Ὁ μάρτυρας τῶν Κατακομβῶν
Α'

 Τό Κολοσσαῖο


    ῏Ηταν μιά μέρα μεγάλου πανηγυρισμοῦ στή Ρώμη. ῾Ο ἥλιος ξεκινώντας γιά τήν καθημερινή του πορεία, εὐεργέτησε πρῶτα τίς κορυφές τῶν βουνῶν καί μετά κατέβηκε στίς πεδιάδες. Μά καθώς ἔστελνε τίς ἀκτίνες του στ᾿ ἀνάκτορα, τίς ἀγορές καί τ᾿ ἀμφιθέατρα τῆς πρωτεύουσας τοῦ κόσμου, εἶδε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων νά ξεχύνεται ἀπ᾿ ὅλες τίς συνοικίες, τραβώντας πρός τήν ἴδια κατεύθυνση.
    Γιά ποῦ ἔτρεχε ὅλος ἐκεῖνος ὁ συρφετός τῶν ἀνθρώπων; ᾿Επάνω ἀπό τό λόφο τοῦ Καπιτωλίου τούς ἔβλεπε κανείς νά προχωροῦν κοπαδιαστά καί περνώντας μέσα ἀπ᾿ τήν ἀγορά, μπροστά ἀπ᾿ τό ναό τῆς Εἰρήνης, τήν ἁψίδα τοῦ Τίτου καί τό αὐτοκρατορικό ἀνάκτορο, νά φτάνουν μέχρι τό Κολοσσαῖο, νά μπαίνουν ἀπ᾿ τίς ἑκατό πόρτες, πού εἶχε τό τεράστιο αὐτό οἰκοδόμημα καί νά ἐξαφανίζονται μέσα σ᾿ αὐτό.
    ᾿Εδῶ, μέσα σ᾿ αὐτό τό πρῶτο σέ μέγεθος καί πολυτέλεια ἀμφιθέατρο τῆς Ρώμης, πρόβαλλε μπρός στά μάτια τοῦ κοινοῦ μιά ἐκπληκτική σκηνή. Κάτω στό βάθος ἁπλωνόταν ἡ τεράστια παλαίστρα, πού εἶδε τόσες συγκρούσεις καί ποτίστηκε μέ τόσο αἷμα. ῾Η παλαίστρα αὐτή πλαισιωνόταν ἀπό ἀναρίθμητες σειρές καθισμάτων, πού ὑψώνονταν μέχρι τήν κορυφή τοῦ ἐσωτερικοῦ τοίχου, ὕψους 30 περίπου μέτρων. Τά καθίσματα τά εἶχαν καταλάβει ἄνθρωποι κάθε τάξεως καί ἡλικίας· δοῦλοι, ἀπελεύθεροι, στρατιῶτες, ναῦτες, ἀχθοφόροι, βαρκάρηδες, ἀξιωματοῦχοι, λεγεωνάριοι, διοικητές, ἀπόστρατοι, ἀνάπηροι, ζητιάνοι καί κλέφτες ἀκόμη. ᾿Εδῶ κι ἐκεῖ ἐπίσης, βαλμένοι στίς κατάλληλες θέσεις, ἔστεκαν πολλοί καταδότες, πού ἀφουγκράζονταν ν᾿ ἀκούσουν κάτι ἐναντίον τοῦ Καίσαρα ἤ τῶν εὐνοουμένων μονομάχων του καί νά τρέξουν νά τό καταδώσουν γιά λίγα ἀργύρια.
    Τό θέαμα πού παρουσιαζόταν μπρός στά μάτια αὐτῆς τῆς ἀνθρωποθάλασσας ἦταν μοναδικό. Τίποτε ἄλλο δέν μποροῦσε νά ἐμπνεύσει στήν ψυχή τοῦ θεατῆ παρά ἕναν ἀκαθόριστο φόβο καί κάποια ἀνεξήγητη ταραχή. Κι ὅμως ὅλοι φαίνονταν ἐνθουσιασμένοι, ἕτοιμοι νά ἐπιδοκιμάσουν καί τίς μεγαλύτερες βαρβαρότητες καί νά χειροκροτήσουν κι αὐτά ἀκόμη τά θηρία. Εἶχαν συγκεντρωθεῖ πάνω ἀπό ἑκατό χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπ᾿ ὅλες τίς τάξεις.
    Παρ᾿ ὅλες τίς κοινωνικές διαφορές τους ὅλοι ἔδειχναν πώς ἕνα κοινό αἴσθημα τούς κατεῖχε. ῞Ολοι ἐρεθίζονταν ἀπό ἕνα κοινό πάθος· νά δοῦν ἄφθονο αἷμα νά χύνεται, αἷμα ἀθώων ἀνθρώπων, νέων, γερόντων, παρθένων, νηπίων. ᾿Αρκεῖ νά εἶχε ἀκουστεῖ ἐναντίον τους κάποια ἀπ᾿ τίς γνωστές κατηγορίες· ἀποστάτες, φυγάδες, χριστιανοί, ψιθυριστές, ἀποδοκιμαστές τοῦ Καίσαρα καί τῶν ἐνεργειῶν του. ῾Η δίψα, λοιπόν, γιά αἷμα ἦταν ἐκείνη πού τούς τραβοῦσε. Γιά αἷμα ἀθῶο, πού καθώς χυνόταν κηλίδωνε τόν τόσο αὐτοθαυμαζόμενο πολιτισμό τῆς ἀρχαίας Ρώμης.
