|
|
| | | |
| |
Ποιός;
Κ. Π. ῾Ηλιοπούλου ῾Η κ. ᾿Αντωνία στά νιάτα της ἦταν ἡ καλύτερη μοδίστρα. Μέ τή μηχανή καί τό βελόνι κατάφερε, ὅταν ἔχασε τόν ἄντρα της, νά μεγαλώσει τή μονάκριβη κόρη της καί νά τήν καλοπαντρέψει. Εἶχε δέ τή χαρά νά μείνει στό ἴδιο σπίτι μέ τήν κόρη καί τόν γαμπρό της καί νά μεγαλώσει καί τίς δυό ἐγγονές της. Οἱ γονεῖς τῶν κοριτσιῶν λείπανε ὅλη μέρα στή δουλειά. Τή φροντίδα τοῦ σπιτιοῦ καί τῶν ἐγγονῶν της τήν εἶχε ἡ γιαγιά. Τά κορίτσια αὐτή γνώριζαν γιά μάνα, αὐτήν ἐμπιστεύονταν, σ᾿ αὐτήν ἔλεγαν τά μυστικά τους, τίς χαρές, τίς λύπες τους. -Γιαγιά! φώναξαν χαρούμενες ἕνα μεσημέρι, ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπό τό σχολεῖο. Στή χριστουγεννιάτικη γιορτή φέτος ἐμεῖς οἱ δύο θά γίνουμε ἀγγελούδια... Θά μᾶς ράψεις τίς στολές; Τό μυαλό τῆς κ. ᾿Αντωνίας γύρισε μερικά χρόνια πίσω. Σέ κάποια ἄλλη χριστουγεννιάτικη γιορτή, τότε πού ἡ κορούλα της πάνω στή σκηνή ἦταν ἕνα μικρό χαριτωμένο ἀγγελούδι... -Θά σᾶς ἑτοιμάσω τά ὡραιότερα φορέματα, τά πλουσιότερα φτερά, τό πιό φωτεινό στεφάνι, εἶπε ἡ γιαγιά ἐνθουσιασμένη! ῞Ενα τρυφερό ἀγκάλιασμα ἦταν τό «εὐχαριστῶ» τους. Στή χριστουγεννιάτικη γιορτή δέν μπόρεσαν νά παρευρεθοῦν οἱ γονεῖς τῶν κοριτσιῶν. ῏Ηταν ἡμέρα ἐργάσιμη. ῾Η γιαγιά καί πάλι τούς ἐκπροσώπησε. ῎Εβλεπε τίς ἐγγονές της, τά δύο ὄμορφα ἀγγελούδια, καί ἡ ψυχή της γέμιζε ἀπό εὐφροσύνη. ῎Ελαμπε ὁλόκληρη ἀπό χαρά. Τά θερμά χειροκροτήματά της συνοδεύονταν ἀπό τούς δυνατούς χτύπους τῆς καρδιᾶς της. Εὐχαριστοῦσε τόν Θεό γι᾿ αὐτή τήν τόσο μεγάλη εὐτυχία πού τῆς χάρισε! Δέν εἶχε σβήσει ἀκόμα ὁ ἀπόηχος ἀπό τή χριστουγεννιάτικη γιορτή, ὅταν ἡ κ. ᾿Αντωνία ἄκουσε τίς ἐγγονές νά τή ρωτοῦν. -Γιαγιά, θά ᾿ρθεις νά μᾶς δεῖς στήν παρέλαση πού... -Πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν ἔρθω, παιδιά μου; τίς διέκοψε ἡ γιαγιά μέ ὑπερηφάνεια. Μιά τόσο μεγάλη μέρα, ἐθνική γιορτή μας, κι ἐγώ θά λείψω; ῎Εχω ἀρχίσει μάλιστα νά σᾶς ἑτοιμάζω καί τά «ντόπια». Δυό ὑπέροχες φορεσιές «᾿Αμαλία»... -Δέν κατάλαβες, γιαγιά, τῆς εἶπαν. Αὐτή ἡ γιορτή ἀργεῖ ἀκόμα. ᾿Εμεῖς μιλᾶμε γιά τήν ἀποκριάτικη παρέλαση. ῞Ολα τά παιδιά τοῦ σχολείου μας θά ντυθοῦμε μασκαράδες, μέ στολές πού θά ἑτοιμάσει ὁ Δῆμος, θά περάσουμε μπροστά ἀπό τούς ἐπισήμους κι ἐκεῖνοι θά βραβεύσουν τό καλύτερο καρναβάλι. -Θά παρελάσετε μασκαράδες μέ τό σχολεῖο; ρώτησε ἡ γιαγιά μέ θλίψη. Κι ἔσκυψε τό κεφάλι ἀμίλητη, συλλογισμένη. Κυριακή τῆς ἀποκριᾶς. ῾Η παρέλαση ἔχει τελειώσει. ῾Η κ. ᾿Αντωνία βρίσκεται στό κρεβάτι μέ ἴωση. Δέν πῆγε νά καμαρώσει τίς ἐγγονές της. ᾿Εκεῖνες ὅμως, πού λαχταροῦσαν νά τίς δεῖ ἡ γιαγιά μέ τίς ἀποκριάτικες φορεσιές, ἔσπευσαν νά τῆς κάνουν ἔκπληξη! Μπῆκαν στό δωμάτιό της χαρούμενες καί γελαστές. ῏Ηταν ντυμένες «ἀγριόγατοι», μέ ὁλόσωμες μαῦρες φόρμες, αὐτιά στό κεφάλι, οὐρά, καί στό πρόσωπο ζωγραφισμένα μουστάκια. ῾Η γιαγιά τινάχτηκε ἀπό τό κρεβάτι ἔντρομη. «Θεέ μου!», βόγγηξε καί σταυροκοπήθηκε. «Ποιά βέβηλα χέρια παραμόρφωσαν ἔτσι τά παιδιά μας! Τά χθεσινά ἀγγελούδια τοῦ φωτός, ποιοί τά ἔκαναν σήμερα ἀγγέλους τοῦ σκότους;». ῞Υψωσε τά δακρυσμένα μάτια της στόν οὐρανό· «Ποιός, Θεέ μου, θά σώσει τά τρυφερά αὐτά πλασματάκια, πού εἶναι ὅ,τι ἀγγελικό ἔχει μείνει σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο;... Ποιός!».
| |
| | | |
|