Σαράντα Μάρτυρες - Γ΄
Γ'    ΗΡΩΙΚΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

1. Παγωνιά, ὁ πιό φρικτός θάνατος

   Μετά ἀπό πολλή σκέψη καί ἔρευνα ὁ ᾿Αγρικόλας, ὁ ἐφευρέτης τῶν κακῶν, βρῆκε «ἐναέριο κίνδυνο, τόν ὁποῖο τοῦ παρεῖχε εὔκολα ὁ καιρός καί ἡ χώρα». ῏Ηταν χειμώνας καί τό ψύχος ὑπερβολικά δριμύ. Μ᾿ αὐτά τά μέσα θά βασάνιζε τούς γενναίους Μάρτυρες.
   ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλά τή χώρα τῆς ᾿Αρμενίας, δίδει τίς ἑξῆς πληροφορίες· «῾Η ᾿Αρμενία εἶναι χώρα μέ φρικτό χειμώνα. Οὔτε τό καλοκαίρι ὁ καιρός δέν ἀφήνει τούς κατοίκους νά ζεσταθοῦν, ἀλλά τούς θερμαίνει τόσο λίγο, ὅσο νά ὡριμάσουν τά στάχυα. Οἱ κάτοικοί της δέν γνωρίζουν τά ἀμπέλια, διότι δέν καλλιεργοῦνται λόγῳ τοῦ ψύχους. ῎Ετσι, ὅποιος δέν ἔτυχε νά ταξιδέψει σέ ἄλλα μέρη, δέν γνωρίζει τά σταφύλια. ᾿Ακούει τή λέξη "σταφύλια", ὅπως ἐμεῖς ἀκοῦμε τούς καρπούς πού παράγουν οἱ ᾿Ινδίες. Στή χώρα αὐτή ὁ γεωργός ὀργώνει τή γῆ μαζί μέ τό χιόνι, ὅταν θέλει νά σπείρει. Καί πρίν προλάβει νά θερίσει, ἀρχίζουν νά πέφτουν οἱ νιφάδες τοῦ χιονιοῦ. Οἱ ἄνεμοι εἶναι τόσο σφοδροί, ὥστε παίρνουν τά ροῦχα τοῦ θεριστῆ, ἄν δέν τά ἔχει σφιχτά δεμένα ἐπάνω του. Φθινόπωρο καί ἄνοιξη δέν ὑπάρχουν, διότι ὁ κακός τους γείτονας, ὁ χειμώνας, ἔχει κυριεύσει καί τίς δύο ἐποχές.
   ᾿Αλλά καί κάτι ἄλλο μπορεῖ νά μιλήσει γιά τούς "καταπληκτικούς" χειμῶνες τῆς ᾿Αρμενίας. Ποταμοί πού κυλοῦν ἀκατάπαυστα, τήν ἐποχή αὐτή σταματοῦν τό ρεῦμα τους, καθώς ὁ πάγος ἀντιμάχεται τή ροή τους καί πετρώνει τά κύματα. ῾Η γειτονική λίμνη χρειάζεται ὁρισμένα σημάδια, γιά νά καταλάβεις πώς εἶναι λίμνη, ἀφοῦ γίνεται ξηρή ἀπό τόν πάγο. Ξέρω ὅτι συχνά οἱ ντόπιοι συγκεντρώνουν νερό μέ τή βοήθεια τῆς φωτιᾶς· κόβουν ἕνα κομμάτι πάγο καί τό λιώνουν μέ τή φωτιά, σάν νά ἦταν χαλκός ἤ σίδηρος. ῎Ετσι κάνουν τήν πέτρα νερό».
   ῾Η πρωτεύουσα τῆς Μικρῆς ᾿Αρμενίας, Σεβάστεια, κτισμένη σέ ὑψόμετρο 1.300 μέτρων στούς πρόποδες τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου Παρυάδρη καί σέ ἀπόσταση δύο χιλιομέτρων ἀπό τίς ὄχθες τοῦ ῞Αλυ ποταμοῦ, ὅπου τά ἀρχαῖα Κάβειρα, εἶχε ἰδιαίτερα ψυχρό κλίμα. Μάλιστα κατά τήν περίοδο στήν ὁποία ἀναφερόμαστε τό κακό εἶχε ἐπιδεινωθεῖ ἀφύσικα ἀπό βόρειους ἀνέμους. ᾿Επιπλέον, ὁ ἀπάνθρωπος τύραννος περίμενε νά ἔλθει μιά πάρα πολύ ψυχρή νύχτα, γιά νά τήν χρησιμοποιήσει ὡς ὅπλο ἐναντίον τῶν μαρτύρων. Τότε ἐκδίδει τό ἐκτελεστικό του διάταγμα· διά ψύχους νά τιμωρηθοῦν οἱ ἀθλητές! Διέταξε, λοιπόν, νά γυμνωθοῦν στό κέντρο τῆς πόλεως καί νά ὁδηγηθοῦν στήν παγωμένη λίμνη πού ἦταν κοντά. ᾿Εκεῖ θά ἔμεναν ὄρθιοι ὅλη τή νύχτα. ῾Ο ᾿Αγρικόλας ἔκανε ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ἀπό ἐκεῖνο πού εἶχε κάνει ὁ βασιλιάς τῶν ᾿Ασσυρίων μέ τό καμίνι τῆς Βαβυλώνας· ἔστησε στό ὕπαιθρο μέ ὁλόγυμνα τά σώματα τούς μαθητές τῆς εὐσεβείας. Καί δέν εἶναι καθόλου ὅμοιος ὁ πόνος πού προκαλοῦν ἡ φωτιά πού καίει καί τό κρύο πού ξυλιάζει καί καταστρέφει. Διότι ἡ φωτιά μοιάζει μέ τό ξίφος καί ὁδηγεῖ ἀμέσως στό θάνατο, ἐνῶ ἡ παγωνιά, ἄν καί εἶναι ἐξίσου ὀδυνηρή, παρατείνει τό θάνατο.
   Τό ἄκουσμα τοῦ φρικτοῦ αὐτοῦ βασανιστηρίου εἶναι δυνατόν νά προξενήσει τρόμο καί ἀπελπισία στούς ἀνθρώπους. Οἱ δικοί μας ὅμως κατάδικοι δέν εἶναι ἁπλῶς ἄνθρωποι· εἶναι ἥρωες, ὑπεράνθρωποι. ῾Η πίστη τούς δίνει ἀπάθεια ἀγγελική καί ὁ πόθος τῆς τελειώσεως διά τοῦ μαρτυρίου τούς ἐμποτίζει μέ θεϊκή μεγαλειότητα καί τούς ἀνεβάζει ἀπό τή γήινη σφαίρα στή χαρά τοῦ παραδείσου, στήν ποθητή αἰωνιότητα. «Μέ γέλια καί χαρές», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «ἔτρεχαν οἱ μακάριοι νέοι στόν τόπο τῆς καταδίκης τους. ῾Ιερό καί συντονισμένο ἀγώνισμα δρόμου ἔγινε ἡ πορεία τους πρός τό πάθος. Φιλονικοῦν ποιός θά πάρει πρῶτος τό στεφάνι τῆς ὁμολογίας. ῾Ο ζῆλος γιά τή νίκη εἶναι ἴσος σ᾿ ὅλους· κανένας δέν ὑστερεῖ στήν προθυμία».
