Παράδεισος καί Κόλαση

Θεολογικ λλ κα κοινωνικό τό κήρυγμα γιά τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση

 

Τ κρυγμα τς γας Γραφς περ παραδεσου κα κολσεως εναι ββαια θεολογικ θμα, εναι μως κα θμα κοινωνικ. Ο σγχρονοι νθρωποι κδηλνουν να ντονο νδιαφρον γι τ κοινωνικ θματα. Εαισθητοποιονται διατερα στν κοινωνικ δικα, στν νιστητα, στν καταπεση· θ πρπει μως ν γνωρσουν τι λα τ καυτ κοινωνικ προβλματα θ βρον τ σωστ, κριβ κα ποτελεσματικ λση τους, ταν ντιμετωπισθον στ ρζα τους. Κα ρζα λων τν κοινωνικν θεμτων, φυλετικν, ταξικν, οκογενειακν, κπαιδευτικν, παιδαγωγικν κτλ. εναι πνευματικ. Θλετε παρδειγμα; Μς τ παρχει διος Χριστς μας μ τ θαυμσια κα γνωστ σ λους μας παραβολ το πλουσου κα το φτωχο Λαζρου (Λκ 16, 19-3 1), στς ποας τν ρμηνεα κα μβθυνση ερς Χρυσστομος φιερνει πτ θαυμσιες μιλες.

Ἡ παραβολ το πλουσου κα το φτωχο Λαζρου περιχει μα σοβαρ ποκλυψη το μεταφυσικο κσμου. Οπως σ λλες παραβολς Κριος παρνει εκνες κα σκηνς το φυσικο κσμου γι ν μιλσει γι τς μεταφυσικς λθειες τς πστες μας, τσι στν παραβολ ατ χρησιμοποιε στοιχεα το περφυσικο κα μεταφυσικο κσμου γι ν φανερσει μ’ ατ τ νημα κα τν ξα τς παροσης ζως.

Ἡ παραβολ διαιρεται σ δο μρη. Τ πρτο πραγματοποιεται στν πγεια ζω, ν τ δετερο στ μετ θνατον πραγματικτητα. Τ περιστατικ το πρτου μρους εναι γνωστ στν καθνα π τν καθημεριν νθρπινη μπειρα. Τ περιστατικ το δευτρου μρους εναι γνωστα στος νθρπους. Τ γνωρζει μως μ πλυτη βεβαιτητα Κριος, ποος χει πλρη κα τλεια γνση το μεταφυσικο κσμου. Εναι πομνως ξιπιστη μαρτυρα τν ποα μς ποκαλπτει μ τν παραβολ.

Μς ποκαλπτει, λοιπν, Κριος πρτα-πρτα τν ατα τς κοινωνικς νιστητας πο μαστζει τ γ μας. Γιατ πρχουν φτωχολζαροι στν κοινωνα, στεγοι, γυμνο, πεινασμνοι; Διτι πρχουν πλοσιοι σπλαχνοι, δικοι, σκληρο. Τ πλοτη τν πλουσων δικαιολογον τ φτχεια τν φτωχν. Ο διασκεδσεις κα ο σπατλες τν πλουσων προκαλον τν θλιτητα τν δυντων. ᾿Αλλ δν σταματ δ ζω. Ερχεται θνατος -κα δν πρχει τποτε πι ββαιο π ατν· «’Απθανεν πλοσιος κα τφη» (Λκ 16,22), διηγεται παραβολ. Κα πειτα; Τ κολουθε; Δν μπορε οτε τ τηλεσκπιο οτε τ μικροσκπιο οτε καννας πιστμων φιλσοφος ν δε μσα στν τφο κα πραν το τφου. Μνον λγος το θεανθρπου Κυρου μας, πο ποκαλπτει τ πντα, ρχεται ν μς δσει φς. ᾿Ανογει να φωταγωγ μλλον μετατρπει τν διο τν τφο, τ σκοτειν κα ραχνο μνμα, σ’ να φωταγωγ, μσα π τν ποο μπορομε ν τενσουμε τς δο καταστσεις πο πλνονται πραν το τφου· τος κλπους το ᾿Αβραμ, τν παρδεισο, που εφρανεται δκαιος Λζαρος κα τν λλη κατσταση, τς κολσεως, που σπλαχνος πλοσιος «δυνται» (Λκ 16,24).

 

Γεγονς πο ποδεικνεται

 

Ἡ μετ θνατον πραγματικτητα, λοιπν, συνδεται τσο στεν μ τν κοινωνικ, λλ κα μ τν πνευματικ μας ζω· χει μεση σχση μ τν δια τ σωτηρα μας. Ατ τ σπουδαο κα καριο θμα θ ναλσω παρουσιζοντας τς σχετικς ποδεξεις, τς ποες κατατσσω σ δο κατηγορες·

α) ᾿Αποδεξεις πο στηρζονται στ λογικ το νθρπου, στν κοιν νο.

β) ᾿Αποδεξεις πο θεμελινονται στν γα Γραφ κα στν στορα τς ᾿Εκκλησας μας.

 

1. ΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

 

α. Η γαθτητα το Θεο

Ὅτι πρχει κλαση κα παρδεισος τ κατανοομε μ τν πλ λογικ. Ολοι ο νθρωποι τς γς, σ ποια φυλ κι ν νκουν, πλοσιοι κα φτωχο, νοι κα γροντες, διατηρον μσα τους τν πθο τς αωνιτητας. Εναι πι καυτς πθος, πι ντονη πιθυμα.

* Διαβστε τος μθους κα τ παραμθια λων τν λαν το πλαντη μας.

* Διαβστε τ σκψη κα τν καρδι τν νθρπων πο σς περιβλλουν.

* Προσπαθστε ν’ φουγκρασθετε τ λαχτρα το γετον σας. 

* Σκψτε ν’ κοσετε τν πθο τς δικς σας καρδις.

Θ δετε τι λοι ο νθρωποι π τν ρα πο καταλαβανουν τν αυτ τους, π τ στιγμ πο ρχζουν ν σκπτονται, λαχταρον κι νειρεονται τ ζω, τ χαρ, τν ετυχα. ᾿Ακμη κα πσω π τς μπαθες πιθυμες, τ φιλαργυρα, τ φιλοδοξα, τ φιληδονα, κρβεται πθος κα λαχτρα γι τ αἰώνιο.

Τ εναι νθρωπος; Ζητινος τς χαρς, κυνηγς τς λθειας, ναζητητς το περου. Τ κφρζει τσο παραστατικ τ ρτημα το πλουσου νεανσκου (Μθ 19,16-22· Λκ 18,18-27), πο νικανοποητος π τ νιτη, τ πλοτη κα τ ξωμ του -στοιχεα πο θεωρονται θαυμαστ κα περιπθητα π τος νθρπους-, γονατζει μπροστ στν Μεγλο Διδσκαλο κα ρωτ· «Διδσκαλε γαθ, τ ποισας ζων αἰώνιον κληρονομσω;» (Λκ 18,18).

Ἐξλλου εναι γνωστ τι γι κθε μφυτη πιθυμα το νθρπου γαθτητα το Θεο χει προετοιμσει τν ντστοιχη πντηση. Γι τν κανοποηση τς πενας πρχει τ ψωμ, τ φαγητ, γι τν νγκη τς δψας χουμε τ νερ, νστα ξουδετερνεται μ τ γαθ το πνου κα κπωση νακουφζεται μ τν νπαυση. Εναι δυνατν, λοιπν, πανγαθος Θες, πο φρντισε γι τν κανοποηση λων τν λλων πθων μας κμη κα τν πι ταπεινν, εναι δυνατν ν μν χει κποια πντηση κα γι’ ατν τν πι εγεν κα γιο πθο τς αωνιτητας; ᾿Ασφαλς γαθτητα το Θεο, πο τ μελετομε σ λη τ δημιουργα, ποτελε τν πρτη κα ναμφβολη γγηση τι πενα κα δψα μας γι μι ζω μορφη κι τλειωτη δν θ μενει νικανοποητη. 

 

β. Η δικαιοσνη το Θεοῦ.

Ὁ Θες εναι χι μνο πανγαθος, λλ κα δκαιος. ᾿Εντοτοις στορα τν λαν τς γς λλ κα καθημεριν πραγματικτητα βο τι παντο κυριαρχε δικα. Μρα μ τ μρα τ κακ ξαπλνεται νενχλητο κι χι μνο δν τιμωρεται λλ κα βραβεεται, ν ντθετα ρετ κα δικαιοσνη χι μνο δν ναγνωρζονται λλ συχν ντιμετωπζουν τν καταφρνια, κμη κα τν τιμωρα κποιες φορς. Βεβαως, χι μνο ο πολιτισμνοι λαο λλ κα ατο ο πανπτυκτοι γωνζονται γι τν πικρτηση τς δικαιοσνης. Θσπισαν νμους, συγκρτησαν δικαστρια, κτισαν φυλακς.

* Ἀποδδεται μως δικαιοσνη;

* Κυριαρχε τ δκαιο;

Εναι γεγονς τι νθρπινη δικαιοσνη, χι μνο τν πρωτγονων λαν λλ κα ατν τν πολιτισμνων, μοιζει μ τν στ τς ρχνης. Οπως κενος συλλαμβνει τ μικρ ντομα, δν χει μως τ δναμη ν πισει τ ρπακτικ πουλι, τ θηρα κα τ γρμια, διτι ατ μπορον ν τν καταστρψουν, τσι κα νθρπινη δικαιοσνη ρκεται στ σλληψη κα στ σωφρονισμ τν μικροαπατενων κα τν μικροεγκληματιν. Ο μεγλοι παραβτες το δικαου, ο πι βδελυρο κα αμοσταγες κακοργοι, παραμνουν σλληπτοι κα τιμρητοι.

Ἔζησαν στν κσμο ατ νθρωποι πο νασττωσαν τν νθρωπτητα, πο πρασαν σν μα θελλα π τ γ, φνοντας πσω τους μνματα, χρες κα ρφαν κα δημιουργντας πνω στν πιφνεια τς γς δο φρικτς λμνες· μα κκκινη λμνη, μ τ αματα τν δικοσκοτωμνων, κα μα λλη μ τ δκρυα τν ρφανν κα τν δικημνων. Υπρξαν δικοι κα τιμοι πο πιαν τν δρτα κα τ αμα τν πτωχν ργατν, ο ποοι δολεψαν σκληρ χωρς ν προυν τν μοιβ τους. Υπρξαν κμεταλλευτς κα διεφθαρμνοι. Κι λοι ατο χι μνο δν τιμωρθηκαν γι τ δικματ τους, λλ πρασαν μα εχριστη κα νετη ζω, μ τιμς κα δξες. ᾿Αντθετα νθρωποι τμιοι κα ελικρινες, πραγματικο ρωες, πο λαμψαν μ τ ζω τους, χι μνο δν τιμθηκαν, δν δοξσθηκαν, λλ πολλο π’ ατος καταδιχθηκαν, συκοφαντθηκαν, πολεμθηκαν σκληρ, σπισαν στς φυλακς πθαναν στς ξορες, βασανσθηκαν κα πτισαν τ γ μ τ αμα τους.