    ᾿Ανάμεσα σ᾿ ἐκεῖνο τό πλῆθος, πού εἶχε κατακλύσει τίς κερκίδες τοῦ μεγάλου ἀμφιθεάτρου, διακρίνονταν πολεμιστές, πού εἶχαν πολεμήσει σέ χῶρες μακρινές καί πού, ἐνῶ ἄλλοτε ἦταν συνηθισμένοι σέ πράξεις ἀνδρείας, τώρα δέν αἰσθάνονταν καμιά ἀγανάκτηση γιά τίς ἄνανδρες πράξεις, πού γίνονταν μπρός στά μάτια τους. ῎Εβλεπες εὐγενεῖς παλαιῶν οἰκογενειῶν, πού οὔτε κἄν θεωροῦσαν ντροπή καί ἀτιμία γιά τήν πόλη τους τίς τόσο κτηνώδεις πράξεις βίας, πού ἔβλεπαν στήν παλαίστρα. Συναντοῦσες ἀκόμη φιλοσόφους νά ἐπικροτοῦν τίς σφαγές· ποιητές νά ἐπιδοκιμάζουν τόν κατασπαραγμό ἀθώων θυμάτων ἀπ᾿ τά θηρία· ἱερεῖς νά εὐχαριστιοῦνται στή θέα τοῦ αἵματος· διοικητές νά παροτρύνουν ἐκείνους πού διψοῦσαν γιά πιό σκληρές ἐκδικήσεις. ῞Ολοι αὐτοί, πατρίκιοι καί πληβεῖοι, ὕπατοι κι ἄλλοι ἐπίσημοι τῆς Ρώμης, πού εἶχαν καταλάβει καί τίς πιό ἐπίσημες θέσεις, τάραζαν τήν ἀτμόσφαιρα μέ τά χειροκροτήματα καί τίς ἐπιδοκιμασίες τους. Ποιά ἐλπίδα, λοιπόν, ὑπῆρχε γιά τή Ρώμη νά φανεῖ καί κάτι εὐγενικό, ὅταν οἱ καρδιές τῶν πολιτῶν της ἦταν ὁμαδικά δοσμένες στή σκληρότητα καί τήν κτηνώδη βία;
    Μέσα στό ἀχανές αὐτό ἀμφιθέατρο καί πάνω σέ μιά ψηλή καί περίβλεπτη θέση ἦταν καθισμένος ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος. Γύρω του εἶχαν πάρει θέσεις οἱ ἀνώτατοι ρωμαῖοι ἀξιωματοῦχοι. ᾿Ανάμεσά τους ξεχώριζε μιά ὁμάδα, πού ἀνῆκε στή φρουρά τοῦ Πραιτωρίου. Αὐτοί ἔκαναν καί κριτική πάνω στίς διάφορες φάσεις τῶν ἀγωνισμάτων μέ τέτοιον ἀέρα σάν νά ἦταν εἰδικοί στά θέματα αὐτά.
    Στό μεταξύ εἶχαν παρουσιαστεῖ πολλά μικρότερης σημασίας θεάματα, προετοιμάζοντας τό ἔδαφος γιά τά μεγαλύτερα καί σοβαρότερα πού θά ἀκολουθοῦσαν, γιά τίς μάχες. Μάχες στῆθος μέ στῆθος θά παρουσιάζονταν ἀνάμεσα σέ παλαιστές καί μονομάχους μ᾿ ἀποτελέσματα συνήθως θανατηφόρα. Οἱ μάχες αὐτές προκαλοῦσαν ζωηρό ἐνδιαφέρον στούς χιλιάδες θεατές, ἐνδιαφέρον πού μεγάλωνε ὁλοένα ἀνάλογα μέ τό θάρρος καί τήν ἐπιδεξιότητα τῶν μαχομένων. ῾Ο σκοπός ἐκείνων πού ἀγωνίζονταν καί πίστευαν πώς θά νικήσουν ἦταν νά κερδίσουν τίς ἐπευφημίες τῶν θεατῶν καί νά τούς ἀνοίξουν τήν ὄρεξη γιά μεγαλύτερες συγκρούσεις, ἀπολαμβάνοντας ἔτσι ἕνα ὁλοκληρωτικά συγκλονιστικό θέαμα.
    Εἰδικά ἕνας ἄνθρωπος εἶχε προκαλέσει τό μεγαλύτερο θαυμασμό καί τά πιό ζωηρά χειροκροτήματα τοῦ κοινοῦ. ῏Ηταν ἕνας ᾿Αφρικανός ἀπ᾿ τή Μαυριτανία, ψηλός σάν γίγαντας καί δυνατός σάν ἑκατό παλαιστές. ᾿Αλλά καί ἡ ἐπιτηδειότητά του καί τά τεχνάσματά του στήν πάλη ἦταν ἀπίθανα. Χειριζόταν τό κοντό του ξίφος μέ τέτοια δεξιοτεχνία, πού δέν τοῦ ξέφευγε κανένας ἀντίπαλος. Τώρα θά ἀγωνιζόταν μέ κάποιο ξιφομάχο ἀπ᾿ τή Βατάβια, ἕναν ἄντρα τοῦ ἴδιου ὕψους, τῆς ἴδιας δύναμης καί τῆς ἴδιας ἱκανότητας μέ τή δική του. Γι᾿ αὐτό καί ἦταν πολύ δύσκολο νά προκαθορίσει κανείς ποιός θά ἦταν ὁ μελλοντικός νικητής. ᾿Αλλά, ἐπειδή ὁ ᾿Αφρικανός εἶχε ἀγωνιστεῖ καί πρίν καί ἦταν κάπως ἐξαντλημένος, εἶχε λιγότερες πιθανότητες νά νικήσει. Παρ᾿ ὅλα αὐτά ὁ ἀγώνας ἄρχισε μέ μεγάλη ζωηρότητα κι ὁρμητικότητα. Τά χτυπήματα τοῦ Βαταβιανοῦ ἦταν ἐπικίνδυνα, ἀλλά ὁ ᾿Αφρικανός τά ἀπέκρουε μέ μεγάλη δεξιοτεχνία, ὁρμώντας κι αὐτός μέ μανία κατά τοῦ ἀντιπάλου του, πού βαστοῦσε ὅμως γερή ἄμυνα. ῾Ο ἕνας ὁρμοῦσε κατά τοῦ ἄλλου, ὁ ἱδρώτας ἔλουζε τά πρόσωπά τους κι οἱ θεατές θαύμαζαν, μέσα σέ μιά νεκρική σιγή, πότε τήν ὁρμητικότητα τοῦ ἑνός καί πότε τήν ἐπιδεξιότητα τοῦ ἄλλου.
    Τέλος δόθηκε τό σύνθημα νά σταματήσει ὁ ἀγώνας. Οἱ συγκρούσεις σταμάτησαν, τά ξίφη χαμήλωσαν καί οἱ ξιφομάχοι ὁδηγήθηκαν στ᾿ ἀποδυτήρια, γιά νά ξεκουραστοῦν καί νά ξαναγυρίσουν γιά ἕναν τελειωτικό ἀγώνα, προσφέροντας ἔτσι τή μεγαλύτερη ἱκανοποίηση στό ρωμαϊκό κοινό, πού τότε μόνο ἱκανοποιοῦνταν, ὅταν ἔβλεπε τούς παλαιστές νά σφαδάζουν ἀπ᾿ τά χτυπήματα.