    Μέ χαρά καί ἀλαλαγμό βγάζουν τά ροῦχα τους λέγοντας·
    - Γυμνοί ἤρθαμε στόν κόσμο, γυμνοί θά πᾶμε πρός αὐτόν πού μᾶς δημιούργησε (᾿Ιβ 1, 21)· τίποτε δέν φέραμε στόν κόσμο οὔτε μποροῦμε νά πάρουμε κάτι μαζί μας (Α´ Τι 6,7). ᾿Ακριβέστερα, ἤρθαμε γυμνοί στόν κόσμο, ἀλλά φεύγουμε γεμάτοι θησαυρούς ἀπό τήν ἀγαθή ὁμολογία.
Μέ ἐνθουσιασμό ἐπαναλαμβάνουν τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου· «ἀποθέσθαι ἡμᾶς τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα» (᾿Εφ 4,22.24).
   Δέν παραλείπουν ἐπίσης νά εὐχαριστήσουν τόν Θεό γιά τήν εὐεργεσία αὐτή καί μέ κατάνυξη προσεύχονται. ῾Ο Μ. Βασίλειος μᾶς διασώζει τήν προσευχή τους. «Σέ εὐχαριστοῦμε ἀπό τά βάθη τῶν καρδιῶν μας, πανάγαθε Κύριε, διότι μᾶς ἀξιώνεις μαζί μέ τά ροῦχα νά ἀποβάλουμε καί τήν ἁμαρτία. ῾Η ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων ἔγινε ἀφορμή νά φορέσουμε ροῦχα. Γιά χάρη σου ὅμως, Κύριε, τώρα ἐμεῖς τά βγάζουμε καί ἐπανερχόμαστε στό ἀρχαῖο κάλλος. Τί ἀξίζουν τά ροῦχα πού πήραμε μπροστά στόν παράδεισο πού χάσαμε; Δέν ἔχουν τή δύναμη αὐτά νά μᾶς κρατήσουν μακριά ἀπό τόν παράδεισο. Τί ἔχουμε, ἄλλωστε, γλυκύτατε καί αἰώνιε εὐεργέτη, νά σοῦ ἀνταποδώσουμε γιά ὅσα σύ μᾶς χάρισες καί σκορπᾶς πλούσια σέ μᾶς; Σύ πρῶτος γυμνώθηκες στό σταυρό γιά τή σωτηρία μας. Καί εἶναι μεγάλο πράγμα, ἐάν ἐμεῖς οἱ δοῦλοι γυμνωθοῦμε γιά χάρη τοῦ Κυρίου μας καί πάθουμε ὅ,τι ἔπαθε ὁ Δεσπότης μας; Πῶς νά ξεχάσουμε, Κύριε, ὅτι ἐμεῖς οἱ στρατιῶτες σέ γυμνώσαμε πάνω στό σταυρό! Στρατιῶτες τόλμησαν νά μοιράσουν τά ροῦχα σου "βαλόντες κλῆρον" (Μθ 27,35). ᾿Ακριβῶς, αὐτή τήν κατηγορία πού εἶναι γραμμένη στό Εὐαγγέλιο ἐμεῖς θά ἐξαλείψουμε, θυσιάζοντας τούς ἑαυτούς μας γιά σένα, τόν Κύριό μας, πού γυμνώθηκες καί σταυρώθηκες».
   Μόνο ὅσοι δοκίμασαν τό ψύχος εἶναι σέ θέση νά καταλάβουν τήν τυραννία αὐτοῦ τοῦ τόσο ὀδυνηροῦ βασανιστηρίου. Νά, πῶς τό περιγράφει ὁ Μ. Βασίλειος· «Τό σῶμα πού προσβάλλεται ἀπό τό κρύο, στήν ἀρχή μελανιάζει, διότι παγώνει καί πήζει τό αἷμα του. ῎Επειτα συγκλονίζεται καί σπαρταρᾶ. Χτυποῦν τά δόντια. Συσπῶνται οἱ ἴνες καί ὁλόκληρο τό σῶμα συμμαζεύεται ἄθελά του, ἐνῶ πολύ μεγάλη ὀδύνη καί ἀνέκφραστος πόνος τό διαπερνάει μέχρι τό μεδούλι. ῾Η κατάσταση τοῦ παγωμένου εἶναι θλιβερή καί ἀπελπιστική. Δέν ἐξουσιάζει τά πόδια καί τά χέρια του σάν νά κόπηκαν μέ φωτιά. Αὐτό συμβαίνει, διότι φεύγει τό αἷμα ἀπό τά ἄκρα, χάνεται ἡ θερμότητα καί τά μέλη παραμένουν νεκρά, ἐνῶ προκαλοῦνται φρικτοί πόνοι στά ἐσωτερικά μέλη τοῦ σώματος, ὅπου σπρώχνεται τό αἷμα πιέζοντας τήν καρδιά. ᾿Αλλά καί ἐκεῖ φθάνει κάποτε τό πάγωμα καί ἔρχεται φοβερός ὁ θάνατος».

2. Ζωντανή θυσία

   Οἱ μάρτυρες ὄχι μόνο δέν φοβοῦνται τό φρικτό μαρτύριο, δέν καταβάλλονται ἀπό αὐτό, ἀλλ᾿ ἀντίθετα σκιρτοῦν ἀπό χαρά. ᾿Ενθουσιασμένοι ξεσποῦν σέ θαυμάσια μελωδία, σέ μεγαλειῶδες τραγούδι, τό ὁποῖο ψάλλουν οἱ αἰῶνες καί μπροστά στό ὁποῖο θά μένει ἄναυδη ἡ λογική καί κατάπληκτη ἡ ἰσχυρότερη δύναμη τῶν ἀνθρώπων.
