|
|
| | | |
| |
ΠΟΙΗΜΑ: Σημεῖον ἀντιλεγόμενον
Εἶπαν πολλοί, πώς ὁ Χριστός εἶν᾿ ἕνα παραμύθι. Σάν μιά φορά κι ἕναν καιρό, σάν κάποιο μάγο θαυμαστό. Μά ἐγώ κοιτῶ στόν οὐρανό τό πλῆθος τῶν ἀγγέλων, νά ἀνυμνεῖ τή θεία γέννησή του. Κι ἐδῶ στή γῆ βλέπω θνητούς ν᾿ ἀντλοῦνε ἀπ᾿ Αὐτόν ζωή καί γιά τό αἰώνιο νά κινοῦνε.
Εἶπαν πώς εἶναι σάν κι αὐτούς, γεμάτος ἁμαρτία. Μά λάμπει ἡ ἀλήθεια του σάν κρυσταλλοπηγή. Στά νάματά της λούζονται καί παίρνουνε τήν ἄφεση ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί κι ἀπ᾿ τῶν παθῶν τά μνήματα τά σκοτεινά γυρίζουν στήν ὁλόφωτη ζωή.
Εἶπαν πώς εἶναι ταπεινός κι ἀδύναμος ραββί καί ξεσηκώθηκαν πολλοί μ᾿ ὅλα τά ὅπλα πού ἔχει ἡ γῆ, γιά νά τόν ἐξαλείψουν. Μά εἶδα βασιλεῖς πολλούς, ρήτορες, διδάχους καί σοφούς• κι εἶδα ἐπιστήμονες τρανούς, γενναίους ἥρωες, Κροίσους ἰσχυρούς, νά ὑψώνουν ἱκετευτικά τά χέρια τους σ᾿ Αὐτόν μ᾿ ἐλπίδα καί μπρός στή θεία του βουλή νά σκύβουν ταπεινά.
Τόν εἶπαν πλάνο, ἀσήμαντο θνητό, ψευτομεσσία. Πεισματικά κι ἀκούραστα ζητοῦν τή σταύρωσή του. Μά ἐδῶ καί δυό χιλιάδες χρόνια λαμπρύνονται τά σύμπαντα μέ τήν Ἀνάστασή του. Ὁλοῦθε τόν ἀκολουθοῦν ψυχές λευτερωμένες. Κι ἡ γῆ στέλνει θυμίαμα, τό μύρο καί τήν εὐωδιά ἀπό μυριάδες λείψανα μαρτύρων καί ἁγίων.
Δ.Δ.
| |
| | | |
|