Ἄν θνατος σημεινει τ τρμα τς ζως μας, πο εναι δικαιοσνη κα πς ξηγεται σιωπ το Θεο ναντι τς τσης δικας; Ο γιος ᾿Ιωννης Χρυσστομος, πο γνρισε τν γιτητα κα τν εδε ν καταδικεται ν βραβευταν δικα, πο μελτησε τν κσμο λλ κα τν πκοσμο, κνει τν ξς συλλογισμ· Η πικρτηση τς δικας στ γ τρα πργματα μπορε ν σημανει:

Ι) Δν πρχει Θες.

ΙΙ) Υπρχει Θες κα εναι δικος.

ΙΙΙ) Υπρχει Θες δκαιος πο μακροθυμε κα θ κρνει τν καθνα κατ τ ργα του στ μλλουσα κρση.

Ο δο πρτες προτσεις πορρπτονται, διτι εναι τοπες κα παρλογες. Πς ν δικαιολογσω τ δημιουργα το κσμου, τν τξη κα τν ρμονα πο πικρατε στ σμπαν, ν δν παραδχομαι τν παρξη το Θεο; Ν δεχθ πλι τι Θες εναι σκληρς κα δικος, ταν καθημεριν παρατηρ γρω μου τσα φαινμενα κα περιστατικ πο πογραμμζουν τν πειρη γαθτητα κα στοργ του γι τν κσμο; Ετσι μ τ μαθηματικ μθοδο τς «ες τοπον παγωγς» γιος Χρυσστομος ποδεικνει τι δικαιοσνη το Θεο μς βεβαινει γι τ μλλουσα κρση.

Τ χειμνα, λει νας π τος μεγαλτερους νετερους θεολγους, εμνηστος Κ. Καλλνικος, τ χινι σκεπζει τ πντα κτω π τν λευκ χιτνα του. Οταν μως ρχζει νοιξη κα λεινει τ χινι, μπορομε πλον ν διακρνουμε πο πρχουν λουλοδια κα πο γκθια, πο εωδιαστο κποι κα πο σκουπδια κα κοπρις. Ετσι μι μρα θ λεισει τ κλυμμα ατς τς ζως, θ πσει αλαα κα ττε λα θ μφανισθον γυμν κα τετραχηλισμνα. 

 

2. ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

α. Ο προφητεες

Στν γα Γραφ περιχονται κατοντδες προφητεες. ᾿Αναφρω πρχειρα μερικς π τς προφητεες το προφτη ᾿Ησαα, σχετικ μ τ τλος διαφρων πλεων κα λαν:

* Λει τι Βαβυλνα θ καταστραφε κα θ μενει κατοκητη ες τν αἰώνα (᾿Ησ 13,19-20· 14, 23-25).

* Προφητεει πσης τν λοκληρωτικ καταστροφ τς Μωαβτιδος (κεφ. 15-16).

* Γι τν Τρο προλγει τι μετ τν καταστροφ της θ κτισθε κα πλι κα θ εναι μπορικ κντρο (κεφ. 23).

Κα λα ατ κπληρνονται μ κρβεια, πως καθνας μπορε ν διαπιστσει, μελετντας τν στορα. ᾿Αλλ κα λες ο λλες προφητεες τς γας Γραφς χουν κπληρωθε. Μνουν νεκπλρωτες μνο ο προφητεες πο μιλον γι τ τλος το κσμου, τ Δευτρα Παρουσα το Κυρου, τ μλλουσα κρση, τν κλαση κα τν παρδεισο.

Δν εναι μα κα δο λλ δεκδες ο περικοπς πο ρητ κα κατηγορηματικ ξαγγλλουν τι «πκειται τος νθρποις παξ ποθανεν, μετ δ τοτο κρσις» (Εβ 9,27). Ο θνατος εναι να γεγονς πο θ συμβε σ λους τος νθρπους. Ολοι κποτε θ πεθνουμε. Δν σημανει μως τ γεγονς το θαντου τ τλος. Θ κολουθσει μεγλη κρση. «Τος γρ πντας μς φανερωθναι δε μπροσθεν το βματος το Χριστο, να κομσηται καστος τ δι το σματος πρς πραξεν, ετε γαθν ετε κακν» (Β Κο 5,10), κηρττει πστολος Παλος κα τ διψευστο στμα το Κυρου μας διαβεβαινει· «ρχεται ρα ν πντες ο ν τος μνημεοις κοσονται τς φωνς ατο, κα κπορεσονται ο τ γαθ ποισαντες ες νστασιν ζως, ο δ τ φαλα πρξαντες ες νστασιν κρσεως» (᾿Ιω 5,28-29).

Ἐφσον μ ελικρνεια κα συνπεια διαβζουμε τν γα Γραφ κα βλπουμε ν κπληρνονται ο περισστερες προφητεες της, εμαστε ποχρεωμνοι ν περιμνουμε κα τν κπλρωση τς προφητεας γι τ μλλουσα κρση, γι τν παρδεισο κα τν κλαση.

 

 

 β. Η πσχεση το ᾿Ιησο Χριστο

 Τ διο τ πρσωπο το Κυρου μν ᾿Ιησο Χριστο εναι πι δυνατ βεβαιτητα, τ πι τρνταχτο πιχερημα γι τν λθεια τς Δευτρας Παρουσας του κα τς μελλοσης κρσεως. Κατ’ πανληψη τνισε κα πανλαβε τν πσχεσ του τι θ ξαναλθει. Ρητ χε παραγγελα του· «Εστωσαν μν α σφες περιεζωσμναι κα ο λχνοι καιμενοι» (Λκ 12,35). Ζστε καλ τ μση σας, κραττε ναμμνες τς λαμπδες σας κα περιμνετε. Εναι ββαιο τι θ ξαναλθει Κριος, γνωστο μως πτε θ λθει. Ατ μς ποχρενει ν τν περιμνουμε κθε μρα, κθε ρα, κθε στιγμ.

Πολλο παραδχονται τν ᾿Ιησο Χριστ ς τν μεγαλτερο κοινωνικ ναμορφωτ, τν θαυμζουν ς τ ψηλτερο θικ νστημα, τν γκωμιζουν ς τν μοναδικ διδσκαλο τς ληθεας. ᾿Εντοτοις μφισβητον τ μλλουσα κρση, σοκρονται π τς εκνες κα τς περιγραφς τς κολσεως, τς ποες δνει γα Γραφ. ᾿Αλλ μα ττοια μφισβτηση ποδεικνει τι στν πραγματικτητα ο νθρωποι ατο δν δχονται τν ληθιν Χριστ. ᾿Εξυμνον κα θαυμζουν να πρσωπο πο πρξε πλνος κα πατενας, πο δν εχε καμα σχση μ τν ξιοπιστα κα τν γαθτητα το ᾿Ιησο Χριστο.

Ἐπιπλον, λγος δν εναι γι μα θεωρα στω γι τ χαρακτηρισμ νς προσπου. Ο ᾿Ιησος Χριστς, μ τ διαβεβαωσ του γι τ μλλουσα ζω, πηρασε τν στορα κι γινε ατα ν ταλαιπωρηθον, ν κακοποιηθον κα ν δηγηθον στ θνατο κατομμρια νθρπων, ο ποοι πκνωσαν τς φλαγγες τν μαρτρων κα τν γων τς πστεως. Αν δν ληθεει πσχεσ του γι τν παρδεισο, πς θ ξηγσουμε τ μαρτρια τν γων; Πς θ δικαιολογσουμε π.χ. τν φρικτ θνατο τν Σαρντα μαρτρων στν παγωμνη λμνη τς Σεβστειας, πο καθς νιωθαν τ νκρωση ν τυλγει να - να τ μλη τους ψαλλαν· «Δριμς χειμν, λλ γλυκς παρδεισος, λγειν πξις, λλ’ δεα πλαυσις», πειδ κριβς πστεψαν στ μετ θνατον πραγματικτητα πο ποσχθηκε Χριστς; Εναι δυνατν ν παραδεχθομε τι επε ψματα Χριστς, ατς πο γι’ ατ κριβς ρθε στν κσμο, γι ν μς ποκαλψει τν λθεια (᾿Ιω 18,37) κα γι χρη τς ληθεας δχθηκε τ σταυρικ θνατο;

Διαψεδεται, λοιπν, π τν δια τν στορα σχυρισμς τι δν εναι πραγματικτητα κλαση κα παρδεισος κα ο ποστηρικτς το σχυρισμο ατο ποδεικνονται ντιφατικο, παρλογοι κα ξωπραγματικο.

 

3. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Ἕνας κμη διψευστος μρτυρας κα ξιπιστος γγυητς, πο μς βεβαινει τι θ ξαναρθει Κριος γι ν κρνει τν κσμο κα ν ποδσει στν κθε νθρωπο νλογα μ τ ργα του, εναι δια ᾿Εκκλησα. ᾿Αλλ τ εναι ᾿Εκκλησα;

* Εναι τ σνολο τν πιστν, πο μ τν πιφοτηση το γου Πνεματος τν μρα τς Πεντηκοστς ποτλεσαν να σμα μ κεφαλ τν Χριστ.

* Εναι τ σμα το Χριστο ᾿Εκκλησα, πο ποτελεται π τ σνολο τν ψυχν πο βαπτζονται στ νομα τς γας Τριδος, πιστεουν στ λγο το Θεο κα τν μελετον, πο κοινωνον τν χρντων μυστηρων, γωνζονται ναντον τς σρκας, το κσμου κα το διαβλου, πονω π’ λα- φλγονται π γπη πρς τν γλυκτατο ᾿Ιησο, τν Νυμφο τς ᾿Εκκλησας, κα πακον πιστ στ θλημ του.

* Εναι ατο πο διαθτουν προσωπικ μπειρα τς ναστσεως το Κυρου, διτι ζησαν ο διοι τν πνευματικ νσταση π τ μνματα τν παθν κα τν πιθυμιν κι τσι εναι σ θση ν βεβαισουν ς ξιπιστοι μρτυρες τ μλλουσα νσταση κα κρση.

