Πῶς προσῆλθα στήν Ὀρθοδοξία
(Ἀποσπάσματα ἀπό ἄρθρο τοῦ JimForest δημοσιευμένο στό περιοδικό Sourozh
τῆς Ὀρθόδοξης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ JimForest ἦταν ἐπί μία δωδεκαετία Γενικός Γραμματέας τῆς InernationalFellowshipofReconciliation)
«...Ἔψαχνα γιά πολύ καιρό... Ἡ πορεία μου πέρασε ἀπό τούς Μεθοδιστές... τούς Ἐπισκοπιανούς... καί τέλος τόν Καθολικισμό, στόν ὁποῖο ἀποφάσισα νά προσέλθω τό 1960. Ἀλλά κι ἐγώ καί ἡ γυναίκα μου δέν μπορούσαμε νά βροῦμε αὐτό πού ζητούσαμε... Ἡ Ὀρθοδοξία μοῦ ἔμοιαζε σάν μία ἀποκλειστικά ἐθνική ὀργάνωση, ἄσχετη γιά ἕνα Ἀμερικανό μέ τίς οἰκογενειακές ρίζες του στήν Ἰρλανδία, περισσότερο σάν ἕνα ζωντανό μουσεῖο παρά μιά ζωντανή ἐκκλησία. Μιά φίλη, πού εἶχε μιά βαθειά ἐκτίμηση στό περιεχόμενο τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί στούς Πατέρες, μέ ὁδήγησε σ' ἕνα ὀρθόδοξο ρωσικό ναό γιά πρώτη φορά, στό Μανχάταν. Τό 1984 μπῆκα ξανά σ' ἕνα ὀρθόδοξο ναό τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουγίας. Ὁ ναός τῶν Θεοφανίων στή Μόσχα, ὅπου βρέθηκα σ' ἕνα ταξίδι μου, δέν εἶναι ἀπό τούς ὡραιότερους ναούς τῆς πόλεως. Οἱ εἰκόνες του εἶναι τοῦ 18ου καί 19ου αἰώνα. Ὁ ναός ἦταν γεμάτος σάν νά ἦταν ἡμέρα ἑορτάσιμη. Παρατηροῦσα τούς ἀνθρώπους πού ἔκαναν τό σταυρό τους. Στήν ἀρχή στεκόμουν σάν ἕνα ἄγαλμα, ἀλλά ἔνιωθα μιά περίεργη πνευματική ἐμπειρία. Ἐπιδίωξα νά πάω κι ἄλλες φορές σέ ὀρθόδοξη θεία Λειτουργία. Ἄρχισα νά συμπαθῶ τή συνήθεια τῶν Ὀρθοδόξων νά προσεύχονται χωρίς νά βιάζονται καί χωρίς νά ἔχουν τό νοῦ τους στό ρολόι. Ἡ Λειτουργία σπάνια ἄρχιζε ἀκριβῶς στήν ὥρα της, ποτέ δέν τελείωνε ἀκριβῶς στήν ὥρα της καί διαρκοῦσε δύο ἤ τρεῖς ὧρες, καμιά φορά καί περισσότερο στίς μεγάλες γιορτές. Ἤμουν ἕνας τυπικός Ἀμερικανός, βιαστικός στά περισσότερα πράγματα, κι ἡ Ὀρθοδοξία ἔμοιαζε κάπως ὑπερβολική. Μοῦ ἄρεσε ὅλο καί περισσότερο ἡ βαθειά καί προσεκτική προετοιμασία γιά τή θεία Κοινωνία μέ μιά ἰδιαίτερη ἔμφαση στήν ἀλληλοσυγχώρηση σάν ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ὑποδοχή τοῦ μυστηρίου. Γρήγορα ἐκτίμησα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό γεγονός πῶς ἀποδέχεται στήν κυριολεξία τά λόγια τοῦ Χριστοῦ «Ἄφετε τά παιδία ἔρχεσθαι πρός με καί μή κωλύετε αὐτά», καί δέχεται καί τά παιδιά στήν μυστηριακή ζωή, τήν ὁποία εἶχαν στερηθεῖ μέχρι τότε τά δικά μου. Τό νά προσευχόμαστε μπροστά στίς εἰκόνες ἦταν μιά ἄποψη τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας πού μᾶς ἄνοιξε τίς πόρτες, πού παρόλο πού ἀκόμη δέν ἤμασταν ὀρθόδοξοι. Τό 1985 ἀγοράσαμε μιά μικρή εἰκόνα μέ τήν Παναγία καί τόν Ἰησοῦ καί ἀρχίσαμε νά προσευχόμαστε μπροστά σ' αὐτήν. Αὐτή ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα μοιάζει νά γίνεται ἕνα σχολεῖο προσευχῆς. Μαθαίνουμε πολλά γιά τήν προσευχή καί μέ τό νά στεκόμαστε ἁπλᾶ μπροστά στήν εἰκόνα μας.
Τό 1988 γνωρίσαμε μιά ὀρθόδοξη ἐκκλησία στήν περιοχή πού κατοικούσαμε αὐτό τό διάστημα, στήν Ὀλλανδία. Πρίν περάσει ἕνας μήνας, καταλάβαμε πώς τό αἴτημα τῆς προσευχῆς μέ τό ὁποῖο ζούσαμε ἕνα τόσο μεγάλο διάστημα ἀπαντήθηκε. Εἴχαμε βρεῖ τήν Ἐκκλησία στήν ὁποία μπορούσαμε νά ἀνήκουμε μέ ὁλόκληρη τήν καρδιά μας καί δέν μπορούσαμε παρά νά πᾶμε σ' αὐτήν, ἔστω κι ἄν αὐτό σήμαινε νά ξυπνᾶμε πολύ νωρίς καί νά πηγαίνουμε μέ τραῖνο στό Ἄμστερνταμ κάθε ἑβδομάδα.
Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων τοῦ 1988 ἔγινα δεκτός στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ Νάνσυ (ἡ γυναίκα μου) ἔκανε τό ἴδιο τήν Πεντηκοστή. Βέβαια ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Καθολικισμός φαίνονται νά ἔχουν πολλά κοινά· ἱερουργία, ἀποστολικότητα, ἡμερολόγιο μέ γιορτές, σεβασμό στήν Παναγία κ.ἄ. Ἀλλά στήν Ὀρθοδοξία βρήκαμε μιά βαθύτερη σχέση μέ τήν πρώτη Ἐκκλησία καί μία ζωντανή λειτουργική ζωή.
Μετάφραση Κ.Ρ.