   - Δριμύς καί φοβερός ὁ χειμώνας, ἀλλά γλυκύς καί εὐχάριστος ὁ παράδεισος. ᾿Οδυνηρό καί ἀνυπόφορο τό πάγωμα, ἀλλά εὐχάριστη καί χαρούμενη ἡ ἀνάπαυση, πού θά ἀκολουθήσει στή θερμή ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ στόν οὐρανό. ῎Ας δείξουμε καρτερία καί ὑπομονή γιά λίγο, ἀδελφοί, καί σύντομα θά ζεσταθοῦμε στούς κόλπους τοῦ πατριάρχη ᾿Αβραάμ καί θά γευθοῦμε τή θαλπωρή στούς θαλάμους τῆς θριαμβεύουσας ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας. Μέ τούς πόνους μιᾶς νύχτας θά ἀγοράσουμε ὁλόκληρη τήν ποθητή αἰωνιότητα. ῎Ας ἀχρηστευθοῦν τά πόδια μας καί ἄς ἀποκοποῦν, γιά νά χορεύουν ἀδιάκοπα καί αἰώνια μέ τούς ἀγγέλους. ῎Ας πέσουν τά χέρια μας, γιά νά ἔχουμε τό θάρρος νά τά ὑψώνουμε σέ προσευχή πρός τόν Δεσπότη τοῦ οὐρανοῦ καί νά λαμβάνουμε ὅσα θέλουμε ἀπ᾿ αὐτόν. ᾿Αδελφοί, θάρρος! Δέν θυσιαζόμαστε μόνο ἐμεῖς. ῎Ας σκεφθοῦμε πόσοι ἀπό τούς συναδέλφους μας στό στρατό σκοτώθηκαν στίς μάχες, μένοντας πιστοί καί ἀφοσιωμένοι στόν φθαρτό καί θνητό βασιλιά. Καί ἐμεῖς δέν θά θυσιάσουμε τή ζωή μας, παραμένοντας πιστοί στόν ἀληθινό καί ἀθάνατο βασιλιά μας; ᾿Εξάλλου, πόσοι ἐγκληματίες συνελήφθηκαν καί σκοτώθηκαν ὡς κακοῦργοι; Καί ἐμεῖς δέν θά ὑπομείνουμε τό θάνατο χάρη τῆς δικαιοσύνης; Κουράγιο, ἀδελφοί! Θάρρος καί ὑπομονή. ῎Ας μήν ὀπισθοχωρήσουμε, στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, διότι θά μᾶς βάλει στό ζυγό του ὁ διάβολος. Τί καί ἄν φθείρεται τό σῶμα μας; Σάρκες εἶναι, μή τίς λυπηθοῦμε. ᾿Αφοῦ μία μέρα ὁπωσδήποτε, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς θά πεθάνουμε, ἄς πεθάνουμε ὄχι ὡς κοινοί θνητοί ἀλλά ὡς μάρτυρες. ῎Ας πεθάνουμε γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ θάνατος αὐτός θά χαρίσει σέ μᾶς τήν ἄφθαρτη γλυκύτητα καί τήν αἰώνια ζωή.
   ᾿Αφοῦ εἶπαν αὐτά στηρίζοντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο στήν πίστη καί στό μαρτύριο, γονάτισαν καί προσευχήθηκαν, ὅπως ἄλλοτε στόν ἀποκλεισμό τοῦ τάγματος. Τότε ἔσωσαν τή ζωή τῶν συστρατιωτῶν τους, τώρα βασανίζονται ἀπό ἐκείνους πού ἔσωσαν, ἀπό τήν πατρίδα πού ἔνδοξα ὑπηρέτησαν. ῎Αν ἐκείνη ἡ προσευχή ἔκανε θαῦμα, πόσο μᾶλλον αὐτή!
   - Γενέσθω ἡ θυσία ἡμῶν ἐνώπιόν σου, Κύριε, δέονται. Σέ παρακαλοῦμε, Κύριε, δέξου μας ὡς μία θυσία ζωντανή (Ρω 12,1), θυσία ἡ ὁποία δέν θά σοῦ προσφέρει τά κοινά συνηθισμένα σφάγια τῶν θυσιῶν ἀλλά τά σώματά μας. Σέ σένα, Κύριε, τά προσφέρουμε ὁλοκληρωτικά καί μέ ὅλη τήν προθυμία μας καί τήν ἀγάπη τῆς καρδιᾶς μας. Θέλουμε νά γίνουν γιά χάρη σου ὁλοκαυτώματα στό βωμό τῆς ἀγάπης σου. ᾿Επιθυμοῦμε ἡ θυσία μας νά εἶναι εὐάρεστη προσφορά σέ σένα, ἐλάχιστη, βέβαια, μπροστά σέ κείνην, πού πρόσφερες γιά μᾶς στό σταυρό. Ποθοῦμε νά γίνει ἕνα νέο εἶδος ὁλοκαυτώματος, πού καίγεται ὄχι πάνω σέ φωτιά ἀλλά πάνω στόν πάγο.
   ῎Ισως λίγες φορές ἐκπέμφθηκαν τέτοια μηνύματα ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Σαράντα ἔνδοξοι ἥρωες, γυμνοί καί γονατισμένοι πάνω στήν παγωμένη λίμνη προσεύχονται νά δεχθεῖ ὁ Κύριος τῆς δόξης τή θυσία τους στήν ἀγάπη του. Τί φλογερή ἀγάπη ἀλλά καί τί βαθειά ταπείνωση φυλάσσονταν στά σαράντα αὐτά πολύτιμα θησαυροφυλάκια τοῦ οὐράνιου θησαυροῦ!
   Οἱ στιγμές περνοῦν μέ προσευχή. ῾Ο ἕνας ἐνισχύει τόν ἄλλο. Μέ τά ἐνθαρρυντικά λόγια καί μέ τίς κατανυκτικές προσευχές οἱ γενναῖοι καί ἀκούραστοι ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ ἔπαιρναν δύναμη. ᾿Αναρρίπιζαν στήν καρδιά τους τή φλογερή ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Διατηροῦσαν διαρκῆ ἐπαφή μέ τήν πηγή τοῦ οὐρανοῦ. ῾Η προσευχή ἠλέκτριζε τίς καρδιές τους καί τίς φλόγιζε μέ τόν ὑπεργήινο ἔρωτα.
῎Ετσι, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «ἐνῶ ὅλα ἀνεξαιρέτως τά στοιχεῖα τῆς φύσεως ὑποτάσσονταν στό ψύχος καί πάγωναν, ἡ φύση τῶν μαρτύρων ἔμενε ἀδούλωτη. Καί ἦταν, βέβαια, φυσικό τά στοιχεῖα τῆς φύσεως νά ὑποταχτοῦν στούς νόμους της καί νά παγώσουν. ῾Η μεγαλοφροσύνη τῶν ἀθλητῶν ὅμως διαγωνιζόταν ἀκόμη καί ἐναντίον τῆς ἴδιας τῆς φύσεως καί τή νικοῦσε μέ τρόπο θαυμαστό. ῾Η φύση λίγο-λίγο διαλυόταν καί μαραινόταν. ῾Η δύναμη ὅμως τῆς ψυχῆς τῶν μαρτύρων γινόταν ἰσχυρότερη. Μελάνιαζαν, βέβαια, τά γυμνά σώματα καί ἔχαναν τήν ὀμορφιά τους, αὐξανόταν ὅμως καί ἀνθοῦσε τό κάλλος τῆς ψυχῆς».