Ατ, λοιπν, ᾿Εκκλησα, ζωνταν κα ραα νμφη το Κυρου μν ᾿Ιησο Χριστο, ποτελε μα στορικ πραγματικτητα διαμφισβτητη. ᾿Απ τν μρα τς δρσες της μχρι σμερα κα στος αἰῶνες τν αἰώνων πρχει ᾿Εκκλησα κα καταθτει τ μαρτυρα της. Εναι νας μρτυς. Κα τ μρτυς! Ενας γνς κα λαμπρς μρτυς, πο πιβεβαινει τ μαρτυρικ κατθεσ της μ τ μαρτριο τν παιδιν της. Αλλοτε ς νμφη λλευκη ᾿Εκκλησα μ τος γους κα παρθνους της, κι λλοτε ς βασλισσα πορφυροντυμνη μ τος αματοβαμμνους μρτυρς της, μαρτυρε κα καταθτει στν στορα το κσμου τν νσταση το ᾿Ιησο Χριστο κα τ Δευτρα Παρουσα του.

Ἀλλ ᾿Εκκλησα δν καταθτει μνο τ μαρτυρα της γι τ Δευτρα Παρουσα το Κυρου κα τ μλλουσα κρση. Εναι κα ατ πο τ γγυται. ᾿Αποτελε ᾿Εκκλησα, θ λγαμε, ναν μηρο στ χρια το κσμου. Πς ν μν ξαναρθει στ γ Χριστς, φο κσμος κρατ μηρο ,τι κλεκττερο, τν γαπημνη νμφη το Κυρου, ατ τν ποα Θενθρωπος ξαγρασε μ τ διο τ αμα του;

Ἐπιπλον ᾿Εκκλησα, ζωντανς μρτυρας κα γγυητς τς Δευτρας Παρουσας το Χριστο, εναι ατ πο ξαγγλλει στν κσμο τ μλλουσα κρση. Στν πρτη κολουθα το μερονυκτου, στ Μεσονυκτικ, ᾿Εκκλησα διακηρττει τν ρχομ το Νυμφου της μ τν μνο:

«᾿Ιδο Νυμφος ρχεται

ἐν τ μσ τς νυκτς·

κα μακριος δολος

ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα.

Ἀνξιος δ πλιν ὅν ερσει αθυμοντα.

Βλπε ον, ψυχ μου,

μ τ πν κατενεχθς,

ἵνα μή τ θαντ παραδοθς,

κα τς βασιλεας ξω κλεισθς·

ἀλλ ννηψον κρζουσα·

ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν,

δι τς Θεοτκου λησον μς».

Ὄχι μνο μ τ λατρεα της, λλ κα μ τν λη ζω της ᾿Εκκλησα εναι νμφη πο περιμνει τν πνοδο το Κυρου. ᾿Αποδδοντας τν κεσα τς ᾿Αποκαλψεως «Να, ρχου, Κριε ᾿Ιησο» (᾿Απ 22,20) στν πωδ το ποιματς του «Συμπσιον τν δκα παρθνων», γιος Μεθδιος ᾿Ολμπου γρφει να προχο δστιχο, τ ποο ψαλλαν συχν ο πρτοι χριστιανο· «Αγνεω σοι, κα λαμπδας φαεσφρους κρατοσα, Νυμφε, παντνω σοι». Μ πλ λγια· «Χριστ, Νυμφε μου, θ μνω γνς στν κσμο ατ τς βρομις κα τς πτης, θ κρατ ναμμνη τ λαμπδα τς γπης κα θ σ περιμνω».

Γι χρη τς ᾿Εκκλησας του Κριος εναι ποχρεωμνος, θ λεγα μ μα νθρπινη κφραση, ν ξαναρθει στ γ· τ παιτε νμφη του! Ο ψυχς «τν πεπελεκισμνων» (᾿Απ 20,4) στ θυσιαστριο το ορανο, λλ κα «τ μικρν πομνιον» (Λκ 12,32) το Κυρου δ στ γ, πο δικα σφαγιζεται, νας λκληρος κλεκτς λας, πο τυραννιται κα βασανζεται μσα στν πιστο κα ντθεο κσμο, ψνει καρδιβγαλτη τν προσευχ του στν Κριο το ορανο· «ως πτε;» (᾿Απ 6,10). ᾿Επισπεδει ᾿Εκκλησα τν πφαση το Κυρου «ρχομαι ταχ!» (᾿Απ 22,20). Τ γιο Πνεμα, πο κατευθνει τν ᾿Εκκλησα, λλ κα δια νμφη, ᾿Εκκλησα, κετεουν· «Να ρχου, Κριε ᾿Ιησο»! Σν ν λει ᾿Εκκλησα· «᾿Απστασα ν περιμνω. Ελα, Κριε». Τ «ρχου» τς ᾿Εκκλησας, τ «ως πτε;», τ «δο Νυμφος», τ «γνεω Σοι», μαρτυρα τς ᾿Εκκλησας ποτελον να μρτυρα ξιπιστο, ναν γγυητ τς Δευτρας Παρουσας το Κυρου κα τς μελλοσης κρσεως, βεβαινουν τν παρξη το παραδεσου κα τς κολσεως.

 

Εὔλογα ἐρωτήματα

1. ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΟΛΑΣΗ;

῞Ολα τά ἐπιχειρήματα πού ἀνέφερα καί πού ἀποδεικνύουν περίτρανα τήν ἀλήθεια τῆς μετά θάνατον πραγματικότητας δέν ἀναιροῦνται μέν, ἀλλά φαίνονται ἀδύναμα νά πείσουν, ὅταν καταλαμβάνει τή σκέψη μας ἡ ζάλη τῶν ἀμφιβόλων λογισμῶν. Μάλιστα οἱ λογισμοί αὐτοί δέν ἐμφανίζονται καθόλου μέ τή μορφή τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἀρνήσεως. ᾿Αντίθετα φαίνονται νά ἐμπνέονται ἀπό μία ὑπερβολική σύνεση καί εὐλάβεια πρός τόν πανάγαθο Θεό. Μόλις θελήσει κάποιος νά μιλήσει γιά τήν κόλαση, ἔρχεται ἀμέσως ἀντιμέτωπος μέ τό ἐρώτημα· «῾Υπάρχει κόλαση;». Καί ἀκολουθεῖ ὁ λογισμός· «Πῶς συμβιβάζεται ἡ σκληρή καί αἰώνια τιμωρία τῶν ἀνθρώπων μέ τήν ἀγαθότητα καί τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ; ῞Οταν ἕνας ἄνθρωπος πατέρας κάμπτεται ἀπό τό φίλτρο τό πατρικό καί συγχωρεῖ τό ἄσωτο παιδί του, εἶναι δυνατόν ὁ πανάγαθος Θεός νά ἀνεχθεῖ τήν αἰώνια τιμωρία τῶν πλασμάτων του;». Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νά ἀπαντήσουμε στά ἐρωτήματα αὐτά.

α. «Μή ὄν»
῾Η κόλαση εἶναι μία τραγική πραγματικότητα τήν ὁποία γνωρίζουν οἱ ἀσεβεῖς καί ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, πού δέν ἀναγνωρίζουν τόν Κύριο καί δέν δέχονται τή σωτηρία καί τή λύτρωση πού αὐτός προσφέρει. ῾Η ἄποψη ὅτι δημιουργός τῆς κολάσεως εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τήν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν, δέν στηρίζεται στή διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς. Σύμφωνα μ’ αὐτήν ἡ κόλαση δέν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι δέν εἶναι κάτι θετικό, ἀλλά μία ἄρνηση, ἕνα «μή ὄν», κατά τήν πατερική διατύπωση. Μιλοῦμε γιά δημιουργία φωτός καί ὄχι σκότους, διότι τό σκότος δέν εἶναι μία ὀντότης, εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀπουσία τοῦ φωτός. Μιλοῦμε ἐπίσης γιά ἀγάπη καί ὁρίζουμε τό μίσος ὡς ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Παρόμοια, ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγή κάθε ἀγαθοῦ, συνεπάγεται τήν κόλαση.

β. ῾Ετοιμάσθηκε γιά τόν διάβολο
Τήν κόλαση δέν τήν ἔκανε ὁ Θεός. Πολύ περισσότερο δέν τήν ἔκανε γιά τούς ἀνθρώπους. Τήν διάλεξε ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐπαναστάτησε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἀναρχικός, μέ ἀποτέλεσμα νά ξεκοπεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἀπό ἑωσφόρος ἔγινε σατανάς· ἀπό τήν κατάσταση τοῦ φωτός καί τῆς δόξης ἔπεσε στήν κατάσταση τοῦ σκότους, τοῦ ἅδη, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν κατάσταση τῆς κολάσεως.
῾Η δημιουργία, λοιπόν, τῆς κολάσεως ὑπῆρξε ἡ ἄμεση συνέπεια τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ διαβόλου ἀπό τόν Θεό. Γιά τόν διάβολο καί τούς ἀγγέλους του εἶχε ἑτοιμασθεῖ ἡ κόλαση, ὅπως ἀποκαλύπτει τό ἀδιάψευστο στόμα τοῦ Κυρίου μας στή μοναδική ἐκείνη προφητεία του γιά τή μέλλουσα κρίση, ὅπου τόν ἀκοῦμε νά λέει στούς κολασμένους· «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Μθ 25,41).
Οἱ ἄνθρωποι πού παραδόθηκαν στόν διάβολο κι ἔκοψαν κάθε δεσμό πού τούς ἕνωνε μέ τόν Θεό, μόνοι τους τοποθετοῦν τόν ἑαυτό τους στήν κόλαση. Αὐτοί, κι ἄν ἀκόμη ὑποθέσουμε ὅτι τούς ἀνάγκαζε ὁ Θεός νά μείνουν στόν παράδεισο, δέν θά τόν ἄντεχαν, διότι δέν ἀντέχουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ.

γ. Τί εἶναι ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ
Δέν ὀργίζεται ποτέ ὁ Θεός ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ ἴδια ἡ φύση του εἶναι ἀπαθής. ῾Ο Θεός εἶναι ἀγάπη. Οὔτε νά θυμώσει μπορεῖ οὔτε νά ἐκδικηθεῖ τούς κακούς. Γιατί ὅμως ἡ ἁγία Γραφή καί μάλιστα ἡ Παλαιά Διαθήκη μιλᾶ τόσο συχνά γιά ὀργή καί θυμό τοῦ Θεοῦ; Τή θεολογική ἑρμηνεία αὐτοῦ πού ὀνομάζουμε θυμό καί ὀργή τοῦ Θεοῦ τή διατυπώνει πολύ καθαρά ὁ προφήτης Δαυΐδ στόν 37ο ψαλμό·
 «Οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου
 ἀπό προσώπου τῆς ὀργῆς σου·
 οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου
 ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου» (στ. 4).

