Κι ἔπειτα, τά παιδιά τοῦ Γυμνασίου καί τοῦ Λυκείου πού κατέφταναν κυλώντας τίς μεγάλες βαλίτσες τους μέ πρόσωπα ἀνήσυχα, ἀρκετά μέ διάχυτη τήν ἀντίδραση στό ὕφος, σκονισμένα ἀπό τοῦ κόσμου τήν ἀσχήμια. Κι ἦταν ἕνα χειροπιαστό σημεῖο νά βλέπεις μέρα μέ τή μέρα τό βλέμμα τους νά φωτίζεται, τήν ὄψη τους νά γλυκαίνει, τήν παρουσία τους νά ἐκπέμπει χαρά Θεοῦ. Θυμᾶμαι τίς φοιτήτριες πού ἦρθαν κουρασμένες μετά τήν ἐξεταστική, μά πιότερο κουρασμένες ἀπό τό χαοτικό κλίμα τῆς πανεπιστημιακῆς χοάνης. Στά μάτια τούς διάβαζες τή λαχτάρα νά βροῦν τήν εἰρήνη, νά πληρώσουν μέ τόν θεῖο Λόγο τά κενά πού ἀφήνει στήν ψυχή ἡ στεγνή καθημερινότητα. Ἀλλά καί οἱ μητέρες, μεγαλύτερες καί νεότερες ἔμπαιναν στήν κατασκήνωση μέ τό μικρό βαλιτσάκι τους γεμάτες ἔγνοιες γιά τήν οἰκογένεια πού ἄφησαν πίσω, γιά τίς ποικίλες ἐκκρεμότητες, πολλές μέ τήν ἐντύπωση ὅτι ἦρθαν ἁπλῶς γιά νά ξεσκάσουν λιγάκι ἀλλάζοντας περιβάλλον. Κι ὅμως, ἕνα τριήμερο στάθηκε ἀρκετό γιά νά ἀναζωπυρώσει κάθε ψυχή πού ἔζησε τό πρόγραμμα τῆς κατασκήνωσης. |