    Στή συνέχεια ὁδηγήθηκε στήν παλαίστρα ἕνα πλῆθος πολεμιστῶν. Τό κοινό ξέσπασε σέ δυνατές ἐπιδοκιμασίες καί παρατεταμένα χειροκροτήματα, ὄχι γιατί ἐπευφημοῦσε τούς ἥρωες πολεμικῶν πεδίων, ἀλλά γιατί θά εἶχε νά ἀπολαύσει ἕνα θέαμα φοβερῆς ἀλληλοσφαγῆς. ῞Ολοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες στό ἄνθος τῆς ἡλικίας τους καί μέ δύναμη, πού θά μποροῦσε νά ἦταν δημιουργική, θά ριχνόταν ὁ ἕνας στόν ἄλλο σ᾿ ἕναν ἀνελέητο κι ἐξοντωτικό ἀγώνα. ῏Ηταν ὅλοι ὁπλισμένοι μ᾿ ἕνα μικρό ξίφος. Καί σέ μιά στιγμή, σάν νά βιάζονταν νά πεθάνουν, ὅρμησαν ὁ ἕνας κατά τοῦ ἄλλου. Δέν ἐπρόκειτο γιά μονομαχία, ἀλλά γιά γενική μάχη καί μάλιστα γιά ἀλληλοσφαγή. ῾Ο καθένας ριχνόταν στόν πιό κοντινό του. Τέτοιες σκηνές ἦταν οἱ πιό αἱματηρές καί οἱ πιό συνταρακτικές. Τό κοινό τίς παρακολουθοῦσε μέ ἀκατάπαυστες ἐπιδοκιμασίες κι ἀλαλαγμούς χαρᾶς. ῞Ενας τέτοιος ἀγώνας ἐξολόθρευε πάντα τό μεγαλύτερο ἀριθμό τῶν ἀντιπάλων καί μάλιστα στό μικρότερο χρονικό διάστημα.
    Σέ λίγο ἡ παλαίστρα γέμισε μέ νεκρούς. Πενήντα περίπου γενναῖοι ἄντρες εἶχαν ἐπιδοθεῖ σ᾿ ἕναν ἀγώνα ἀλληλοεξόντωσης. Νεανικό αἷμα χυνόταν ἄσκοπα, γιά νά ἱκανοποιηθεῖ ἕνα μανιασμένο πλῆθος κι ἕνας αἱμοβόρος αὐτοκράτορας. Πάλευαν ὅλοι μαζί σάν μιά μάζα δαιμονισμένων τεράτων μέ ἀσυγκράτητη μανία ἀλληλοαφανισμοῦ. Κάποιες στιγμές πιέζονταν τόσο, ὥστε δέν ἔβλεπε κανείς παρά μία ἀνθρώπινη μάζα ἀκαθόριστη, ὅπου δέν μποροῦσες νά διακρίνεις μέλη καί κινήσεις. ῎Αλλοτε πάλι χωρίζονταν ἀπότομα, γιά νά ξαναορμήσει ὁ καθένας ἐναντίον κάποιου ἄλλου καί νά ἀφήσουν σωρό πτωμάτων καί ἀσυνάρτητες κραυγές. Οἱ θεατές θαύμαζαν καί ἐπιδοκίμαζαν καί παρότρυναν γιά μιά πιό ἐξοντωτική σφαγή. ῞Οταν μιά ὁμάδα κατόρθωνε νά ἐπικρατήσει, συνέχιζε μέ ἐπίθεση τῶν μελῶν της μεταξύ τους καί οἱ τυχόν νικητές ἔτρεχαν νά ἀναμειχτοῦν σέ ἄλλες συγκρούσεις. ῎Εμοιαζαν ὅλοι σάν νά ζητοῦσαν τό θάνατο ὁπωσδήποτε. Κι ἄν ἀκόμη ἔμεναν δύο νά ἀναπνέουν, θά ἔπρεπε νά πέσει ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. ῎Οργιο σφαγῆς στήν κονίστρα καί ὄργιο ἐνθουσιασμοῦ στίς κερκίδες.
    ᾿Αλλά ἡ ἐξάντληση ἦρθε βοηθός σ᾿ ὅσους ἔμελλε νά ἐπιζήσουν. Οἱ ἐπιθέσεις ἔγιναν ἀσθενέστερες. Τό θέαμα ἄρχισε νά χάνει τό ἐνδιαφέρον. Καί δόθηκε τό σύνθημα νά σταματήσει ὁ ἀγώνας.

(συνεχίζεται)
 
   
   
 
Ὁ μάρτυρας τῶν Κατακομβῶν
Β΄

    ᾿Απ᾿ τούς πενήντα πολεμιστές ζήτημα εἶναι ἄν ἔμειναν ζωντανοί δέκα κι αὐτοί ἄθλια ράκη καί τόσο ἐξαντλημένοι καί καταπληγωμένοι, πού δέν μποροῦσαν οὔτε νά κινηθοῦν.
    Ξαφνικά δόθηκε καινούργιο σύνθημα. Δύο ἄνδρες πήδηξαν ὁρμητικοί μέσα στήν παλαίστρα καί κατευθύνθηκαν στό ἐξαντλημένο ἐκεῖνο ὑπόλοιπο τῶν ἀγωνιστῶν. ῏Ηταν ὁ ᾿Αφρικανός καί ὁ Βαταβιανός πού, ἀφοῦ ξεκουράστηκαν λίγο, πῆραν διαταγή ν᾿ ἀποτελειώσουν ἐκείνους τούς δύστυχους στρατιῶτες. Τό τί ἀκολούθησε δέν περιγράφεται. Οἱ στρατιῶτες ἐξαντλημένοι καί καταπληγωμένοι, χωρίς τή δύναμη οὔτε κἄν νά ἀμυνθοῦν, ἀφέθηκαν στήν ὁρμή τῶν ἀντιπάλων τους. Κι αὐτοί οἱ δύο γίγαντες θέριζαν τούς συνανθρώπους τους σάν στάχυα χωρίς οἶκτο, χωρίς ἔλεος, χωρίς συμπάθεια, γιά νά διασκεδάσουν καί νά ἱκανοποιήσουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο τό αἱμοχαρές ἐκεῖνο πλῆθος. ῎Εσφαζαν, ἔσφαζαν ἀδιάκοπα μέ ἀμείωτη μανία, μέχρις ὅτου ἀπέμειναν αὐτοί μόνοι μέσα στήν παλαίστρα, πού τήν κάλυπταν σωροί σκοτωμένων. Τά χειροκροτήματα τοῦ πλήθους ἦταν ἀσταμάτητα. Οἱ ἐπευφημίες καί οἱ ζητοκραυγές ἔσχιζαν γιά πολλή ὥρα τό στερέωμα. Μιά θυσία τόσο μεγάλη καί φρικώδης ὅσο καί μάταιη χαιρετιζόταν μέ τόσους ἀλαλαγμούς χαρᾶς καί ἐνθουσιασμοῦ. Τί ἔνστικτα φωλιάζουν στήν ἀνθρώπινη καρδιά!