῾Ο ἁμαρτωλός ἄνθρωπος λέει στόν Θεό· «Τό ὀργισμένο σου πρόσωπο δέν ἀφήνει νά γιάνει ἡ σάρκα μου, ἡ ἁμαρτωλή ζωή μου δέν ἀφήνει νά εἰρηνεύσουν τά κόκκαλά μου». Αὐτό πού στό α´ ἡμιστίχιο τοῦ ψαλμοῦ ὀνομάζεται «ἴασις τῆς σαρκός», στό β´ λέγεται «εἰρήνη τῶν ὀστέων». ᾿Αντίστοιχα τό «πρόσωπον ὀργῆς» τοῦ α´ ἡμιστιχίου ὀνομάζεται «πρόσωπο τῶν ἁμαρτιῶν». Δηλαδή ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτία μας, πού μᾶς ταλαιπωρεῖ καί μᾶς συνθλίβει.
Τά ἁμαρτήματα καί ἡ ἀθλιότητα τοῦ ἁμαρτωλοῦ δημιουργοῦν ἕνα διάφραγμα καί χωρίζουν τήν ψυχή του ἀπό τόν Θεό. ῎Ερχονται σάν ἕνα σκοτεινό σύννεφο καί κρύβουν ἀπό τά μάτια του τόν οὐρανό. ῾Η διακοπή τῆς ἐπαφῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό ἀφαιρεῖ τήν εἰρήνη τοῦ πρώτου, κάνει θλιβερή τή ζωή του καί διαταράσσει ὅλη τήν ὕπαρξή του. Αὐτή τήν ὀδυνηρή γιά τόν ἄνθρωπο κατάσταση, ὅταν θέλουμε νά τήν ἐκφράσουμε σέ ἐνεργητική διάθεση, τήν ἀποδίδουμε λέγοντας ὅτι ὁ Θεός θυμώνει καί ὀργίζεται ἤ ὁ Θεός τιμωρεῖ.
῾Απλούστερα καταλαβαίνουμε τήν ἀλήθεια αὐτή μέ ὁρισμένα παραδείγματα ἀπό τήν καθημερινή ζωή.
* Φαντασθεῖτε ἕναν πατέρα πού κάθεται στήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καί μέ ἀνοιχτή τήν ἀγκαλιά περιμένει νά ὑποδεχθεῖ τά δύο παιδιά του, πού ἐπιστρέφουν ἀπό τό σχολεῖο. Τό πρῶτο παιδί ἔχει πάρει ἄριστα στά μαθήματα καί στή διαγωγή. Μόλις βλέπει τόν πατέρα του, νομίζει ὅτι ἐκεῖνος ἔμαθε τά εὐχάριστα νέα του καί γι’ αὐτό τό λόγο βγῆκε νά τό καλοδεχθεῖ καί νά τό συγχαρεῖ. Αἰσθάνεται ἤδη στό ἱλαρό πρόσωπο τοῦ πατέρα ὅλη τήν ἀγάπη καί τή στοργή του κι ὁρμᾶ χαρούμενο στήν πατρική ἀγκαλιά, γιά νά ἐκφράσει τή χαρά του καί νά τή νιώσει διπλή, καθώς τή μοιράζεται μέ τόν ἀγαπημένο του πατέρα.
Τό ἄλλο παιδί ὅμως πού πῆγε ἄσχημα στά μαθήματα, ἔμεινε στάσιμο καί χαρακτηρίσθηκε κακή ἡ διαγωγή του, καθώς βλέπει τόν ἴδιο πατέρα, μέ τίς ἴδιες διαθέσεις, τόν νιώθει ἐντελῶς διαφορετικά. Νομίζει ὅτι βγῆκε καί τό περιμένει γιά νά τό δείρει, νά τό τιμωρήσει. Γι’ αὐτό τρέμει κι ἀπομακρύνεται φοβισμένο.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει στή σχέση μας μέ τόν Θεό. ᾿Εκεῖνος πού πιστεύει καί ἀγαπᾶ τόν Θεό, πού ἀγωνίζεται νά ἐφαρμόσει τό θέλημά του καί ζῆ ἐν μετανοίᾳ ἐδῶ στή γῆ, λαχταρᾶ τή συνάντηση μαζί του καί, ὅταν φύγει ἀπό τή γῆ αὐτή χαίρεται στόν παράδεισο. ᾿Εκεῖνος ὅμως πού πέρασε τή ζωή του στήν ἀσέβεια καί ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο ἀμετανόητος, τρέμει στή θέα τοῦ Κυρίου.
* ᾿Ανατέλλει τό πρωί ὁ ἥλιος καί φωτίζεται ἡ πλάση. Οἱ ἡλιακές ἀκτίνες ζεσταίνουν τόν πάγο καί τόν λειώνουν, ζωογονοῦν τά φυτά. Οἱ ἴδιες ἀκτίνες καθώς πέφτουν πάνω στή λάσπη τήν ξηραίνουν καί τή σκληραίνουν καί μαραίνουν τά φυτά ἐκεῖνα πού, μή ἔχοντας ρίζα, χάνουν τήν ἰκμάδα τους. ᾿Ασφαλῶς τό μυστικό τῆς διαφορᾶς βρίσκεται στά ἴδια τά ὑλικά πού δέχονται τήν ἡλιακή ἀκτινοβολία.
* Μία πινακίδα ἐπάνω στό ἠλεκτροφόρο καλώδιο, πού προστατεύει τήν ἰδιοκτησία κάποιου, πληροφορεῖ τούς ἀνθρώπους ὅτι δέν πρέπει νά ἀγγίζουν τό καλώδιο, διότι σ’ αὐτό ὑπάρχει «Κίνδυνος - Θάνατος». ῾Ο κλέφτης ἀδιαφορεῖ γιά τήν πινακίδα καί προσπαθεῖ νά οἰκειοποιηθεῖ τά ξένα ἀγαθά, μέ ἀποτέλεσμα νά πάθει ἠλεκτροπληξία καί νά πέσει κάτω νεκρός. Ποιός θά κατηγορήσει τόν ἰδιοκτήτη τῆς περιουσίας γιά τό θάνατο αὐτό; Κανείς.
Παρόμοια ὁ Θεός θέσπισε τά ὅρια τῆς ζωῆς μας, μέ τά ὁποῖα μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο ὅπου αὐτή μᾶς ὁδηγεῖ. ῞Οταν ἐμεῖς ἐν γνώσει μας παραβαίνουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, περιφρονοῦμε τήν ἐντολή του καί κάνουμε τήν ἁμαρτία, φυσικό εἶναι νά ὁδηγηθοῦμε στόν πνευματικό, στόν αἰώνιο θάνατο, στήν κόλαση. Δέν μποροῦμε ὅμως νά κατηγορήσουμε γι’ αὐτό τόν Θεό, διότι ἀκριβῶς τό θέλημα καί ἡ ἐντολή του γίνεται αἰτία σωτηρίας γιά ἐκείνους πού ὑπακοῦν. Τό φῶς τῆς Θεότητας, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, τούς μέν δικαίους, τούς ἐκλεκτούς καί τούς μετανοημένους ἁμαρτωλούς τούς φωτίζει καί τούς εὐφραίνει, ἐνῶ γιά τούς ἀδίκους καί τούς ἀμετανοήτους γίνεται φωτιά πού τούς καίει.

