|
|
| | | |
| |
Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἕνας σοφὸς παιδαγωγὸς γιὰ τὰ παιδιά της. Μὲ μύριους τρόπους ξέρει νὰ μᾶς διδάσκει καὶ νὰ μᾶς γυμνάζει στὴν εὐσέβεια, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο «πρὸς πάντα ὠφέλιμός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης» (Α´ Τιμ. 4,8). Εἶναι μιὰ ὡραία εὐκαιρία τὶς μέρες αὐτὲς τοῦ Τριωδίου, ποὺ ἀρχίζει ἡ μεγάλη Τεσσαρακοστή, νὰ δοῦμε πῶς ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς προετοιμάζει νὰ γιορτάσουμε, ποὺ θὰ πεῖ, νὰ ζήσουμε σὰν προσωπικό μας γεγονός τὸ Πάσχα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ μπορούσαμε πράγματι νὰ ποῦμε πὼς ἡ Ἐκκλησία μας ἀπὸ τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου μέχρι τὴν τελευταία, στήνει μιὰ σκάλα ἀπὸ γιορτές, μὲ τὴν ὁποία μᾶς ἀνεβάζει ὥς τὴν ὕψιστη γιορτὴ τῆς πίστεώς μας. Κάθε σκαλὶ καὶ μιὰ ὑπόμνηση, κάθε σκαλὶ καὶ μιὰ παρότρυνση, ἕνα χέρι βοηθείας καὶ δυνάμεως γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ποὺ γίνεται ἐντονότερος αὐτὲς τὶς μέρες. Μέσα ἀπὸ ὕμνους, πού μὲ ἰδιαίτερη κατάνυξη ψάλλουν οἱ πιστοί στὸ Τριώδιο, θὰ προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε ἕνα σχεδιάγραμμα τῶν μαθημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία μᾶς χειραγωγεῖ σοφά πρὸς τὴν εὐσέβεια. Καὶ πρῶτα στὴν περίοδο τῶν Ἀποκριῶν: Τὴν Κυριακὴ τοῦ τελώνου καὶ φαρισαίου προβάλλεται σὰν πρῶτο βῆμα στὸν ἀγώνα μας ἡ προσευχὴ μὲ ταπεινοφροσύνη. «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί· ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται· ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεὸς, τοῖς ἀμαρτωλοῖς». Νὰ μὴν προσευχόμαστε ὅπως ὁ φαρισαῖος, ἀδελφοί, γιατὶ αὐτὸς ποὺ ὑψώνει τὸν έαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ· νὰ ταπεινωθοῦμε μπροστὰ στὸ Θεὸ μὲ τὴ νηστεία, ὅπως ὁ τελώνης, καὶ νὰ ἀναφωνήσουμε· λυπήσου μας καὶ συγχώρεσέ μας, Θεέ, τοὺς ἁμαρτωλούς. Τὴν Κυριακὴ τοῦ ἀσώτου ἀκοῦμε πὼς μόνο μὲ τὴ μετάνοια μποροῦμε νά συμφιλιωθοῦμε μὲ τὸ Θεό. «Τῆς πατρώας δόξης σου ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ ἀσώτου φωνὴν κραυγάζω· ἥμαρτον ἐνώπιόν σου, Πάτερ οἰκτίρμον· δέξαι με μετανοοῦντα καὶ ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Ἐγκατέλειψα τὴν πατρική σου δόξα καὶ σκόρπισα ἄμυαλα σὲ ἀσχημίες τὸν πλοῦτο ποὺ μοῦ παρέδωσες· γι’ αὐτὸ σοῦ φωνάζω τὰ λόγια τοῦ ἀσώτου· ἁμάρτησα ἀπέναντί σου, εὔσπλαγχνε Πατέρα· δέξου με μετανοημένο καί κάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς δούλους σου. Τὴν Κυριακὴ τῶν ἀπόκρεω ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς θυμίζει τὴν κρίση τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου μας. «Τὴν φοβερὰν τῆς κρίσεως καὶ ἀρρήτου σου δόξης ἡμέραν ἐνθυμούμενος φρίττω, Κύριε, ὅλως καὶ τρέμων φόβῳ κραυγάζω· ἐπὶ γῆς ὅταν ἔλθῃς κρῖναι, Χριστέ, τὰ σύμπαντα, ὁ Θεὸς μετὰ δόξης, τότε οἰκτρὸν ἀπὸ πάσης ρῦσαί με τιμωρίας ἐκ δεξιῶν σου, Δέσποτα, ἀξιώσας με στῆναι». Θυμᾶμαι τὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἀνέκφραστής σου δόξας, καὶ φρίττω, Κύριε, ὁλόκληρος· τρέμω ἀπό τὸ φόβο καὶ ἀναφωνῶ· ὅταν ἔλθεις στὴ γῆ, Χριστέ καὶ Θεὲ, νὰ κρίνεις ἔνδοξος τὰ σύμπαντα, τότε σῶσε με τόν ἀξιολύπητο ἀπὸ κάθε τιμωρία καὶ ἀξίωσέ με νὰ σταθῶ, Δέσποτα, στὰ δεξιά σου. Τὴν Κυριακὴ, τέλος, τῆς τυρινῆς ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὸν παράδεισο ποὺ χάσαμε καὶ ποὺ μποροῦμε ὅμως τώρα νὰ κερδίσουμε συμμετέχοντας στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. «Παράδεισε πάντιμε, τὸ ὡραιότατον κάλλος, θεόκτιστον σκήνωμα, εὐφροσύνη ἄληκτε καὶ ἀπόλαυση, δόξα τῶν δικαίων, προφητῶν τερπνότης καὶ ἁγίων οἰκητήριον, ἤχῳ τῶν φύλλων σου Πλάστην τόν τῶν ὅλων ἱκέτευε τὰς πύλας ὑπανοῖξαί μοι, ἅς τῇ παραβάσει ἀπέκλεισα· καὶ ἀξιωθῆναι τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς μεταλαβεῖν καὶ τῆς χαρᾶς, ἧς τὸ πρότερον ἐν σοὶ κατετρύφησα». Παράδεισε πολύτιμε, ποὺ εἶσαι ἡ ὡραιότερη ὀμορφιά, σκήνωμα κτισμένο ἀπὸ τὸ Θεό, εὐφροσύνη χωρὶς τέλος καὶ ἀπόλαυση, ποὺ εἶσαι ἡ δόξα τῶν δικαίων, τῶν προφητῶν ἡ εὐχαρίστηση, καὶ τῶν ἁγίων ἡ κατοικία, μὲ τὸ θρόισμα τῶν φύλλων σου, ἱκέτευε τὸν Πλάστη τῶν ὅλων νὰ μοῦ άνοίξει λίγο τὶς πύλες, ποὺ ἔκλεισα μὲ τὴν παράβασή μου, καὶ νὰ ἀξιωθῶ νὰ μεταλάβω ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς καὶ ἀπὸ τὴ χαρά, ποὺ προηγουμένως ἀπήλαυσα κοντά σου.
"Ἐλπίδα"
| |
| | | |
|