    ᾿Αλλά τό θέαμα δέν σταμάτησε ἐδῶ. Οἱ δύο ἥρωες τῆς μεγάλης αὐτῆς σφαγῆς, ἀφοῦ φόνευσαν ὅλους τούς πολεμιστές, ρίχτηκαν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου ὅπως τήν πρώτη φορά, τραβώντας πάλι τήν προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τῶν θεατῶν. ῾Η μάχη ξανάρχισε ἄγρια καί φοβερή. Τά χτυπήματα ἦταν τρομακτικά, ἡ ἐπιδεξιότητά τους ἄφθαστη, τά ἅλματα καί ἡ εὐστροφία τους ἀπροσδόκητα. ῾Ο ᾿Αφρικανός ἦταν εὐκίνητος καί ὁ Βαταβιανός εὐλύγιστος. ῾Ο ἕνας μάντευε τό σκοπό τοῦ ἄλλου καί ἐνεργοῦσε κατάλληλα. Οἱ θεατές παρακολουθοῦσαν μέ ἀγωνία τίς φάσεις τῆς μανιώδους αὐτῆς πάλης. Τελικά ὁ Βαταβιανός κατόρθωσε νά χτυπήσει δυνατά τόν ἀντίπαλό του καί νά τόν ἀνατρέψει. ῞Ενας παρατεταμένος κεραυνός χαρᾶς κι ἐνθουσιασμοῦ ἐκδηλώθηκε ἀπ᾿ τίς ἑκατό χιλιάδες τῶν θεατῶν. Μάταια οἱ κήρυκες προσπαθοῦσαν νά ἐπιβάλουν τήν τάξη. Καί δέν θά σταματοῦσε αὐτό τό πανδαιμόνιο τῶν ζητωκραυγῶν καί τῶν ἐπευφημιῶν, ἄν δέν ἔτρεχαν οἱ φύλακες ν᾿ ἀπομακρύνουν τόν νικητή ἀπ᾿ τήν παλαίστρα. Κι αὐτό δέν ἔγινε γιά νά ἠρεμήσει τό πλῆθος καί γιά νά ξεκουράσουν καί νά στεφανώσουν τόν νικητή, ἀλλά γιά νά τόν φυλάξουν καί νά τόν ξαναχρησιμοποιήσουν σέ καινούργια, ἐξοντωτική μάχη, μέχρις ὅτου συναντήσει κι αὐτός τό μοιραῖο.
    - ῾Ο Βαταβιανός, Μάρκελλε, εἶπε ἕνας νέος ἀξιωματικός ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν θεατῶν πρός ἕναν συνάδελφό του, εἶναι πεπειραμένος μαχητής.
    - Πραγματικά, Λούκουλλε, ἀπάντησε ὁ ἄλλος. Δέν νομίζω πώς ἔχω δεῖ ποτέ ἄλλον καλύτερο ξιφομάχο.
    - ᾿Ασφαλῶς καί οἱ δύο εἶναι πολύ ἀνώτεροι ἀπό ἄλλους ὁμοίους τους. ῾Υπάρχει ὅμως κι ἕνας πιό καλός ἀπό τούς δύο.
    - ῎Α! Ποιός εἶν᾿ αὐτός;
    - Εἶναι ὁ ξιφομάχος Μέισερ. Νομίζω πώς εἶναι ὁ καλύτερος ἀπ᾿ ὅλους ὅσους ἔχω δεῖ.
    - ῎Εχω ἀκούσει γι᾿ αὐτόν. Νομίζεις πώς θά παρουσιαστεῖ κι αὐτός σήμερα ν᾿ ἀγωνιστεῖ;
    - Καί βέβαια.
    ῾Ο μικρός αὐτός διάλογος διακόπηκε ἀπό ἕνα δυνατό κι ἄγριο βρυχηθμό κάποιου θηρίου, πού ἀκούστηκε ἀπ᾿ τό βιβάριουμ, τό μέρος ὅπου φύλαγαν τά θηρία τά προορισμένα γιά τό ἀμφιθέατρο. ᾿Επρόκειτο γιά μιά ἄγρια τίγρη, πού τήν εἶχαν φέρει ἐδῶ καί τρεῖς μέρες ἀπ᾿ τήν ᾿Αφρική καί τήν ἄφησαν σκόπιμα νηστική, γιά νά ἐξαγριωθεῖ ἀκόμη περισσότερο. Σέ λίγο τό βαρύ σιδερένιο κιγκλίδωμα τῆς φυλακῆς τῶν θηρίων σηκώθηκε καί ἡ ἄγρια τίγρη ὅρμησε στήν παλαίστρα. Μόλις ἀντίκρυσαν οἱ θεατές τό ἄγριο θηρίο, ἔνιωσαν ἕνα αἴσθημα τρόμου νά τούς περιλούζει. Τήν ἔβλεπαν νά περιφέρεται κυκλικά μέσα στήν παλαίστρα καί νά χτυπᾶ ἀκατάπαυστα τήν οὐρά στά πλευρά της. ῎Εβλεπε γύρω-γύρω τούς θεατές μέ τά αἱμοβόρα μάτια της κι ἦταν ἕτοιμη νά τούς κατασπαράξει μέ τήν πείνα πού τήν ἔδερνε.
    Γρήγορα ὅμως κάτι ἄλλο τράβηξε τήν προσοχή τῶν θεατῶν. ῞Ενας ἄνδρας γυμνός, μ᾿ ἕνα πανί μόνο γύρω ἀπ᾿ τή μέση του καί μ᾿ ἕνα μικρό ξίφος στό χέρι ὅρμησε ἀπ᾿ τήν ἀντίθετη πλευρά μέσα στήν παλαίστρα. Προχώρησε μέ σταθερό βῆμα καί στάθηκε στό μέσον τῆς παλαίστρας. Τά μάτια ὅλων ἔπεσαν πάνω του. «῾Ο Μέισερ! ῾Ο Μέισερ!» φώναξαν οἱ θεατές.
    ῏Ηταν, πράγματι, ὁ Μέισερ· ἕνας γιγάντιος καί γενναῖος ξιφομάχος μέ μιά ἐπιδεξιότητα ἀνυπέρβλητη. ῾Η τίγρη μυρίστηκε ἀμέσως τόν ἄντρα κι ἔβγαλε ἕνα μικρό ἀλλά πολύ ἄγριο βρυχηθμό, σπέρνοντας σ᾿ ὅλους τό φόβο. ῾Ο Μέισερ ὅμως ἔμεινε ἀκίνητος στή θέση του, μέ τά μάτια ἤρεμα καί στυλωμένα πάνω στό θηρίο. ᾿Εκεῖνο ἄρχισε νά χτυπᾶ μέ μεγαλύτερη μανία τήν οὐρά του καί νά κινεῖται μέ σημεῖα ἐπιθετικότητας πρός τόν ξιφομάχο. Τέλος ἔσκυψε κάτω, προετοιμάστηκε καλά καί μ᾿ ἕνα ἀπότομο τίναγμα πήδηξε κατευθείαν ἐπάνω του. ᾿Αλλά ὁ ἐπιδέξιος Μέισερ ἐπαγρυπνοῦσε. Ξέφυγε σάν ἀστραπή πρός τ᾿ ἀριστερά κι ἀμέσως, μόλις ἡ τίγρη ἔπεσε στό χῶμα, ἔτρεξε καί τῆς κατάφερε ἕνα δυνατό κι ἀποτελεσματικό χτύπημα ἀκριβῶς στήν καρδιά. ῾Η τίγρη σπάραξε πάνω στό ἔδαφος, ἄφησε ἕνα τελευταῖο, φριχτό κι ὀδυνηρό οὐρλιαχτό κι ἔμεινε νεκρή πάνω στήν ἄμμο τῆς παλαίστρας. Τά χειροκροτήματα στή στιγμή ἀντήχησαν σάν βροντή στό ἀμφιθέατρο.