3. ᾿Αμείωτος ὁ ἀριθμός

   Οἱ μάρτυρες στρατιῶτες παραμένουν πάνω στή λίμνη ἄγρυπνοι φρουροί. ῎Αλλοτε ντυμένοι καί ὁπλισμένοι φύλαξαν σκοπιά χάριν τῆς πατρίδας. Τώρα ντυμένοι τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου καί πάνοπλοι μέ τήν πνευματική πανοπλία, ἀποτελοῦν τούς θαυμαστούς σκοπούς τῆς πίστεως, τοῦ θησαυροῦ, πού ἐμπιστεύτηκε ὁ τρισένδοξος ἀρχιστράτηγος Χριστός στή στρατευομένη ᾿Εκκλησία του. ᾿Αποκρούουν τόν ἱερόσυλο ἐχθρό καί δέν ἐπιτρέπουν σ᾿ αὐτόν νά βεβηλώσει τά ὅσια καί ἱερά. Περιπαίζουν τόν σατανᾶ μέ γενναιότητα. Νικώντας τή δύναμή του ὑπομένουν τά βασανιστήρια, τούς φρικτούς πόνους. Χαίρονται γιά τά ἀγαθά, τά ὁποῖα ἐλπίζουν ὅτι θά ἀπολαύσουν, καί προπαντός γιά τό ὕψιστο ἀγαθό πού εἶναι ἡ ἕνωσή τους μέ τόν Χριστό στή βασιλεία του καί ἡ προσήλωσή τους στό αἰώνιο καί ἄρρητο κάλλος. Μία ἀνησυχία διασαλεύει τήν ἁρμονία τῆς καρδιᾶς τους· μήπως λιποψυχήσει κανείς. ῞Ενας ὁ φλογερός τους πόθος· νά ὑπομείνουν ὅλοι μέχρι τέλους καί νά στεφανωθοῦν ὅλοι. ῞Ενα θερμό αἴτημα ἀναπέμπουν οἱ καρδιές ὅλων·
   «῞Αγιε Δέσποτα, σαράντα μπήκαμε στό στάδιο αὐτό τοῦ μαρτυρικοῦ ἀγώνα. Σέ παρακαλοῦμε, σαράντα νά στεφανωθοῦμε μέ τό στεφάνι τῆς νίκης. Κανείς νά μή λείψει ἀπό τόν ἀριθμό τῶν Σαράντα. ῾Ο ἀριθμός εἶναι ἱερός καί σεβάσμιος, διότι τόν τίμησες ἐσύ, Κύριε, μέ τήν σαρανταήμερη νηστεία σου στήν ἔρημο. Σαράντα μέρες νήστευσε καί ὁ δοῦλος σου Μωυσῆς καί πῆρε τή νομοθεσία. Καί ὁ προφήτης ᾿Ηλίας, νηστεύοντας σαράντα μέρες, ζητοῦσε νά σέ δεῖ, Κύριε».
   Δέν μποροῦσε νά μείνει ἀναπάντητη μιά τέτοια προσευχή. Τή δέχθηκε μέ εὐμένεια ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ. Κι ἀνέθεσε στούς ἀγγέλους του νά ἑτοιμάσουν σαράντα στεφάνια, ὅπως τοῦ τό ζήτησαν οἱ ἐκλεκτοί δοῦλοι του.


4. Τά δελεάσματα τοῦ πονηροῦ

   Σοφός ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ· «Γλυκειά ἡ ζωή κι ὁ θάνατος μαυρίλα». Καί ἀσφαλῶς τονίζεται περισσότερο ἡ μαυρίλα τοῦ θανάτου καί ἐξαίρεται ἡ γλυκύτητα τῆς ζωῆς ἐκεῖνες τίς κρίσιμες ὧρες πού ἀντιπαλεύουν τά δύο. Τήν ὥρα πού νιώθεις νά χάνεται στιγμή-στιγμή ἡ ζωή σου, τότε περισσότερο τήν ἀξιολογεῖς καί λαχταρᾶς νά τήν κρατήσεις. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν τόσο ἀνθρώπινη ἀνάγκη σοφίστηκε νά ἐκμεταλλευτεῖ ὁ «τοῦ διωγμοῦ σοφιστής καί ποικίλης ραδιουργίας τύραννος». ᾿Εξάλλου, γι᾿ αὐτό τό λόγο δέν εἶχε διαλέξει τόν διά ψύχους θάνατο, πού δέν θά ἦταν ἀκαριαῖος, ἀλλά θά τοῦ ἔδινε τή δυνατότητα περισσότερο νά βασανίσει τούς ἁγίους;
   Νά, λοιπόν, τό πανοῦργο τέχνασμα πού συνέλαβε· Δίπλα στήν παγωμένη λίμνη ὑπῆρχαν λουτρά. ᾿Εκεῖ μέ τήν ἐντολή του ἄναψαν φωτιές καί ζεστάθηκε νερό. Γνωστοποίησε στούς ἀθλητές τῆς πίστεως αὐτή τήν ἐνέργεια, ὥστε νά σκέπτονται συνεχῶς ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη τρόπος νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά βάσανα. Θά μποροῦσαν νά ζήσουν ἔστω καί ἄν πάθαιναν κρυοπαγήματα, διότι στά λουτρά θά τούς προσφέρονταν οἱ πρῶτες βοήθειες καί στή συνέχεια ἐξαιρετική θαλπωρή καί εὐγενική περιποίηση. Εἰδικοί φρουροί τοποθετημένοι στήν παραλία τῆς λίμνης φύλαγαν τούς μάρτυρες, ἕτοιμοι νά δεχθοῦν καί νά βοηθήσουν αὐτούς πού θά ὑπέκυπταν. ῾Η σωτηρία τους θά ἦταν πολύ εὔκολη, ἀρκεῖ νά ἤθελαν νά ἐγκαταλείψουν τήν ἀντίσταση. Εὔστοχα ὁ ἅγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζει τόν ἀπάνθρωπο τύραννο ὡς «ἐφευρέτη ποικίλων βασανιστηρίων», πού τοποθέτησε «κοντά τό δόλωμα», γιά νά παρασύρει τούς μάρτυρες, ὅπως ὁ πατέρας του διάβολος παρέσυρε τούς πρωτοπλάστους μέ τή γεύση τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ.