δ. ῎Αλλης συχνότητας
Πολλοί δυσκολεύονται νά παραδεχθοῦν τή μέλλουσα πραγματικότητα, διότι δέν βρίσκουν μία ἱκανοποιητική ἀπάντηση στό ἐρώτημα πῶς εἶναι ἡ κόλαση καί ὁ παράδεισος. ῎Αλλοι μέ δίψα ἀναζητοῦν περιγραφές καί ὁράματα, πού μέ τίς λεπτομερεῖς διηγήσεις τους ἱκανοποιοῦν μόνο τήν ἀνθρώπινη περιέργεια σχετικά μέ τή μορφή καί τή ζωή τοῦ παραδείσου καί τῆς κολάσεως. ῎Αλλοι πάλι ὑψώνουν μέ ἀδιαφορία τούς ὤμους ἤ γελοῦν περιφρονητικά, ὅταν ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά τά θέματα αὐτά, διότι βρίσκουν παιδαριώδεις καί φανταστικές αὐτές τίς διηγήσεις.
Σέ ὅλους αὐτούς πρέπει νά ἐξηγήσουμε ὅτι ἡ μεταφυσική πραγματικότητα ὑπάρχει σέ μία ἄλλη διάσταση, σέ ἄλλη συχνότητα, τήν πνευματική. Εἶναι ἀδύνατο νά τήν κατανοήσει, πολύ περισσότερο νά τήν ἐκφράσει ὁ ἄνθρωπος.
῾Υποθέστε ὅτι μία μέλισσα μέ κάποιο ὑπερφυσικό τρόπο γινόταν ἄνθρωπος, γνώριζε τόν ἀνθρώπινο πολιτισμό, ζοῦσε στήν ἀνθρώπινη κοινωνία καί ἔπειτα ἐπανερχόταν στήν κατάσταση τῆς μέλισσας καί ἀναλάμβανε νά μεταφέρει στίς ἄλλες μέλισσες τί εἶδε καί τί ἄκουσε ὡς ἄνθρωπος. Θά ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατη μία τέτοια μεταφορά, διότι σέ ἄλλη διάσταση ζῆ ἡ μέλισσα καί σέ ἄλλη ὁ ἄνθρωπος. ῎Η, γιά νά χρησιμοποιήσω ἕνα πιθανότερο παράδειγμα, σκεφθεῖτε ὅτι παίρνουμε ἕναν πρωτόγονο ὑπανάπτυκτο ἄνθρωπο ἀπό αὐτούς πού ζοῦν σάν τά ἄγρια θηρία καί πού συνεννοοῦνται μ’ ἕνα πενιχρότατο λεξιλόγιο 300-500 λέξεων, ἕναν Κάφρο π.χ. ἤ ἕναν ᾿Εσκιμῶο. Τόν ἡμιάγριο αὐτόν τόν ἐγκαθιστοῦμε στό Παρίσι, στή Ν. ῾Υόρκη, στή Μόσχα ἤ σέ κάποια ἄλλη μεγαλούπολη. Φαντασθεῖτε τον νά περιεργάζεται καί νά χρησιμοποιεῖ τά σύγχρονα ἐπιτεύγματα τοῦ πολιτισμοῦ, νά χειρίζεται ὑπολογιστές, νά κάνει ἕνα διαστημικό ταξίδι. Μετά ἀπό ὅλα αὐτά, τόν ξαναφέρνουμε στούς ἀνθρώπους τῆς φυλῆς του. Γεμάτοι ἐνδιαφέρον ἐκεῖνοι ζητοῦν νά μάθουν τίς ἐμπειρίες πού γνώρισε στή νέα του ζωή. Τόν πολιορκοῦν μέ ἐπίμονες ἐρωτήσεις. Τί νά τούς πεῖ ὅμως, πῶς νά ἐκφράσει αὐτά πού γνώρισε; Θά ἐπαναλαμβάνει ὅτι εἶδε καί ἄκουσε παράξενα πράγματα, ὅτι εἶχε πρωτόγνωρες ἐμπειρίες, ἀλλά δέν θά ᾿χει τή δυνατότητα νά μεταφέρει τίποτε ἀπό αὐτά πού ἔζησε. Κάθε περιγραφή αὐτόν μέν δέν θά τόν ἱκανοποιεῖ, διότι δέν θά ἀποδίδει τήν πραγματικότητα, στούς ὁμοφύλους του δέ θά δίνει μία πολύ ὑποτυπώδη εἰκόνα.
Αὐτήν τήν ἀλήθεια καταθέτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέ τήν εἰκόνα τοῦ νηπίου, πού χρησιμοποιεῖ στό Α´ Κο 13,11· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου». Εἶναι πολύ νηπιώδης ἡ κατάστασή μας ἐδῶ στή γῆ. Δέν μᾶς παρέχει τίς προϋποθέσεις γιά νά συλλάβουμε καί νά ἐννοήσουμε τήν πέραν τοῦ τάφου πραγματικότητα. Γι’ αὐτό εἶναι ὑποτυπώδεις καί ἀτελέστατες οἱ διάφορες εἰκόνες καί παραστάσεις πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἁγία Γραφή γιά τόν παράδεισο, ὅπως ἡ εἰκόνα τοῦ ὡραίου κήπου, τοῦ βασιλικοῦ γάμου, τοῦ πλουσίου δείπνου κτλ. Μέ τίς ἁπλοϊκές αὐτές παραστάσεις, πού ἐκφράζουν τήν εὐφροσύνη, τή χαρά καί τήν ἀπόλαυση στήν ἐπίγεια ζωή μας, προσπαθεῖ νά μᾶς δώσει μία εἰκόνα τοῦ ἀσύλληπτου ὑπερφυσικοῦ μεγαλείου. Μέ ἀντίστοιχες δυσάρεστες καί φρικτές παραστάσεις τῆς παρούσης ζωῆς, ὅπως σκοτάδι, φωτιά, σκουλήκια κτλ., προσπαθεῖ νά μᾶς δώσει τήν εἰκόνα τῆς κολάσεως. Περισσότερα δέν θά μπορούσαμε νά καταλάβουμε, διότι δέν ἔχουμε ἀνάλογες παραστάσεις.
 
ε. ᾿Ανθρωπομορφικές οἱ περιγραφές
῞Ολες οἱ ἐκφράσεις καί περιγραφές μέ τίς ὁποῖες ἀναφέρεται ἡ ἁγία Γραφή στήν κόλαση καί στόν παράδεισο εἶναι καθαρῶς ἀνθρωπομορφικές. ᾿Ανθρωποπρεπῶς καί ὄχι θεοπρεπῶς ἐκφράζεται στίς περιπτώσεις αὐτές ἡ ἁγία Γραφή, ἐπισημαίνουν οἱ πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Τονίζουν ὅμως ὅτι οἱ ἀνθρωποπαθεῖς εἰκόνες προσφέρονται γιά τήν παχύτητα τῆς δικῆς μας ἀντιλήψεως. «᾿Επειδή ἀκοῦς γιά φωτιά», λέει ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης Χρυσόστομος, «μή νομίσεις ὅτι εἶναι τέτοια ἐκείνη ἡ φωτιά. Δέν εἶναι ὑλική σάν τή δική μας φωτιά, ἀλλά τέτοια πού γνωρίζει ὁ Θεός».
᾿Αργότερα, καί μάλιστα στό μεσαίωνα, οἱ ἀνθρωποπαθεῖς παραστάσεις πλήθυναν καί ἡ φαντασία σχετικά μ’ αὐτές ὀργίασε. Στό ὑλικό τῆς ρητορείας προστέθηκε ἡ ποιητική καί ἡ λοιπή καλλιτεχνική παραγωγή. ῞Ολα αὐτά ἐνέπνευσαν πλῆθος ἀποκρύφων ἱστοριῶν, πού κυκλοφόρησαν σέ φυλλάδια καί ὅπου γίνονται φρικτές περιγραφές τῆς κολάσεως.
Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὁ μέν λαός νά τρομοκρατεῖται ἀπό τίς περίεργες αὐτές παραστάσεις, οἱ δέ κάπως διανοούμενοι, πού νομίζουν ὅτι εἶναι «καλλιεργημένοι ἄνθρωποι», νά δυσανασχετοῦν καί νά διατυπώνουν τό ἐρώτημα· «Εἶναι δυνατόν νά συμβαίνουν αὐτά;». Τέλος, οἱ ὀρθολογιστές ἔδωσαν ἀρνητική ἀπάντηση στό ἐρώτημα καί μαζί μέ τήν τερατώδη εἰκόνα τῆς κολάσεως ἀπέρριψαν καί τόν ποθητό, πανωραῖο καί γλυκύτατο παράδεισο καί τόν ἴδιο τόν κριτή Θεό.

 

2. ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ;

῾Η Καινή Διαθήκη δηλώνει τήν κατάσταση τῆς κολάσεως μέ τά ἑξῆς ὀνόματα· ἀπώλεια (Φι 3,19· Β´ Πέ 2,3), ὄλεθρος αἰώνιος (Β´ Θε 1,9), θλῖψις μεγάλη (Μθ 24,21), μέλλουσα ὀργή (Μθ 3,7· Λκ 3,7), κόλασις αἰώνιος (Μθ 25,46), πῦρ αἰώνιον (Μθ 18,8), πῦρ ἄσβεστον (Μρ 9,43), ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καί τό πῦρ οὐ σβέννυται (Μρ 9,44), πῦρ ἐσθῖον τούς ὑπεναντίους (῾Εβ 10,27), κάμινος τοῦ πυρός (Μθ 13,42), σκότος ἐξώτερον (Μθ 8,12· 22,13· 25,30), ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων (Μθ 8,12· 24,51· Λκ 13,28), ζόφος τοῦ σκότους εἰς τόν αἰῶνα τετηρημένος (Β´ Πέ 2,17· ᾿Ιδ 13), θάνατος (᾿Απ 21,4), δεύτερος θάνατος (᾿Απ 20,14). ᾿Αλλά ἡ πιό συγκλονιστική ὀνομασία τῆς κολάσεως γιά τούς συγχρόνους τοῦ Κυρίου ἦταν «γέεννα» (Μθ 5,22. 29· 10,28 κ.ἄ. Μρ 9,43. 47· Λκ 12,5· ᾿Ια 3,6), διότι σήμαινε ἕναν συγκεκριμένο τόπο, τόν ὁποῖο γνώριζαν ὅλοι.

α. Γέεννα
Γέεννα ἤ φάραγξ τοῦ ᾿Εννόμ λεγόταν ἕνα φαράγγι, μία χαράδρα ἔξω ἀπό τά ᾿Ιεροσόλυμα. ῾Ο τόπος αὐτός εἶχε μιανθεῖ μέ τή λατρεία τοῦ εἰδωλολατρικοῦ θεοῦ Μολώχ, στόν ὁποῖο γίνονταν ἀνθρωποθυσίες. Πάνω στά χέρια τοῦ πυρωμένου χάλκινου ἀγάλματος ἐναπέθεταν οἱ ᾿Ισραηλίτισσες τά βρέφη τους, γιά νά καοῦν ζωντανά καί νά συμμετέχουν ἔτσι στή βάρβαρη καί ἀποτροπιαστική λατρεία τοῦ Μολώχ.
᾿Αργότερα, ὅταν ὁ λαός μετανόησε γιά τήν παρεκτροπή, ἔδειξε κι ὅλη τήν ἀποστροφή του στόν βδελυρό τόπο τῆς γεέννης. Τόν μετέτρεψε σέ κοπρώνα, ὅπου πετοῦσαν ὅλα τά σκουπίδια, τίς ἀκαθαρσίες τῆς πόλεως καί τά ψοφίμια, τά ὁποῖα καθώς σάπιζαν ἔτρεφαν πλῆθος σκουληκιῶν πού μαζεύονταν ἐκεῖ. ᾿Επειδή ἡ χαράδρα γέμιζε καί ἡ ἀποσύνθεση μόλυνε τήν ἀτμόσφαιρα, μετέφεραν ἐκεῖ πίσσα ἀπό τή γειτονική Νεκρά θάλασσα κι ἔβαζαν φωτιά στό σκουπιδότοπο, πού ἔκαιγε ἀκατάπαυστα μέρα καί νύχτα. ῎Ετσι, ἀκαθαρσία, φωτιά, βρόμα καί καπνός γέμιζαν συνεχῶς τήν περιοχή. Αὐτό τό χῶρο ὁ Χριστός τόν χρησιμοποιοῦσε ὡς συμβολική εἰκόνα τῆς κολάσεως τῶν ἁμαρτωλῶν.