    - Θαυμάσια! Θαυμάσια! φώναξε ὁ Μάρκελλος. Ποτέ δέν ἔχω δεῖ τόση ἐπιδεξιότητα κι ἀνδρεία.
    - ᾿Επειδή ἀγωνίζεται ἀπό μικρός, γι᾿ αὐτό εἶναι τόσο ἐξασκημένος, πρόσθεσε ὁ φίλος του.
    - Δέν θά ξαναγωνιστεῖ;
    - ῎Ισως.
    Γρήγορα οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἀμφιθεάτρου ἀπομάκρυναν τό πτῶμα τοῦ ζώου. ᾿Αλλά σέ λίγο ἀκούστηκε πάλι ὁ τριγμός ἀπ᾿ τό ἄνοιγμα τοῦ κιγκλιδώματος κι ἕνα λιοντάρι φάνηκε στήν παλαίστρα. ῏Ηταν ἕνας πραγματικός γίγαντας, πού πλάι του ὁ Μέισερ φαινόταν σάν μικρό παιδί. Τό κρατοῦσαν ἀπό καιρό καί μάλιστα νηστικό, γιά νά τό χρησιμοποιήσουν γιά κάποιον ἰσχυρό ἀνταγωνιστή. ῏Ηταν ἱκανό νά κατασπαράξει ὄχι μόνο ἄνθρωπο ἀλλ᾿ ὁλόκληρη ἀγέλη ἄγριων ζώων. Δέν ἔδειχνε ὅμως σημεῖα ὁρμητικότητας ὅπως ἡ τίγρη. Βάδιζε ἀνήσυχο κατά μῆκος τῆς παλαίστρας μέ γρήγορα βήματα καί φαινόταν σάν νά ᾿θελε νά ξεφύγει. ῞Οταν εἶδε πώς αὐτό ἦταν ἀδύνατο, στάθηκε στό μέσον τῆς παλαίστρας, κάθισε κάτω, ἔβαλε τό κεφάλι του πάνω στό ἔδαφος κι ἄφησε ἕνα βρυχηθμό τόσο βαθύ, τόσο δυνατό καί παρατεταμένο, πού σείστηκαν ἀκόμα καί οἱ τοῖχοι τοῦ Κολοσσαίου. Σέ λίγο ὅμως σηκώθηκε, ὀπισθοχώρησε, ἡ χαίτη καί ἡ οὐρά του ἀνυψώθηκαν κι ἔσκυψε ἕτοιμο γιά ἐπίθεση.
    Τό πλῆθος τῶν θεατῶν κράτησε τήν ἀναπνοή του κι ὁ αὐτοκράτορας ἔσφιξε τίς λαβές τοῦ θρόνου του. Στό ἀμφιθέατρο ἐπικράτησε σιγή νεκροταφείου. Τό θέαμα φαινόταν νά ἱκανοποιεῖ καί τούς πιό ἀπαιτητικούς θεατές. Ξαφνικά τό θηρίο τινάχτηκε μέ ὁρμή κατά τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η ἀγωνία ὅλων ἀποκορυφώθηκε. ῾Ο παλαιστής ὅμως, ἐπιτήδειος κι αὐτός, τινάχτηκε μέ θαυμαστή δεξιοτεχνία, χτύπησε τό ζῶο, μά χωρίς ἐπιτυχία αὐτή τή φορά. Τό ξίφος διαπέρασε τά πλευρά τοῦ τέρατος χωρίς νά βρεῖ τήν καρδιά, ξέφυγε ἀπ᾿ τά χέρια τοῦ Μέισερ κι ἔπεσε σ᾿ ἀρκετή ἀπόσταση μακριά. Τό ζῶο, πληγωμένο τώρα, ἔγινε πιό ἄγριο καί ἡ μανία του κορυφώθηκε. Μά ὁ ξιφομάχος δέν ἔχασε τήν ψυχραιμία του. Οἱ στιγμές ἦταν τρομερές γι᾿ αὐτόν κι ἀγωνιώδεις γιά τό κοινό. Τό ἐξαγριωμένο θηρίο ἄρχισε σκληρές ἐπιθέσεις, πού ὁ φοβερός ξιφομάχος, ἄν καί ἄοπλος, τίς ἀπέφευγε μέ ἐξαιρετική εὐλυγισία κι ἐπιδεξιότητα. Σκοπός του ἦταν νά ξαναπάρει τό ξίφος του καί νά κουράσει τό θηρίο. ᾿Αλλά ἐκεῖνο ἐπέμενε κι ἐξαγριωνόταν περισσότερο ἀπ᾿ τίς ἀποτυχίες του. Κοινό κι αὐτοκράτορας θαύμαζαν μέσα σέ μιά νεκρική σιγή. Τέλος ὁ Μέισερ κατορθώνει καί ξαναπαίρνει τό ξίφος κι ὁπλισμένος τώρα μέ τό πιστό του ὅπλο γίνεται αὐτός ἐπιθετικός. Σ᾿ ἕνα τελευταῖο πήδημα τοῦ θηρίου κατορθώνει καί τό χτυπᾶ θανάσιμα στήν καρδιά.
    Νέες ζητωκραυγές καί παρατεταμένες ἐπευφημίες ἀντήχησαν στή στιγμή καί συγκλόνισαν τό χῶρο τοῦ ἀμφιθεάτρου. ῾Ο αὐτοκράτορας ἔρριξε ἕνα σιδερένιο στεφάνι στήν παλαίστρα γιά τόν νικητή πρός ἀνταμοιβή τῆς σιδερένιας του δύναμης. ᾿Εκεῖνος τό πῆρε, χαιρέτισε τόν αὐτοκράτορα καί τά πλήθη καί ὁδηγήθηκε ἔξω. Στή στιγμή ξαναπαρουσιάστηκε ὁ Βαταβιανός. Οἱ Ρωμαῖοι ζητοῦσαν ποικιλία θεαμάτων καί ἐναλλαγή παλαισμάτων καί θυμάτων. Κατά τοῦ Βαταβιανοῦ ἐξαπολύθηκε μία τίγρη, τήν ὁποία ἐκεῖνος μέ εὐχέρεια κατανίκησε. Κατόπιν ἄφησαν ἕνα λιοντάρι. ῏Ηταν μικρό στό μέγεθος ἀλλά φοβερά ἄγριο. ᾿Εδῶ φάνηκε ἡ ἀνωτερότητα τοῦ Μέισερ. Τό λιοντάρι ἔκανε ἕνα πήδημα καί δέχτηκε ἕνα χτύπημα ἀπό τόν Βαταβιανό. Στό δεύτερο πήδημά του ὅμως συνέλαβε τόν ἀντίπαλό του καί τόν καταξέσχισε.