   ῾Η ἡμέρα ἔσβησε καί τό σκοτάδι κάλυψε τή λίμνη. ῾Η νύχτα προχωρεῖ. Τό κρύο γίνεται δριμύτερο, τό πάγωμα φρικτό καί οἱ πόνοι πιό ὀδυνηροί καί ἀφόρητοι. ῾Ο θάνατος σφίγγει ἐπικίνδυνα στόν κλοιό του τούς Μάρτυρες. ᾿Αλλά καί ὁ πειρασμός κάθε στιγμή πού περνᾶ γίνεται πιό ἔντονος καί πιό σκληρός. ῾Η παγωμένη λίμνη, ἡ κατάψυχρη ἀτμόσφαιρα καί ἡ παγερή νύχτα συνεργάζονται γιά ἕνα φρικτό θάνατο. Καί δίπλα, μόλις λίγα βήματα πιό πέρα ἀπό τόν τόπο τοῦ θανάτου, τά λουτρά ἐκπέμπουν γλυκύτατο φῶς, ὑπόσχονται τή θαλπωρή τῆς ζωῆς.
   Πόσο δελεαστική γίνεται τήν ὥρα αὐτή ἡ ἐπιλογή τῆς ζωῆς! Καί πόση δύναμη πρέπει νά διαθέτει ὁ ἄνθρωπος, γιά νά μπορεῖ νά βλέπει πίσω ἀπό αὐτό πού προσφέρεται ὡς ζωή τόν βέβαιο θάνατο καί πέρα ἀπό τόν φρικτό θάνατο τήν ἀληθινή ζωή! Οἱ μάρτυρες εἶχαν αὐτή τήν ὑπερκόσμια δύναμη. Τό ἀποδεικνύει ἡ σταθερή τους ἀντίσταση στόν πειρασμό. ῾Η ἐπίμονη ἄρνησή τους στό δέλεαρ τοῦ πονηροῦ, ἡ ὑπομονή τους στό μαρτύριο τούς ἀναδεικνύει πρότυπα καί παραδείγματα αὐτῆς τῆς ἀρετῆς. «Διότι ὑπομονετικός», λέει ὁ Μ. Βασίλειος, «δέν εἶναι αὐτός πού δέν ἔχει τά ἀναγκαῖα, ἀλλά αὐτός πού, ἐνῶ ἔχει ἄφθονα τά ἀγαθά, δέχεται νά ὑπομείνει τά δεινά».
   ῞Οσο περνοῦν οἱ ὧρες, τόσο σκληρότερος γίνεται ὁ πειρασμός. ῾Ο ἴδιος ὁ διάβολος, ὁ ἐπινοητής τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ πειρασμοῦ, μέ λύσσα καί πεῖσμα τρομερό σφυρίζει στά αὐτιά τῶν μαρτύρων· «Σέ λίγο χάνετε τή ζωή σας. Μαραίνεται ἡ νεανική σας δύναμη καί ὀμορφιά. Σβήνετε γιά πάντα. Καί ὅμως εἶναι τόσο εὔκολο νά ζήσετε. Κοντά σας ὑπάρχει ἡ ζωή. ᾿Εγκαταλεῖψτε, λοιπόν, τό πεδίο τοῦ θανάτου καί μπεῖτε στούς θαλάμους τῆς ζωῆς. Ποιό εἶναι τό μεγάλο κακό πού θά διαπράξετε; Θέλετε νά ζήσετε. ᾿Αλλά αὐτό εἶναι τό προνόμιο ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Κανένα δέν βλάπτετε μέ τό νά θέλετε νά ζήσετε. ᾿Εμπρός, λοιπόν! Μήν ἀργεῖτε. ῞Υστερα ἀπό λίγο θά εἶναι ἀργά. Θά μπεῖτε γιά πάντα στήν ἀφάνεια καί τόν ἐκμηδενισμό. Μύθος εἶναι ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ εὐτυχία. Γιατί ἐσεῖς οἱ δίκαιοι καί ἐνάρετοι νά τιμωρεῖστε, νά θανατώνεστε τόσο σκληρά, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἄδικοι καί κακοί συνάδελφοί σας νά καλοπερνοῦν; Ποῦ εἶναι ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ; Γιατί δέν τιμωρεῖται, ἀλλά ζῆ μέ δόξα καί τιμή ὁ βασανιστής ᾿Αγρικόλας; Τί περιμένετε, λοιπόν; Εἶσθε νέοι. ῾Η ζωή εἶναι γλυκειά. Πρέπει νά τήν ἀπολαύσετε, νά τή χαρεῖτε. Τήν προσφέρει μόνο ἡ ἄρνηση καί ἡ εἴσοδος στό λουτρόϜ».
   Οἱ γενναῖοι στρατιῶτες ἀγωνίζονται τόν διπλό ἀγώνα. ῾Ο ἕνας ἐνθαρρύνει τόν ἄλλο. ῾Η πίστη ἀμύνεται ἔντονα καί ἐξουδετερώνει τά βέλη τῆς πρόσκαιρης ζωῆς. Τά καθιστᾶ ἀνίκανα νά ἐγγίσουν τίς διάνοιες καί τίς καρδιές τῶν ἀποφασισμένων ἀθλητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίμονα ἐπαναλαμβάνουν· «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Μθ 4,10). Τό πνεῦμα ἐπιβάλλεται, κυριαρχεῖ στή σάρκα. Δέν ἐπιτρέπει καμία ὑποχώρηση στίς προκλήσεις, πού προσφέρονται μέ τό δόλωμα τῆς ζωῆς. ῎Εχουν τή δύναμη νά ἀτενίζουν τά λουτρά, νά βλέπουν τό φῶς, νά ἀκοῦν τίς φωνές τῶν στρατιωτῶν πού τούς προσκαλοῦν στή δῆθεν ζωή, καί νά παραμένουν στίς ἐπάλξεις τοῦ ἱεροῦ ἀγώνα. ῾Η θεία χάρη, πού συνεργάζεται μέ τή θέληση καί τόν ἀγώνα τῶν μαρτύρων, ὑψώνει φράγμα στήν ὁρμή τοῦ διαβόλου, χαλκεύει ἀσπίδα κατά τῶν βελῶν του. «Κύριε, μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ!» (Μθ 6,13).


