόνια καί πυρομαχικά, ἔδωσαν τήν ἐντύπωση «μεγίστης ἰσχύος καί ἀφθονίας μέσων». Μιλοῦν γιά παλληκαριά κι ὁ στρατηγός τους λέει στόν μέραρχό μας πώς λυπᾶται γιατί τέτοιος στρατός σάν τόν ἑλληνικό δέν ἦταν σύμμαχος τοῦ Ἄξονα, παρά ἀντίπαλός του. Τοῦτοι οἱ ἔπαινοι δέν μερώνουν τήν πονεμένη τους καρδιά. Εἶναι βαρύθυμοι, ὡς σκέπτονται τά χωριά τους πού σύντομα θά δουλωθοῦν, τίς γυναῖκες καί τίς ἀδελφές τους πού θά παιδέψουν οἱ ἀλλόφυλοι. Πίσω ἀπό τό χιτλερικό δράκο διαβλέπουν τίς βουλγαρικές ὕαινες, πού λυσσασμένες παραφυλοῦν κατά τοῦ ἄοπλου ἑλληνικοῦ λαοῦ... Σέ μιά ἐποχή πού μεγάλα κράτη κλονίστηκαν καί διαλύθηκαν οἱ στρατοί τους, ἡ φωνή τῆς φυλῆς μας ὁδήγησε τόν δικό μας στρατό νά ξαναφέρει τήν Ἑλλάδα στίς καλύτερες στιγμές τοῦ παλιοῦ της βίου, κάνοντάς τη σύμβολο τῆς ἐλευθερίας. Οἱ ἐχθροί ποτέ δέν θά λείψουν ἀπό τό δρόμο μας. Τό Ροῦπελ μπορεῖ νά γίνει καί σήμερα ἀστέρι, νά μᾶς ὁδηγεῖ πώς πρέπει νά τούς ἀντιστεκόμαστε, ὅσο μεγάλοι κι ἄν εἶναι.
Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Χρ. Ζαλοκώστα «Ροῦπελ». Διασκευή Ἐλισάβετ Μουρατίδου Ἀϊναλίδου
| |
| | | |
|