    ῾Ο Μέισερ ἐμφανίστηκε καί πάλι καί μέ τή μεγαλύτερη εὐκολία σκότωσε τό λιοντάρι. Καί τώρα στέκει στό κέντρο τῆς παλαίστρας, ἀπολαμβάνοντας τά χειροκροτήματα καί τίς ἐπευφημίες τῶν χιλιάδων θεατῶν καί περιμένοντας νέο ἀντίπαλο ἤ διαταγή νά ἀπομακρυνθεῖ.

(συνεχίζεται)
 
   
   
 
Τό κολοσσαῖο
Γ΄

    ῞Ενας ἄνδρας ἐμφανίζεται τότε ἀπ᾿ τήν ἀντίθετη πλευρά τῆς παλαίστρας. ῏Ηταν ὁ ᾿Αφρικανός, πού χωρίς νά ᾿χει δέσει τό βραχίονά του ἀλλ᾿ ἀφήνοντάς τον νά κρέμεται στό πλευρό του, βάδιζε τρικλίζοντας πρός τόν Μέισερ. ῾Ο πόνος ἦταν ζωγραφισμένος στό πρόσωπό του κι ὅλο του τό παρουσιαστικό ἔδειχνε ἄνθρωπο ἀπελπισμένο. ῞Ολοι, κι ὁ ἴδιος ἀκόμη, ἤξεραν πώς τόν ἔστειλαν πάλι στήν παλαίστρα, γιά νά σκοτωθεῖ. ῎Ετσι ἐπέβαλλαν οἱ νόμοι τῶν ἀγωνισμάτων. Αὐτό ἀπαιτοῦσε τό κοινό· αἵματα· αἵματα καί θύματα. ῎Ασχετα ἄν αὔριο κάποιος ἀπ᾿ αὐτούς θά βρισκόταν στή θέση τῶν θυμάτων. Στόν ἄτυχο παλαιστή εἶχαν δώσει ἕνα μικρό ξίφος, γιά νά πολεμήσει. Αὐτός, μόλις πλησίασε τόν Μέισερ, πέταξε μακριά τό ξίφος καί φώναξε μ᾿ ἀπελπισία.
- Γρήγορα, σκότωσέ με καί γλύτωσέ με ἀπ᾿ τούς πόνους. Πρός γενική ὅμως κατάπληξη ὅλων, ὁ Μέισερ ὀπισθοχώρησε κι ἔρριξε κι αὐτός τό ξίφος του. Οἱ θεατές ἔμειναν ἄφωνοι καί μέ ζωηρή τήν ἀπορία, ὅπως κι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας. ῾Η ἀπορία καί ἡ κατάπληξη ὅλων κορυφώθηκε, ὅταν εἶδαν τόν Μέισερ νά στρέφεται πρός τόν αὐτοκράτορα καί μ᾿ ἁπλωμένα τά χέρια νά τοῦ λέει·
    - Αὔγουστε, εἶμαι χριστιανός!... Μέ θηρία νά παλέψω, ἀλλά ποτέ δέν θά σηκώσω τό χέρι μου ἐναντίον τῶν συνανθρώπων μου. Εἶμαι ἕτοιμος νά δεχτῶ μύριους θανάτους παρά νά σκοτώσω.
    ῞Ενας μεγάλος θόρυβος ξέσπασε.
    - Τί λέει; ρώτησε ὁ  Μάρκελλος. Χριστιανός; Πότε ἔγινε αὐτό;
    - ῎Εχω ἀκούσει, εἶπε ὁ Λούκουλλος, πώς στό κελλί πού μένει, τόν ἐπισκέπτονται συχνά μερικοί ἀπ᾿ τούς ἄθλιους αὐτούς χριστιανούς καί πώς προσχώρησε κι αὐτός στή γελοία αἵρεσή τους. ῾Η αἵρεση αὐτή ἀποτελεῖται ἀπ᾿ τά ἀπορρίματα τῆς κοινωνίας, ἀπ᾿ τούς πιό ποταπούς ἀνθρώπους. Εἶναι πολύ πιθανόν νά εἶναι χριστιανός.
    - Καί θά προτιμήσει νά πεθάνει παρά νά παλέψει;
    - ῎Ετσι σκέφτονται οἱ χριστιανοί. Μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδικοῦνται τούς ἐχθρούς τους. ᾿Αφήνονται στά χέρια τους νά πεθάνουν.
    - Περίεργη αἵρεση! Τί θά γίνει τώρα;
῾Η προηγούμενη ἔκπληξη κι ὁ θαυμασμός γιά τόν γενναῖο ξιφομάχο ἀντικαταστάθηκαν τώρα ἀπ᾿ τή μανία, τήν ὀργή καί τίς ἀποδοκιμασίες. ᾿Αγανάκτησαν πού ἕνας ἁπλός ξιφομάχος τόλμησε νά τούς ἀπογοητεύσει καί νά ἀρνηθεῖ νά παλέψει. Οἱ ἐπιτηρητές ἔτρεξαν νά ἐπέμβουν. ῾Ο ἀγώνας θά ᾿πρεπε νά συνεχιστεῖ.
    - ῎Αν δέν ἀγωνιστεῖς, τοῦ ἔλεγαν, θά πληρώσεις πολύ ἀκριβά γι᾿ αὐτή σου τήν ἄρνηση.
    ᾿Αλλ᾿ αὐτός ἔμενε ἀμετάπειστος. ῎Αοπλος βάδισε πρός τόν ᾿Αφρικανό, πού θά μποροῦσε νά τόν σκοτώσει μ᾿ ἕνα χτύπημα τῆς γροθιᾶς του. Τ᾿ ἀπαίσια μάτια τοῦ ᾿Αφρικανοῦ ἔλαμψαν ἀπό ἔκπληξη, χαρά καί θρίαμβο. Στή στιγμή ἅρπαξε τό ξίφος τοῦ Μέισερ, πού βρισκόταν πιό κοντά ἀπ᾿ τό δικό του καί μέ σταθερή κίνηση τόν χτύπησε στήν καρδιά.
    - Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, δέξου τό πνεῦμα μου! φώναξε ὁ ἥρωας καί τά λόγια του πνίγηκαν σ᾿ ἕνα ποτάμι ἀπό αἷμα.