5. ῾Ο λιποτάκτης

   ᾿Αλλά, τί κρίμα! Κάπου τό φράγμα σπάζει. ῞Ενας ἀπό τούς μάρτυρες κάμπτεται. Πέφτει στό τέχνασμα τοῦ διαβόλου. Τό φῶς, ἡ φωτιά, τό θερμό λουτρό δελεάζουν τό ταλαιπωρημένο σῶμα, πού σφαδάζει μέσα στούς ἀνυπόφορους πόνους τῆς ψύξεως. ῾Η ψυχή ἀτονεῖ κι ὁ νοῦς, πού μέχρι τώρα ἦταν μεταρσιωμένος καί προσηλωμένος στή δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ἀρχίζει νά σκέπτεται τά γήινα. Μέ ἀγωνία παρακολουθοῦν τόν ἀγώνα του οἱ ἄγγελοι. Δέονται νά σταθεῖ γενναῖος στόν πειρασμό. Μέ λαχτάρα προσπαθοῦν νά τονώσουν τό φρόνημά του οἱ ἄλλοι συστρατιῶτες του. ᾿Εκεῖνος ὅμως μένει κουφός στά πυρωμένα λόγια τους. Μία μονάχα φωνή συγκινεῖ τήν ὕπαρξή του, ἡ φωνή τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Μία ἀγωνία τόν συνέχει, νά σώσει τή ζωή του! ῎Εκανε ἤδη τήν ἐπιλογή του· γιά νά χαρεῖ τή γῆ, ξεπουλᾶ τόν οὐρανό. Καί ὁ Θεός -τί φοβερό!-σέβεται αὐτή τήν ἐπιλογή του, τόν ἀφήνει νά ἀποφασίσει μόνος του, διότι ἔπλασε ἐλεύθερο τόν ἄνθρωπο καί δέν ἐπεμβαίνει στήν ἐλευθερία του οὔτε γιά νά τόν σώσει, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος δέν θέλει τή σωτηρία. «Φιλοψυχήσαντος», λοιπόν, «καί πρός τό πλησίον βαλανεῖον (= λουτρό) προσδραμόντος», ὅπως σημειώνει τό Συναξάριο, ξεκόβεται ἀπό τόν ἱερό χορό τῶν Σαράντα.
   ῾Ο λιποτάκτης στρατιώτης, λίγο πρίν ἀπό τή νίκη, χάνει ἀπό τά μάτια του τό οὐράνιο φῶς. Λησμονεῖ τή φλόγα τῆς θείας ἀγάπης, ἀδιαφορεῖ γιά τή θαλπωρή τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ οὐρανοῦ καί τρέχει νά χαρεῖ τή ζωή στή ζεστασιά τῶν λουτρῶν. ᾿Εγκαταλείπει τό πεδίο τοῦ ἀγώνα καί γίνεται λιποτάκτης. Τί πόνος αὐτός γιά τούς τριανταεννέα μαχητές! ῾Ο φίλος, ὁ ἀδελφός καί συναγωνιστής τους μέ τή θέλησή του κατατάσσεται στό στρατόπεδο τοῦ ᾿Αγρικόλα, τόν ὁποῖο κυβερνᾶ ὁ διάβολος. «᾿Ελεεινό θέαμα γιά τούς δικαίους», γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, «ὁ στρατιώτης γίνεται φυγάς, ὁ ὑποψήφιος γιά τό βραβεῖο αἰχμάλωτος. Τό πρόβατο τοῦ Χριστοῦ συλλαμβάνεται ἀπό τό θηρίο».
   Πόσο ἀκριβά πληρώνει τά θύματά της ἡ ἀποστασία ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ! «Τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρω 6,23), βεβαιώνει λιτά ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτό ἀκριβῶς, τό θάνατο, κερδίζει μέ τή λιποταξία του καί ἕνας ἀπό τούς Σαράντα. Μόλις μπαίνει στά λουτρά, τό παγωμένο σῶμα του ἀδυνατεῖ νά ἀντέξει τή θερμότητα. Διαλύεται καί πεθαίνει μέ φρικτό θάνατο ὁ ταλαίπωρος! ῎Εχασε τήν αἰώνια ζωή, ἀλλά δέν ἀπήλαυσε οὔτε καί τήν πρόσκαιρη. Πέθανε στήν παράβαση, στήν προδοσία. Ποιός θάνατος εἶναι φοβερότερος ἀπ᾿ αὐτόν;
   Θλίβεται ὁ οὐρανός καί οἱ ἄγγελοι. Θρηνοῦν οἱ μάρτυρες τήν ἀπώλεια τοῦ συναδέλφου τους. ᾿Επισκιάζεται ἡ δόξα τοῦ μαρτυρίου. ῾Ο σατανᾶς χαίρεται, σαρκάζει, γιορτάζει τή νίκη του, διότι μεταξύ τῶν μαρτύρων ἀπέκτησε τόν ᾿Ιούδα του. Γελᾶ εἰς βάρος τοῦ λιποτάκτη.
   Αὐτή εἶναι ἡ τακτική τοῦ ἀρχέκακου διαβόλου, λένε οἱ ἅγιοι πατέρες. Ραδιουργεῖ, ἀπατᾶ, κολακεύει μέ ποικίλους τρόπους, ἕως ὅτου ρίξει τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία. ᾿Αφοῦ τό κατορθώσει αὐτό, χαίρεται καί γελᾶ εἰς βάρος τῶν δυστυχισμένων ἐκείνων πού γίνονται σκλάβοι του. Τούς ἔχει πλέον στήν αἰώνια δουλεία. «Φέρνει μαζί μέ τή συμφορά καί τή ντροπή», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «καί χαίρεται μέ τήν ντροπή τοῦ ἀνθρώπου πού παρασύρθηκε. Διότι ποτέ ἐκεῖνος δέν γίνεται φίλος καί σύμμαχος. Τότε ὑποκρίνεται τόν φίλο, ὅταν θελήσει νά τόν ντύσει μέ τή μάσκα τῆς ἀπάτης».
   Νικητής τώρα ὁ πονηρός λέγει στό ὄργανό του, τόν ᾿Αγρικόλα· «᾿Αγρικόλα, παιδί μου, χαῖρε. ῞Ο,τι δέν κατόρθωσες ἐσύ μέ ὑποσχέσεις, κολακεῖες, ἀπειλές καί μύρια βασανιστήρια, τό κατόρθωσα ἐγώ. Νά ἕνας πού φεύγει ἀπό τό θάνατο καί ἔρχεται στή ζωή, γιά νά χάσει τήν αἰώνια ζωή καί νά ἀπολαύσει τόν αἰώνιο θάνατο!»