β. ῾Η ζωή στήν κόλαση
Περισσότερα στοιχεῖα γιά τή ζωή στήν κόλαση ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος μέ συμβολική γλώσσα, μέ ζωηρές καί ἔντονες εἰκόνες στήν προφητεία περί μελλούσης κρίσεως (Μθ 25,31-46). Τονίζω ὅτι δέν πρόκειται γιά μία παραβολή, ὅπως νομίζουν πολλοί, ἀλλά γιά προφητεία, τήν ὁποία διατυπώνει ὁ Κύριος μέ σαφῆ διδασκαλία. ᾿Εκεῖ, λοιπόν, μαθαίνουμε ὅτι οἱ κολασμένοι:
* Ζοῦν ἀποκομμένοι καί ἀπομακρυσμένοι ἀπό τόν Θεό. ῾Η κατάσταση αὐτή εἶναι αἰώνια, χωρίς καμία ἐλπίδα ἀλλαγῆς. Φαντασθεῖτε τόν ἑαυτό σας κλεισμένο σ’ ἕνα δωμάτιο ἤ ἔστω σ’ ἕνα ἄνετο καί ὡραῖο σαλόνι, ὅπου θά μένατε αἰώνια ὁλομόναχος. Δέν σᾶς εἶναι φρικιαστική ἡ σκέψη;
* Κατοικοῦν μαζί μέ τούς δαίμονες, πού εἶναι οἱ χειρότεροι συγκάτοικοι.
* Βρίσκονται ἀντιμέτωποι μέ τήν ἀλήθεια. ᾿Εκεῖ βλέπουν τά πράγματα στήν πραγματική τους διάσταση. Οἱ σκληροί καί ἄσπλαχνοι διαπιστώνουν ὅτι οἱ δυστυχισμένοι γιά τούς ὁποίους ἀδιαφόρησαν εἶναι οἱ ἀδελφοί τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Οἱ ἐγκληματίες καί κακοῦργοι ἀναγνωρίζουν ὅτι σκότωσαν ὄχι ἕναν ξένο, ὄχι ἕναν ἐχθρό, ἀλλά τόν ἴδιο τόν ἀδελφό τους, πού ὁ Θεός τόν εἶχε βάλει δίπλα τους γιά νά τόν ἀγαπήσουν. Οἱ ὑπερήφανοι ἀναγνωρίζουν ὅτι περιφρόνησαν καί πλήγωσαν τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, οἱ ἀλαζόνες βρίσκονται ἀντιμέτωποι μέ τό κενό τους καί οἱ φθονεροί διαπιστώνουν ὅτι πλήγωσαν καί φαρμάκωσαν ὄχι κάποιον ξένο, ἀλλά τόν ἑαυτό τους.
Τό γεγονός ὅτι θά ἀντιληφθοῦν οἱ κολασμένοι τήν ἀλήθεια, ἀλλά δέν θά μποροῦν νά μετανοήσουν καί νά ἀλλάξουν τίποτε, χαρακτηρίζει ἀρκετά τήν τραγικότητα τῆς καταστάσεώς τους. Μία ἰδέα τῆς καταστάσεως αὐτῆς μᾶς δίνουν δύο περιστατικά πού θά ἀναφέρω στή συνέχεια.
Τό πρῶτο περιστατικό τοποθετεῖται στή νεότερη ἱστορία τῆς πατρίδος μας, στά χρόνια τῆς τουρκοκρατίας. ῞Ενας γενίτσαρος μπαίνει σ’ ἕνα ἑλληνικό σπίτι κι ἀφοῦ ἅρπαξε καί κατέστρεψε ὅ,τι βρῆκε μπροστά του, ἐπιχειρεῖ ν’ ἀτιμάσει τήν κόρη τῆς οἰκογένειας. Γιά νά κάνει μάλιστα τή βδελυρή πράξη σκοτώνει τούς γονεῖς καί τούς ἀδελφούς της πού πρόβαλαν ἀντίσταση. ᾿Αργότερα ὅμως ἀποκαλύπτεται ὅτι αὐτή ἡ οἰκογένεια, τήν ὁποία τόσο βάναυσα καί ἀπάνθρωπα κατέστρεψε, ἦταν ἡ δική του οἰκογένεια. Δέν μπόρεσε ν᾿ ἀντέξει τήν ἀλήθεια· παραφρόνησε.
Τό δεύτερο παράδειγμα εἶναι ἡ ὑπόθεση τῆς ἀρχαίας τραγωδίας τοῦ Οἰδίποδα. ῞Οταν διαπίστωσε ὅτι ἡ μητέρα τῶν παιδιῶν του ἦταν ἡ δική του μητέρα, τήν ὁποία εἶχε κάνει σύζυγο, ἀφοῦ προηγουμένως σκότωσε τόν πατέρα του, αἰσθάνθηκε ἀνυπόφορη τή ζωή του, ἔβγαλε τά μάτια του μέ τά ἴδια του τά χέρια καί περιφέρονταν «τυφλός τά τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματα».
Τά δύο αὐτά περιστατικά ζωγραφίζουν πολύ ζωηρά τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πού ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τήν ἀλήθεια, τήν ὁποία ἀδίκησε. Δέν χρειάζεται κάποια ἐπιπλέον τιμωρία. ῾Η ταραγμένη συνείδησή του γίνεται ὁ ἀμείλικτος κατήγορος πού τόν ταράσσει, τόν πληγώνει περισσότερο ἀπό χίλια βασανιστήρια καί τόν καίει χειρότερα ἀπό μύριες φωτιές.
῞Ενα πρόσφατο παράδειγμα ἀπό τή σύγχρονη πραγματικότητα θά μᾶς βοηθήσει νά καταλάβουμε πῶς εἶναι δυνατόν νά καίγονται οἱ κολασμένοι, χωρίς νά ὑπάρχει ἐκεῖ φυσική φωτιά.
Πρίν μερικά χρόνια οἱ ἐφημερίδες ἀνέφεραν μία τραγική εἴδηση ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Μία μητέρα πού εἶχε βγεῖ στό μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ της μέ τό μωρό της στήν ἀγκαλιά, δέν πρόσεξε, μέ ἀποτέλεσμα νά τῆς γλιστρήσει τό παιδί ἀπό τά χέρια, νά πέσει κάτω καί νά σκοτωθεῖ. Χτυπιόταν καί ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα ἡ τραγική μάνα φωνάζοντας «καίγομαι!». ῏Ηταν ἡ φωτιά τῆς συνειδήσεως πού τήν ἔκανε νά νιώθει πώς βρίσκεται μέσα στίς φλόγες. Κάπως ἔτσι θά καίγονται καί οἱ κολασμένοι.


3. ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ;

῞Οπως ἡ κόλαση ἔτσι καί ὁ παράδεισος εἶναι μία κατάσταση ἀσύλληπτη καί ἀπερίγραπτη μέ τίς δυνατότητες πού διαθέτει ὁ ἄνθρωπος. ῞Οπως δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί νά περιγράψουμε τόν Θεό, διότι «Θεός καταλαμβανόμενος οὐκ ἔστι Θεός», ἔτσι καί ὁ παράδεισος εἶναι μία ὑπόθεση, λέει ὁ ᾿Ηλίας Μηνιάτης, «πού ὑπερβαίνει κάθε γλώσσα καί κάθε νοῦ, διότι οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος μπορεῖ νά μᾶς ἐξηγήσει τόν παράδεισο καθώς εἶναι». «῏Ω παράδεισε!», ἔλεγε κάποιος, «ἠμποροῦμεν νά σέ κερδίσωμεν, μά δέν ἠμποροῦμεν νά σέ κατανοήσωμεν».

 

α. ῎Αρρητα ρήματα
Αὐτήν τή δυσκολία αἰσθάνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πού θέλει νά μᾶς μεταφέρει τήν ἐμπειρία τοῦ παραδείσου. Γι’ αὐτό περιορίζεται στό ἐπιγραμματικό «ἅ ὀφθαλμός οὐκ οἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α´ Κο 2, 9). Αὐτά πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά τούς ἀγαπητούς του εἶναι τόσο ἐξαίσια, πού ὄχι μόνο δέν τά γεύθηκαν οἱ ἀνθρώπινες αἰσθήσεις, ἀλλά οὔτε κι αὐτή ἡ φαντασία δέν ἔχει τή δυνατότητα νά τά συλλάβει ποτέ.
Στή Β´ πρός Κορινθίους ᾿Επιστολή ὁ ἴδιος ἀπόστολος χαρακτηρίζει τόν παράδεισο μέ τή φράση «ἄρρητα ῥήματα, ἅ οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β´ Κο 12,4). Στή Γραφή ἀλλοῦ λέγεται ὅτι στόν παράδεισο ὑπάρχει θέα, ἀλλοῦ ἄκουσμα, ἀλλοῦ ἄλλα. ῞Ολα αὐτά ἐκφράζονται ἐδῶ μέ τό «ῥήματα», πού ἑρμηνεύεται «πράγματα, γεγονότα». ῾Ο φυσικός ἄνθρωπος ἔχει διαιρεμένη τήν αἴσθηση τοῦ φυσι-κοῦ κόσμου σέ ὅραση, ἀκοή, γεύση κτλ. Γιά τόν πνευματικό ἄνθρωπο καί τόν πνευματικό κόσμο δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ διαίρεση. ῞Ολα εἶναι ταυτόχρονα καί θέαμα καί ἄκουσμα καί γεύση καί λογισμός. ῾Η διαίρεση ἀνήκει στήν ὕλη. Τό πνευματικό εἶναι ἁπλό καί ἑνιαῖο. ῾Η παραδείσια κατάσταση εἶναι κατά τόν Παῦλο ἄρρητη, ἀνέκφραστη. Αὐτό σημαίνει τό «ἅ οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι», δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τά ἐκφράσει μέ λόγια.
῾Η ἀνθρώπινη νοσηρή περιέργεια μέ ἀφορμή αὐτό τό χωρίο ἔπλασε ὁλόκληρο βιβλίο, τήν ᾿Αποκάλυψη Παύλου ἤ ᾿Αναβατικό Παύλου. ᾿Εκεῖ, σάν νά μετάνιωσε ὁ ἀπόστολος πού δέν μίλησε στή Β´ πρός Κορινθίους ᾿Επιστολή του, περιγράφει μέ κάθε λεπτομέρεια ὅλα τά «ἄρρητα ῥήματα» πού ἄκουσε στόν παράδεισο. Τό βιβλίο αὐτό τό ἀπέρριψε ἡ ᾿Εκκλησία ὡς ἀπόκρυφο, ὅπως ἀπορρίπτει καί ἀποδοκιμάζει καί κάθε παρόμοιο κείμενο ὁραματιστῶν, πού μέ πολλές φλυαρίες περιγράφουν αὐτά πού «εἶδαν».
῾Ο Παῦλος, ὁ ὁποῖος πράγματι εἶδε τόν παράδεισο, λέει ὅτι ἀδυνατεῖ νά μιλήσει γι’ αὐτόν ἄνθρωπος. ᾿Εκεῖνοι πού δέν εἶδαν τίποτε μποροῦν νά περιγράφουν λεπτομερῶς, ἐπειδή ἀκριβῶς περιγράφουν τά γεννήματα τῆς φαντασίας τους καί ὄχι τήν πραγματικότητα. Καί μόνον αὐτή ἡ περιγραφή ἀρκεῖ γιά νά βεβαιώσει τό ψέμα τους.