    ῎Ετσι, αὐτός ὁ γενναῖος καί ταπεινός ὁμολογητής τοῦ Χριστοῦ ἄφησε τή γῆ, γιά νά ἑνωθεῖ γιά πάντα στόν οὐρανό μέ τήν εὐγενῆ στρατιά τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ.
    - ῾Υπάρχουν πολλά τέτοια περιστατικά ὅπως αὐτό; ρώτησε ὁ Μάρκελλος.
    - Πάρα πολλά. ῞Οπου κι ἄν ἐμφανίζονται χριστιανοί, πού τούς ἀναγκάζουν νά παλέψουν μ᾿ ἀνθρώπους, αὐτοί προτιμοῦν τήν πάλη μέ τά θηρία, ὅσα κι ἄν ἐξαπολύσουν ἐναντίον τους. Εἶδα νέα κορίτσια, πού θά τρόμαζαν στόν πρῶτο κρότο, νά προχωροῦν ἀτρόμητα πρός τά λιοντάρια καί τίς τίγρεις. Ποτέ κανείς τους δέν δέχτηκε νά χτυπηθεῖ μέ ἄνθρωπο. Δέν βλέπεις πόσο ἀπογοητεύτηκε τό πλῆθος μέ τόν Μέισερ; ῏Ηταν ὁ καλύτερος ξιφομάχος, μά ἀπό τότε πού ἔγινε χριστιανός ἄρχισε νά συμπεριφέρεται σάν ἀνόητος.
    - Δέν ξέρω, ἀλλά θά πρέπει νά ᾿ναι κάποια ἐξαιρετική θρησκεία, γιά νά ἐμπνέει ἔτσι ἀκόμα καί μικρά κορίτσια καί νά κάνει ἕναν ἁπλό ξιφομάχο νά δείχνει τέτοια ἀνωτερότητα, πού νά μή θέλει νά βλάψει ἄνθρωπο, διακινδυνεύοντας μάλιστα καί τήν ἴδια του τή ζωή, εἶπε ὁ Μάρκελλος.
    - Θά ᾿χεις τήν εὐκαιρία νά μάθεις πολλά πράγματα γι᾿ αὐτούς.
    - Πῶς;
    - Δέν ἔμαθες πώς ὅρισαν ἐσένα νά βγάλεις ἀπ᾿ τά βάθη τῆς γῆς μερικούς ἀπ᾿ τούς αἱρετικούς; ῎Εχουν τρυπώσει στά βάθη τῶν κατακομβῶν καί πρέπει νά τούς κυνηγήσουμε ἐκεῖ. Παράδοξα ὄντα. Τί θά γίνει μ᾿ αὐτούς;
    - Μά νομίζω πώς ἔχουν κυνηγηθεῖ ἀρκετά. Πενήντα δέν κάηκαν σήμερα τό πρωί;
    - Καί ἑκατό ἀποκεφαλίστηκαν τήν περασμένη ἑβδομάδα. ᾿Αλλ᾿ αὐτά δέν ἦταν τίποτα, πρόσθεσε ὁ Λούκουλλος. ῾Η πόλη εἶναι γεμάτη ἀπ᾿ αὐτούς. ῾Ο αὐτοκράτορας εἶναι ἀποφασισμένος ν᾿ ἀποκαταστήσει πέρα γιά πέρα τήν παλιά θρησκεία. ᾿Από τότε πού παρουσιάστηκαν οἱ χριστιανοί, ἡ αὐτοκρατορία ἄρχισε νά παρακμάζει. ῾Ο Αὔγουστος ἔχει ἀποφασίσει νά τούς ἀφανίσει μέ κάθε τρόπο. Εἶναι, στ᾿ ἀλήθεια, μιά κατάρα καί πρέπει νά τούς μεταχειριστοῦν ἀνάλογα. Θά τό καταλάβεις αὐτό πολύ γρήγορα.
    - Δέν μένω στή Ρώμη, ἀπάντησε ὁ Μάρκελλος, καί δέν γνωρίζω ἀρκετά γι᾿ αὐτούς οὔτε γιά τήν πίστη τους καί τή διδασκαλία τους. ῎Εχω ἀκούσει νά τούς ἀποδίδουν ὅλα σχεδόν τά ἐγκλήματα πού γίνονται τελευταῖα. ᾿Αλλά καί πρίν παρουσιαστοῦν οἱ χριστιανοί, πάλι γίνονταν ἐγκλήματα καί μάλιστα περισσότερα ἀπό σήμερα. Μά, ἄν εἶναι ὅπως τά λές, πώς ἐγώ δηλαδή θά εἶμαι ἐκεῖνος πού θά τούς κυνηγήσει στίς κατακόμβες, πολύ γρήγορα θά ᾿χω τήν εὐκαιρία νά μάθω ἀρκετά γι᾿ αὐτούς.
    ᾿Αλλά σέ λίγο μιά καινούργια σκηνή τράβηξε τήν προσοχή τοῦ κοινοῦ καί τή δική τους. Κάποιος γέρος παρουσιάστηκε στήν παλαίστρα. ῾Η ἐμφάνισή του ἦταν ταπεινή καί τά βαθιά του γεράματα τόνιζαν περισσότερο αὐτή του τήν ταπείνωση. Τά ροῦχα του ἦταν κουρελιασμένα καί μόνο ἀπ᾿ τά μαλλιά του, λευκά καθώς ἦταν, ἀναδιδόταν κάποια ἐξωτερική μεγαλοπρέπεια, πού ἐνέπνεε σεβασμό. ᾿Αλλά τό πλῆθος τῶν θεατῶν τόν δέχτηκε μέ ἀποδοκιμασίες καί κοροϊδίες. ῾Η σοβαρότητά του καί ἡ ἀξιοπρεπής παρουσία του, τό γαλήνιο βλέμμα του καί τά λευκά μαλλιά του, πού θά ᾿πρεπε νά προκαλέσουν τό θαυμασμό, καμιά ἐπίδραση δέν εἶχαν στό στίφος ἐκεῖνο, πού εἶχε κατακλύσει τό ἀμφιθέατρο. Σέ μιά στιγμή τόν βλέπουν νά σηκώνει τό κεφάλι, κι ἐνῶ τόν περιέλουζαν οἱ βρισιές, αὐτός ἄρχισε νά κουνᾶ τά χείλη του σέ προσευχή.
    - Ποιός εἶναι αὐτός; ρώτησε ὁ Μάρκελλος.
    - ῾Ο ᾿Αλέξανδρος, ἕνας δάσκαλος τῆς μυσαρῆς αὐτῆς χριστιανικῆς θρησκείας.
    - Καί ποιό εἶναι τό ἔγκλημά του; ξαναρώτησε ὁ Μάρκελλος.