   ῾Η λιποταξία τοῦ στρατιώτη ἀπό τήν παράταξη τῶν μαρτύρων καί ἡ θεληματική παράδοσή του στό στρατόπεδο τῶν προδοτῶν, στό κάτεργο τοῦ διαβόλου, θά παρέμενε ἀνεξήγητη, ὅπως κάθε λιποταξία, ἐάν δέν λαμβάναμε ὑπόψη μας τήν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου. Αὐτός μέ κάθε τρόπο θέλει νά ἀποσπάσει τόν ἀγωνιστή τοῦ καλοῦ ἀπό τό φῶς καί τή ζωή καί νά τόν ὁδηγήσει στό σκοτάδι καί τό θάνατο. ῾Ο θεόπνευστος εὐαγγελιστής Λουκᾶς, καθώς ἱστορεῖ τά γεγονότα τοῦ Πάθους, κάνει μία διαφωτιστική ἀποκάλυψη γιά τήν ψυχολογία τοῦ προδότη. ᾿Αναφερόμενος στόν λιποτάκτη μαθητή τοῦ Κυρίου, γράφει· «Εἰσῆλθε δέ ὁ σατανᾶς εἰς ᾿Ιούδαν» (Λκ 22,3). ῾Ο ἴδιος ἀσφαλῶς ὁ σατανᾶς μπῆκε καί στήν καρδιά τοῦ ἀγωνιστῆ, γιά νά τήν ἀποπροσανατολίσει ἀπό τούς ὑψηλούς στόχους της καί νά τῆς στερήσει γιά πάντα τή δόξα τοῦ παραδείσου. Διότι ὁ διάβολος φθονεῖ καί μισεῖ θανάσιμα ὅ,τι μεγάλο καί ἱερό.
   Πῶς τάχα ἔγινε ἡ θανατηφόρα εἴσοδος τοῦ πονηροῦ στήν ψυχή τοῦ στρατιώτη; Πῶς κατόρθωσε νά ἐξουδετερώσει τή γενναία ἀντίστασή του καί νά τόν μεταβάλει σέ λιποτάκτη; ᾿Ασφαλῶς θά προηγήθηκε κάποια πάλη. ῾Η φαντασία μας ζωγραφίζει τήν πάλη αὐτή. ῾Ο διάβολος ἀγωνίζεται νά μπεῖ στήν καρδιά τοῦ ἀθλητῆ. Πῶς ὅμως νά βρεῖ πρόσβαση; Οἱ πόρτες εἶναι κλειστές, ὁ πύργος ἰσχυρός. ῾Ο μαχητής ἔνοπλος διώχνει τόν πειρασμό. ῾Ο διάβολος νικιέται. Μετά τήν ἥττα του ὅμως δέν ἀπομακρύνεται. «Μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β´ Κο 11,14). Μέ νέα μορφή ἔρχεται τώρα νά ψιθυρίσει στό ἄλλο αὐτί τοῦ μαχητῆ· «Εὖγε! Σωστά τόν ἀπέκρουσες, τόν νίκησες. Εἶσαι ἥρωας, εἶσαι ἀκατάβλητος. Λίγοι ἀγωνίστηκαν γιά τόν Χριστό ὅπως ἐσύ. ῎Η, μᾶλλον, ἐσύ τούς ξεπέρασες ὅλους. Θά καθίσεις στό θρόνο τοῦ Χριστοῦ ὡς συμβασιλιάς! ῎Εχεις ἀκόμη τή δύναμη νά ἀτενίζεις τά λουτρά. Τί δυστυχισμένοι οἱ φύλακες! ᾿Εσύ εἶσαι ἀνώτερος ἀπ᾿ ὅλους. Εὖγε! Εὖγε!».
   Αὐτό ἦταν. Τό παράθυρο ἄνοιξε. ῾Η ἀσφάλεια τοῦ πιστοῦ, ἡ θεία ταπεινοφροσύνη, κάμφθηκε. ᾿Ανενόχλητη τώρα ἡ ὑπερηφάνεια ἀνοίγει διάπλατα τό δρόμο στό διάβολο. Κι ἐκεῖνος μεταμορφωμένος καί στολισμένος μέ λευκά φτερά μπαίνει στήν καρδιά τοῦ ἀγωνιστῆ. ῾Ο πύργος κυριεύεται. ῾Ο ἀγωνιστής συλλαμβάνεται. ῾Ο γενναῖος δειλιάζει καί γίνεται λιποτάκτης, προδότης, ἕρμαιο τοῦ διαβόλου. ῎Αχ, καταραμένη ὑπερηφάνεια. Σέ μιά στιγμή σώριασες σέ θλιβερά ἐρείπια ὅ,τι μέ κόπο συλλέχθηκε καί μέ σοφία χτιζόταν χρόνια ὁλόκληρα. ᾿Εξανέμισες σ᾿ ἕνα λεπτό τά πνευματικά πλούτη. Κατέστησες τραγικό ἐπίχαρμα τοῦ πονηροῦ τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ!
   Μεγάλοι ἅγιοι καί ὅσιοι φοβήθηκαν τήν ὑπερηφάνεια ὡς τόν πιό ὕπουλο ἐχθρό τῆς σωτηρίας καί ὅσο περισσότερο ἀνέβαιναν στά ὕψη τῆς ἁγιότητας, τόσο πιό πολύ θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους μικρό κι ἀνάξιο καί τιποτένιο. Εἶναι ἀδιάψευστος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, καί ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» (Λκ 14,11). Πολλοί ἄνθρωποι μέ τήν χριστομίμητη ταπεινοφροσύνη ἀνυψώθηκαν σέ θεϊκά ὕψη, ἐνῶ πολλοί ἄλλοι μέ τήν ἑωσφορική ὑπερηφάνεια ἀπό τά ὕψη γκρεμίστηκαν μέ πάταγο στά πέταυρα τοῦ ἅδη. ῾Ο Μ. ᾿Αντώνιος μέ δάκρυα ἀναστέναζε κάθε φορά πού πληροφοροῦνταν τήν πτώση κάποιου πιστοῦ καί ἐναγώνια συνιστοῦσε στούς μαθητές του νά ἐγκολπωθοῦν τήν ἁγία ταπεινοφροσύνη. «Μόνο μέ τή δική της καθοδήγηση», ἔλεγε, «θά μπορέσετε νά φυλαχτεῖτε ἀπό τίς ἁπλωμένες παγίδες τοῦ πονηροῦ». ῎Απειρα παραδείγματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ἐπιβεβαιώνουν τό λόγο.