 

β. «῞Ομοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα»
«᾿Εν δόξῃ» χαρακτηρίζει τήν παραδείσια κατάσταση ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Κολασσαεῖς ᾿Επιστολή. «῞Οταν ὁ Χριστός φανερωθῇ, ἡ ζωή ἡμῶν, τότε καί ὑμεῖς σύν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κλ 3,4). Δόξα, δηλαδή λάμψη καί ἀκτινοβολία, ἐκπέμπει ἡ ζωή τοῦ παραδείσου.
῾Ο μαθητής τῆς ἀγάπης, ὁ εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης, δίνει μία σύντομη ἀλλά ἀποκαλυπτική περιγραφή τοῦ παραδείσου στήν Α´ ᾿Επιστολή του. «᾿Αγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καί οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δέ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι» (Α´ ᾿Ιω 3,2). ῾Η υἱοθεσία τῶν χριστιανῶν δέν εἶναι μόνο μία παροῦσα εὐλογία. Εἶναι καί μία ἐγγύηση γιά τή δόξα τοῦ μέλλοντος, τή λάμψη τοῦ παραδείσου. Κι αὐτή ὁρίζεται ὡς θέα τοῦ Θεοῦ καί θέωση τοῦ πιστοῦ. Θά βλέπουμε τόν Θεό ὅπως εἶναι καί θά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς τίς ἰδιότητές του, σέ σχετικό βέβαια βαθμό. Νά, τί εἶναι ὁ παράδεισος. Ποθώντας τον ὁ πιστός προετοιμάζει τόν ἑαυτό του γιά τή μεγάλη συνάντηση μέ τόν Θεό. Πρίν γίνει ὅμοιος μ’ ᾿Εκεῖνον, ἐξαγνίζει τόν ἑαυτό του, γίνεται ὅπως ἦταν ὁ Χριστός στήν ἐπίγεια ζωή του. Κι ὅσο πιό πολύ μοιάζει μέ τόν Χριστό, τόσο πιό σίγουρα θά ἐξομοιωθεῖ μέ τόν Θεό καί θά ἀξιωθεῖ τοῦ παραδείσου.
 ῞Οτι στόν παράδεισο θά ζοῦμε σάν ἄγγελοι στήν πνευματική διάσταση τό ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος, ἀπαντώντας στήν ἀπορία τῶν Σαδδουκαίων (Μθ 22,30).

 

γ. Μαζί μέ τόν Χριστό
Πιό συγκεκριμένη πληροφορία γιά τή ζωή στόν παράδεισο δίνει ὁ Χριστός στούς μαθητές του μέ τήν ὑπόσχεση ὅτι θά τούς ἔχει μαζί του, διότι «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναί πολλαί εἰσιν» (᾿Ιω 14,2). Τήν ἴδια μαρτυρία ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς χριστιανούς τῆς Θεσσαλονίκης· «πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θε 4,17) καί· «ἵνα εἴτε γρηγορῶμεν εἴτε καθεύδωμεν ἅμα σύν αὐτῷ ζήσωμεν» (Α´ Θε 5,10).
Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ὁ παράδεισος, ζωή μέ τόν Χριστό. Τό καθορίζει ρητά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική προσευχή του· «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (᾿Ιω 17,3). ῞Οποιος δέχεται τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό γίνεται κοινωνός τῆς αἰωνίου ζωῆς, μέτοχος τοῦ παραδείσου, διότι ὁ παράδεισος ἀρχίζει ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἀπό τήν ἐκλογή καί τήν τοποθέτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ κρίνει καί τοποθετεῖ στόν παράδεισο τόν πιστό. Κι ἀντίστροφα, παράδεισος γιά τόν πιστό εἶναι ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἔλεγε· «῎Αν πάω στόν παράδεισο καί μοῦ ποῦν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ἐκεῖ ἀλλά στήν κόλαση, θά ζητήσω νά πάω στήν κόλαση, διότι ἡ κόλαση μέ τόν Χριστό γίνεται παράδεισος, ὅπως καί ὁ παράδεισος χωρίς τόν Χριστό γίνεται κόλαση».


4. ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ;

῞Ενα εὔλογο ἐρώτημα πού συνδέεται ἄμεσα μέ τό θέμα μας εἶναι τό ἑξῆς· ῎Αλλος εἶναι ὁ παράδεισος στόν ὁποῖο τοποθετήθηκε ὁ ᾿Αδάμ καί ἄλλος αὐτός τόν ὁποῖο προσδοκοῦμε οἱ χριστιανοί; Καί σέ ποιό σημεῖο τῆς γῆς ἦταν ἐκεῖνος ὁ παράδεισος;
῾Η θέση τοῦ πρώτου παραδείσου, ὅπου ἔζησαν οἱ πρωτόπλαστοι, εἶναι ἕνα σοβαρό πρόβλημα, πού ἀπασχόλησε πιστούς καί ἐπιστήμονες ἐπί αἰῶνες τώρα. ῾Η βιβλική διήγηση μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἦταν ἐπίγειος τόπος.
«Παράδεισος», πρῶτα στήν περσική καί κατόπιν στήν ἑλληνική γλώσσα, σημαίνει δρυμός, δασωμένη περιοχή μέ ὅλο της τό περιεχόμενο· λειβάδια, περιβόλια, κήπους, δένδρα, λουλούδια, πουλιά, ζῶα, νερά. ῞Οσα λέγονται στό 2ο καί 3ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως δικαιολογοῦν ἀπόλυτα τήν ὀνομασία. ῾Ο παράδεισος ἦταν ἕνας κῆπος. Ποῦ ὅμως, σέ ποιό σημεῖο τῆς γῆς βρισκόταν αὐτός ὁ κῆπος; ᾿Εδῶ προκύπτει τό πρόβλημα, πού παίρνει τεράστιες διαστάσεις καθώς προσπαθοῦν νά βροῦν τή λύση του τόσο οἱ πατέρες καί οἱ ἀρχαῖοι διδάσκαλοι ὅσο καί οἱ νεότεροι ἑρμηνευτές.

 

α. Πλῆθος ἀπαντήσεων
Μερικοί ἀρχαῖοι ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς δέν ἐπιτρέπουν κἄν τήν ἐνασχόληση μέ τό ζήτημα, διότι τό θεωροῦν ἄλυτο καί ἀνώφελο πνευματικά. ῎Αλλοι λένε γιά τόν παράδεισο τόσα μόνο ὅσα καί ἡ ἁγία Γραφή. ᾿Αρκοῦνται νά ἐπαναλάβουν ὅτι «πάντως κατ’ ἀνατολάς κεῖται». ῎Αλλοι, τέλος, προσδιορίζουν διάφορες τοποθεσίες.
Στά νεότερα χρόνια τό θέμα ἀπασχολεῖ πολύ ὄχι μόνο τούς θεολόγους ἀλλά καί ἄλλων εἰδικοτήτων ἐπιστήμονες, πού μέ τή βοήθεια τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν καί τῆς ἱστορίας ἐρευνοῦν καί ἀγωνίζονται νά φέρουν στό φῶς τόν κῆπο τῆς ᾿Εδέμ. Πλησιάζουν τήν ἑκατοντάδα οἱ θεωρίες πού διατυπώθηκαν γιά νά ἀπαντήσουν στό ἐρώτημα «ποῦ ἔκειτο ὁ παράδεισος;». ᾿Αρκετές ἀξιοποιοῦν τίς μαρτυρίες τῆς ἁγίας Γραφῆς καί προβαίνουν σέ σοβαρές παρατηρήσεις. Πολλές δέν λαμβάνουν κἄν ὑπ᾿ ὄψιν τους τή βιβλική διήγηση, ἐνῶ ἄλλες εἶναι ἐντελῶς πρόχειρες ἤ καί γελοῖες.
Δέν θά ἀναφερθοῦμε ἐδῶ στίς θεωρίες περί παραδείσου, πού ἡ καθεμιά ἔχει τά ὑπέρ καί τά κατά αὐτῆς. Θά παρουσιάσουμε μόνο τά συμπεράσματα πού ἀπορρέουν ἀπό τή διήγηση τῆς Γενέσεως καί ἀπό τή διδασκαλία τῶν πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὥστε νά δοθεῖ μία γενική ἀλλά σαφής εἰκόνα τοῦ θέματος.

 

β. Μέρος τῆς δημιουργίας
῾Ο παράδεισος κατασκευάσθηκε ἀπό τόν Θεό συγχρόνως μέ τήν ὑπόλοιπη δημιουργία· δηλαδή τήν τρίτη ἡμέρα πού ἔγινε ὁ διαχωρισμός τῶν ὑδάτων καί ἡ βλάστηση σέ ὅλη τή γῆ, ἔγινε καί στόν παράδεισο· τήν πέμπτη τά πτηνά καί τά ὑδρόβια, πού ἐμφανίσθηκαν στό πρόσωπο τῆς γῆς, γέμισαν καί τόν παράδεισο κ.ο.κ. ῞Ολη ἡ δημιουργία ἦταν ὡραία, διότι ὁ Θεός τά δημιούργησε ὅλα «καλά λίαν» (Γέ 1,31). ῾Ο τόπος τοῦ παραδείσου ὅμως ἦταν ἄριστος, διότι ἀπό τήν ἀρχή ὁ Θεός τόν προόριζε γιά κατοικία τοῦ ἀνθρώπου.
Ποῦ βρισκόταν ὁ παράδεισος; ῾Η ἁγία Γραφή μᾶς δίνει ἕνα γενικό τοπικό προσδιορισμό· «Καί ἐφύτευσεν ὁ Θεός παράδεισον ἐν ᾿Εδέμ κατά ἀνατολάς» (Γέ 2,8). ῾Η ᾿Εδέμ βρισκόταν στά ἀνατολικά τῆς χώρας ὅπου ἦταν οἱ ῾Εβραῖοι καί ὁ Μωυσῆς, ὅταν ἔγραφε τή Γένεση. ῾Ο Μωυσῆς ἔγραφε στή χερσόνησο τοῦ Σινᾶ. ᾿Ανατολικά βρίσκονται ἡ ᾿Αραβία, ἡ ᾿Ιορδανία καί ἡ ᾿Αρμενία, ἡ Μεσοποταμία καί ἡ Περσία. ᾿Ακόμη ἀνατολικότερα τό Πακιστάν, τό ᾿Αφγανιστάν καί ἡ ᾿Ινδία καί ὅλη ἡ ἀνατολική καί νότιος ᾿Ασία. Δέν προσδιορίζει ἡ Γραφή ποιές ἀκριβῶς χῶρες περιλάμβανε ὁ παράδεισος. Πάντως μέ τά ὀνόματα τῶν ποταμῶν (Φισών, Γεών, Τίγρης καί Εὐφράτης) καί τῶν χωρῶν (Εὐιλάτ, γῆ Αἰθιοπίας, ᾿Ασσύριοι) πού ἀναφέρονται, ὁ παράδεισος ἐντοπίζεται περίπου στή δυτική ἤ νοτιοδυτική ᾿Ασία. Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἄν ἀποτελοῦσε μέρος τῆς περιοχῆς αὐτῆς ἤ τήν κάλυπτε ὁλόκληρη ἤ ἡ περιοχή ἦταν ἕνα μέρος του. Πάντως καί ἡ ἱστορία ἐπιβεβαιώνει τήν πληροφορία τῆς Γραφῆς, διότι θεωρεῖ κοιτίδα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τήν περιοχή μεταξύ Τίγρη καί Εὐφράτη, τή λεγόμενη Μεσοποταμία.