    - Τί μεγαλύτερο ἔγκλημα ἀπ᾿ τό νά ᾿ναι χριστιανός καί μάλιστα δάσκαλος; Κι εἶναι τόσο πεισματάρης, πού ποτέ δέν πρόκειται νά παραιτηθεῖ ἀπ᾿ τήν αἵρεσή του.
    - ῾Ησυχία!... Κάτι θέλει νά πεῖ..., ἀκούστηκαν πολλοί νά λένε.
    Τό κοινό ἡσύχασε γιά λίγο.
    - Ρωμαῖοι! ἄρχισε νά λέει ὁ γέροντας. Εἶν᾿ ἀλήθεια πώς εἶμαι χριστιανός. ῾Ο  Θεός μου θυσίασε τή ζωή του γιά μένα καί γιά ὅλους σας κι ἐγώ εἶμαι ἕτοιμος νά θυσιαστῶ γιά Κεῖνον.
    ῞Ενα δυνατό ξέσπασμα γέλιου, χλευασμοῦ καί κατάρας ἀπ᾿ ὅλα ἐκεῖνα τά στόματα ἔπνιξε τά τελευταῖα του λόγια. Καί χωρίς νά τόν ἀφήσουν νά πεῖ τίποτε ἄλλο, ἐξαπέλυσαν ἐναντίον του τρεῖς ἄγριους πάνθηρες. ῾Ο χριστιανός γεροδιδάσκαλος ὑποδέχτηκε τό θάνατο τόσο ψύχραιμα, πού προκάλεσε τό θαυμασμό πολλῶν. Σταύρωσε τά χέρια του, σήκωσε τό βλέμμα του ψηλά, ἐνατένισε τόν ἄπειρο, αἰώνιο χῶρο τ᾿ οὐρανοῦ, πού τόν περίμενε καί κίνησε τά χείλη του σέ προσευχή. Τ᾿ ἄγρια θηρία, τρία ἐναντίον ἑνός ἄοπλου γέρου, τόν καταξέσχισαν στή στιγμή.
Στό μεταξύ ἄλλα ἄγρια ζῶα ἐξαπολύθηκαν στήν παλαίστρα, πού μή βρίσκοντας θύματα γιά νά κορέσουν τήν πείνα τους, πηδοῦσαν στό κιγκλίδωμα, πού προστάτευε τούς θεατές. Τέλος ρίχτηκε τό ἕνα ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Μιά ἀπαίσια σκηνή ἀκολούθησε, συνοδευόμενη ἀπό οὐρλιαχτά καί ἄγριες κραυγές. Κι ἐνῶ ἐξακολουθοῦσε ἀκόμη ἡ ἄγρια αὐτή σκηνή, μιά ὁμάδα ἀπό γυμνούς καί ἄοπλους αἰχμαλώτους ρίχτηκε ἀπάνθρωπα στήν παλαίστρα. Τούς ἀκολούθησε μιά ἄλλη ὁμάδα, κυρίως ἀπό νεαρές κοπέλλες, πού ἔπρεπε νά θυσιαστοῦν κι αὐτές καί νά καταξεσχιστοῦν ἀπ᾿ τά δόντια τῶν θηρίων, γιά νά ἱκανοποιηθοῦν τά αἱμοδιψῆ ἔνστικτα τοῦ ρωμαϊκοῦ ὄχλου. Σέ τί διέφεραν ἀλήθεια ἀπ᾿ τά θηρία, ὅταν ἔβλεπαν μέ τήν ἴδια ἱκανοποίηση, ὅπως ἐκεῖνα, τό καταξέσχισμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας καί τό αἷμα νά βάφει τήν ἄμμο τῆς παλαίστρας;
    Τό θέαμα τοῦ κατασπαραγμοῦ τόσων ἀθώων κι ἀπροστάτευτων θυμάτων θά κινοῦσε τή συμπάθεια καί τῆς σκληρότερης καρδιᾶς. ᾿Αλλά συμπάθεια καί ἐπιείκεια ἦταν ἄγνωστα γιά τούς ἀνθρώπους πού εἶχαν κατακλύσει τό Κολοσσαῖο. Δειλά καί περίτρομα τά νεαρά ἐκεῖνα πλάσματα ἔδειχναν ὅλη τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως μπροστά στόν τόσο φρικτό καί φοβερό ἐκεῖνο θάνατο πού τά περίμενε. ᾿Αλλά μόνο γιά μιά στιγμή. Μετά ὑπερίσχυσε ἡ πίστη, πού ἀνύψωσε τό ἠθικό τῶν νεαρῶν πλασμάτων καί τούς ἀπομάκρυνε κάθε φόβο. ᾿Αμέσως μόλις τά θηρία ἀντιλήφθηκαν τή λεία τους, ἄφησαν τόν ἀλληλοσπαραγμό καί στράφηκαν κατά τῶν νεαρῶν, χριστιανῶν παρθένων. ᾿Εκεῖνες ἕνωσαν τά χέρια, σχημάτισαν χορό, ὕψωσαν τά μάτια στόν οὐρανό κι ἄφησαν ν᾿ ἀκουστεῖ ὁ τελευταῖος τους ὕμνος πρός ᾿Εκεῖνον, πού πήγαιναν νά συναντήσουν. ῎Εψαλλαν γλυκά, καθαρά, μελωδικά κι ἀκούγονταν σ᾿ ὁλόκληρο τό ἀμφιθέατρο.
«Σ᾿ Αὐτόν πού μᾶς ἀγάπησε,
σ᾿ Αὐτόν πού μᾶς καθάρισε
ἀπ᾿ τίς ἁμαρτίες μας,
σ᾿ Αὐτόν πού ἔχυσε τό αἷμα του γιά μᾶς,
σ᾿ Αὐτόν πού μᾶς ἔκανε ἱερεῖς
καί πολίτες τ᾿ οὐρανοῦ,
στόν Θεό μας καί σωτήρα,
σ᾿ Αὐτόν ἡ δόξα καί τό κράτος
στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
᾿Αλληλούια. ᾿Αμήν. ᾿Αμήν».
    Οἱ φωνές τους, ἡ μιά μετά τήν ἄλλη, ἔσβηναν μέσα στό αἷμα. Οἱ ἄγριες φωνές τῶν θηρίων ἀνακατεύονταν μέ τίς δοξολογίες τῶν μαρτύρων καί τῶν παρθένων. Κι αὐτές, οἱ τόσο θαυμάσιες, νεανικές ψυχές καί τόσο ἡρωικές στήν ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου, κράτησαν στά χείλη τους τόν ὕμνο μέχρι τήν τελευταία τους πνοή, γιά νά τόν συνεχίσουν αἰώνια καί νά τόν ἑνώσουν μέ τούς ψαλμούς τῶν ἀγγέλων καί τῶν λυτρωμένων πιστῶν, πού ἀνέβηκαν πρίν ἀπ᾿ αὐτές στούς οὐρανούς.
(συνεχίζεται)