 

γ. Αἰσθητός καί νοητός
῾Ο παράδεισος πρόσφερε στόν ἄνθρωπο ἕνα τέλειο φυσικό περιβάλλον. ᾿Εκεῖ ὅλες οἱ αἰσθήσεις χόρταιναν καί ἱκανοποιοῦνταν στόν τέλειο βαθμό. ᾿Αλλά ἡ ἀπόλαυση τῶν πρωτοπλάστων δέν ἦταν μόνο ὑλική καί σωματική. ῏Ηταν συγχρόνως καί πνευματική. ᾿Ενῶ τό σῶμα τους τερπόταν ἀπό τά ὑπέροχα θεάματα, τούς ἐξαίσιους ἤχους, τούς γλυκύτατους καρπούς κτλ., ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος εὐφραινόταν στή συντροφιά τοῦ Θεοῦ, στήν ἀνεμπόδιστη καί συνεχῆ ἐπικοινωνία μαζί του. ῏Ηταν, λοιπόν, ὁ πρῶτος παράδεισος διπλός στή φύση του· αἰσθητός καί νοητός, ὑλικός καί πνευματικός.
Μετά τήν πτώση, τήν πνευματική ἀποστασία τοῦ ἀνθρώπου καί τή διακοπή τῆς ἀμέσου ἐπικοινωνίας του μέ τόν Θεό, ἀκολούθησε ἡ τοπική ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν ᾿Εδέμ. ᾿Αφοῦ ἀθέτησε τήν πνευματική προσφορά τοῦ παραδείσου, ἔχασε καί τή φυσική του ἀπόλαυση. Τώρα πλέον ὁ «παράδεισος τῆς τρυφῆς» (Γέ 2,15· 3,23. 24) ἔμεινε ἀκατοίκητος. ῎Εχασε τόν εἰδικό προορισμό του καί γι’ αὐτό ἐξομοιώθηκε μέ τήν ὑπόλοιπη πλάση. Κι ὅπως ἐκείνη φέρει ἔκδηλα πάνω της τά σημάδια τῆς φθορᾶς, πού προκάλεσε ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀποστάτη ἀνθρώπου, ἔτσι καί ὁ παράδεισος ἔχασε τήν ὀμορφιά καί τή χάρη, μέ τήν ὁποία τόν εἶχε στολίσει ὁ Δημιουργός.


5. ΘΑ ΞΑΝΑΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

Εἶναι ἀδύνατο νά προσδιορίσουμε τόν τόπο τοῦ παραδείσου σήμερα. ᾿Αλλά ἄν ἡ ἀναζήτηση τοῦ τόπου αὐτοῦ εἶναι ἄσκοπη, δέν εἶναι ὅμως καί μάταιη ἡ ἐπιθυμία γι’ αὐτόν. Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Γραφῆς καί τῶν πατέρων, τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας θά ὁλοκληρωθεῖ μέ τήν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στό ἀρχαῖο κάλλος καί τήν ἐπάνοδό του στόν παράδεισο. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά περιμένουμε πώς θά ἐμφανισθεῖ καί πάλι στή γῆ ὁ κῆπος ᾿Εδέμ μ’ ἐκείνη τήν πρώτη του μορφή. Μία τέτοια προσδοκία κινδυνεύει νά μᾶς ὑποδουλώσει σέ αἱρετικές δοξασίες, ὅπως π.χ. οἱ κακοδοξίες τῶν χιλιαστῶν καί τῶν μωαμεθανῶν, πού φαντάζονται τόν παράδεισο ὡς ἐπίγεια ἀπόλαυση. ᾿Αποφθεγματική ἡ γνώμη τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου ἐκφράζει τήν ὀρθόδοξη πίστη μας· ῾Ο Θεός κρύβει ἀπό τούς ἀνθρώπους κάθε δρόμο γιά τόν παράδεισο, γιά νά μή γίνει αὐτός κτῆμα τῶν πλουσίων. Διότι μόνο ἐκεῖνοι πού διαθέτουν χρῆμα θά μποροῦσαν νά φθάσουν σ’ αὐτόν. ῎Αφησε μόνο ἕνα δρόμο· ἐκεῖνον τῆς ἀρετῆς. Μ’ αὐτό τό δρόμο ὄχι μόνο βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τόν παράδεισο ἀλλά καί μπαίνει σ’ αὐτόν κι ἀπολαμβάνει τά ἀγαθά του. Ποιός ὅμως εἶναι αὐτός ὁ παράδεισος;

 

α. Νέος παράδεισος στή γῆ
Κυκλοφοροῦν μερικές διηγήσεις πού μιλοῦν γιά κάποιον παράδεισο κρυμμένο σέ ἕνα ἄγνωστο καί ἄβατο μέρος τῆς γῆς. ᾿Εκεῖ, λένε, ζῆ ὁ ᾿Ηλίας καί θά τόν δοῦμε, ὅταν μιά μέρα θά κατορθώσουμε νά βροῦμε αὐτόν τόν τόπο καί νά τόν περπατήσουμε. Πρόκειται γιά ἀπόκρυφες διηγήσεις καί φαντασιώσεις, πού μόνο ἀρρωστημένα πνεύματα μποροῦν νά ἱκανοποιοῦν. Σήμερα ὅλη ἡ γῆ εἶναι ἐξερευνημένη καί τοπογραφημένη σπιθαμή πρός σπιθαμή. Δέν ὑπάρχει κρυφός τόπος, πού κάποτε θά ἀνακαλυφθεῖ.
῾Ο νέος παράδεισος γιά τόν ὁποῖο μιλᾶ ἡ ἁγία Γραφή εἶναι βέβαια κι αὐτός ἐπίγειος, δέν περιορίζεται ὅμως σ’ ἕναν τόπο, ἀλλά ἀγκαλιάζει ὅλη τή γῆ. Εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο παράδεισος στήν παροῦσα κατάσταση ζωῆς δέν ἀνακαλύπτεται· ἀποκαλύπτεται ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό σέ ὅλους ἐκείνους πού τόν δέχθηκαν, συμφιλιώθηκαν μέ τόν Θεό καί ἀποτέλεσαν ἔτσι τή νέα οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, τήν καινή κτίση. Προσφέρεται στά μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Στήν ᾿Εκκλησία οἱ πιστοί:
* Χαίρονται τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τήν υἱοθεσία, τήν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα.
* Βλέπουν κι ἀκοῦν τόν Θεό διά τῆς πίστεως.
* Γίνονται «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β´ Πέ 1,4) μέ τά μυστήρια.
῞Ολα αὐτά ἀπαρτίζουν τήν πρώτη γεύση τοῦ παραδείσου ἐδῶ στή γῆ.

 

β. ῾Η συνέχεια στόν οὐρανό
Μέ τό θάνατο ὁ πιστός περνᾶ ἀπό τόν ἐπίγειο παράδεισο τῆς στρατευομένης ᾿Εκκλησίας στόν ἐπουράνιο. ᾿Εκεῖ, στή θριαμβεύουσα ᾿Εκκλησία, ζῆ καί χαίρεται ἡ ψυχή του τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνει τήν τέλεια μακαριότητα. ᾿Αλλά δέν σταματᾶ ἐδῶ ἡ παραδείσια μακαριότητα.
᾿Επειδή ὁ ἄνθρωπος ἔχει ψυχή καί σῶμα, ὁ Κύριος προνόησε καί προγραμμάτισε νά ἱκανοποιήσει καί τό σῶμα μαζί μέ τήν ψυχή στήν τελική μορφή τοῦ παραδείσου, ἡ ὁποία θά ἀποκαλυφθεῖ κατά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὅταν θά γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων, ἡ κρίση καί τό τέλος τοῦ κόσμου. Τότε «αὐτός ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καί ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ καί οἱ νεκροί ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον· ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θε 4,16-17). Θά ἀναστηθοῦν τά σώματα τῶν νεκρῶν, ἐνῶ τά σώματα τῶν ζωντανῶν θά ἀφθαρτοποιηθοῦν καί θά μποῦν στή νέα κατάσταση ζωῆς. Θά εἶναι δηλαδή ὅπως ἦταν τό σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ καί θά ζοῦμε ὅλοι «σύν Κυρίῳ».
Τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς «σύν Κυρίῳ» ζωῆς εἶναι ἡ ἀφθαρσία καί ἡ αἰωνιότητα. ῞Οπως τά σώματα θά ἀφθαρτοποιηθοῦν, ἔτσι καί ἡ κτίση ὅλη θά ὑποστεῖ μία ἀλλοίωση, ἕνα μετασχηματισμό ἀνάλογο μέ τή νέα κατάσταση ζωῆς. Τώρα ἡ κτίση συστενάζει μαζί μέ τόν ἄνθρωπο, διότι ἔχει ὑποταχθεῖ στή ματαιότητα (βλ. Ρω 8,22). Τότε θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς. Τό σημερινό σύμπαν θά καταστραφεῖ (βλ. Β´ Πέ 3,7-10) καί τή θέση του θά πάρει ἡ νέα κτίση· «καινούς δέ οὐρανούς καί γῆν καινήν κατά τό ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β´ Πέ 3,13).
Σ’ αὐτή τή νέα κατάσταση πραγμάτων, ἄφθαρτοι ἐμεῖς μέσα στό ἀφθαρτοποιημένο σύμπαν θά ζήσουμε ἀπόλυτα τήν ἐμπειρία τοῦ παραδείσου.

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ κ. Στεργίου Σάκκου «Παράδεισος καί Κόλαση»)