6. ῾Ο δήμιος στέφεται μάρτυρας

   Στή λίμνη τώρα ἔμειναν τριανταεννέα οἱ μάρτυρες. Δέν εἶχε εἰσακουστεῖ, λοιπόν, ἡ προσευχή τους; Δέν συγκίνησε τόν Θεό τό καυτό αἴτημά τους νά πᾶνε σαράντα στόν οὐρανό ὅπως ἦταν καί στή γῆ; Καί, βέβαια, εἰσακούστηκαν. Δέν ἀδιαφορεῖ ὁ Θεός γιά τούς ἅγιους πόθους καί τίς ἱερές ἐπιθυμίες, πού τοῦ ἐμπιστεύονται τά παιδιά του. ᾿Εξάλλου -τό εἴπαμε ἤδη- εἶχε δώσει ἐντολή στούς ἀγγέλους του σαράντα στεφάνια νά ἑτοιμάσουν. ῾Η ἱερή παράταξη ἔπρεπε νά μείνει ἀκέραια, χωρίς καμιά ἀπώλεια. Κι ἄν ἔσπασε τόν ἱερό χορό ὁ λιποτάκτης καί δημιούργησε κενό μέ τήν ἀποστασία του, θά συμπληρωθεῖ καί πάλι ὁ χορός, θά ἐξαλειφθεῖ τό κενό. Πῶς; Μέ ἕνα θαῦμα. Διότι ἡ νέα πίστη ξεκίνησε ἀπό θαῦμα, κατευθύνεται μέ θαῦμα καί νικᾶ μέ τό θαῦμα. Ποιό εἶναι τό θαῦμα; Νά, πῶς τό διέσωσε ἡ ἱστορία·
   Πρίν ἀκόμη ἐκδηλωθεῖ ἡ δειλία τοῦ λιποτάκτη, τό θάρρος καί ἡ χαρά μέ τά ὁποῖα οἱ μάρτυρες ἀντιμετώπιζαν τό φρικτό βασανιστήριο, συγκίνησαν τήν ψυχή ἑνός ἀπό τούς στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκατασταθεῖ ὡς φρουροί στά λουτρά. ᾿Ενῶ οἱ ἄλλοι φρουροί ἀδιαφοροῦν καί μένουν ἀπαθεῖς καί ἀνάλγητοι μπροστά στό ἀπαίσιο ἔγκλημα πού διαπράττεται σέ βάρος σαράντα ἀθώων ὑπάρξεων, ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ ᾿Αγλάιος, ἔχει μεγάλη ἀγωνία. Μιά ἱερή ἀνησυχία ξεσήκωσε στήν καρδιά του τό μαρτύριο τῶν ἀθλητῶν. Δέν μπορεῖ νά ἡσυχάσει. Τό βλέμμα του, τήν προσοχή του, τήν καρδιά του μαγνητίζουν οἱ μάρτυρες. Θερμαίνεται τό σῶμα του στή φωτιά τοῦ λουτροῦ, ἀλλά ἡ σκέψη τόν μεταφέρει στήν παγωμένη λίμνη μαζί μέ τούς μάρτυρες. Τό βλέμμα του καρφωμένο στό παράθυρο τοῦ λουτροῦ τούς παρακολουθεῖ ἀκατάπαυστα. ῎Ηδη ἡ ἱερή ἀνησυχία κατεργάζεται τή σωτηρία του, ἡ ὁποία θά συντελεστεῖ μέ θαῦμα, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει καιρός οὔτε καί ἄλλος τρόπος.
   Καί νά τό θαῦμα! Στόν οὐρανό προβάλλει ἕνα μυστηριῶδες καί ἀνεξήγητο φῶς, πού φωτίζει λαμπρά τό στερέωμα. Σαράντα παλληκάρια ντυμένα μέ ὁλόλευκα ροῦχα βγαίνουν ἀπό τό θεῖο αὐτό φῶς καί κατεβαίνουν στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου. ῾Ο καθένας κρατᾶ στό χέρι του ἕνα ὡραιότατο ἀστραφτερό στεφάνι. Εἶναι ἄγγελοι, πού κατεβαίνουν νά στεφανώσουν τούς νικητές. ῾Ο ᾿Αγλάιος κατάπληκτος παρατηρεῖ τό μεγαλειῶδες θέαμα. Ξαφνικά ὅμως συμβαίνει κάτι τό θλιβερό. Βλέπει τόν ἕναν ἀπό τούς ἀγγέλους λυπημένο καί ἕτοιμο νά ἐπιστρέψει στόν οὐρανό, κρατώντας στά χέρια του τό ἀκτινοβόλο στεφάνι. Δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτόν ἀθλητής. ῏Ηταν ἀκριβῶς ἡ στιγμή κατά τήν ὁποία ὁ λιποτάκτης ἐγκατέλειπε τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου καί ἔτρεχε πρός τά λουτρά φωνάζοντας· «Σῶστε με! ᾿Αρνοῦμαι τόν Χριστό. Εἶμαι πρόθυμος νά θυσιάσω στά εἴδωλα».
   ῾Ο ᾿Αγλάιος ἑρμηνεύει τή θεία ὀπτασία· ῾Ο ἄγγελος κρατᾶ τό στεφάνι τοῦ φυγᾶ στρατιώτη. ῾Η καρδιά τοῦ φρουροῦ φωτισμένη μέ τή θεία χάρη φλογίζεται ἀπό τήν πίστη καί χτυπᾶ δυνατά. ῾Η ὕπαρξή του συγκλονίζεται. Δέν χάνει καιρό. Βγάζει τά ροῦχα του καί τρέχει νά πάρει τή θέση τοῦ λιποτάκτη στό μαρτύριο, καταθέτοντας τή θαρραλέα ὁμολογία· «Εἶμαι χριστιανός!». ῾Η φωνή του ἀντηχεῖ πάνω στήν παγωμένη λίμνη. ῾Ο ἀντίλαλός της φθάνει στά οὐράνια καί ὁ λυπημένος ἄγγελος μέ χαρά ἐπιστρέφει, γιά νά στεφανώσει τήν κεφαλή τοῦ νέου μάρτυρα. Σκιρτᾶ ἡ ψυχή τοῦ νεοφώτιστου χριστιανοῦ. ᾿Αγάλλονται οἱ τριανταεννέα μάρτυρες. ῾Η προσευχή τους εἰσακούστηκε. Εὐχαριστοῦν τόν ἀρχιστράτηγό τους Χριστό καί καλωσορίζουν τόν νέο ἀθλητή τοῦ θείου ἀγώνα. Χαίρεται ὁ οὐρανός!
   ῾Ο σατανᾶς συντρίφτηκε. Τά λουτρά, τά ὁποῖα θέλησε νά χρησιμοποιήσει ὡς δόλωμα κατά τῶν μαρτύρων, ἔγιναν γι᾿ αὐτόν τό μέσο συντριβῆς καί καταισχύνης. ᾿Εκεῖ ὁ φρουρός ᾿Αγλάιος ἔζησε ἕνα νέο ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ. Γνώρισε τήν ἀλήθεια, κατέφυγε στόν Δεσπότη, συναριθμήθηκε μέ τούς μάρτυρες. «Μέσα σέ μιά στιγμή ἔγινε προσήλυτος, ὁμολογητής, μάρτυρας καί δέχθηκε τό λουτρό τῆς παλιγγενεσίας μέ τό ἴδιο του τό αἷμα πού δέν χύθηκε, ἀλλά νεκρώθηκε ἀπό τόν πάγο», θαυμάζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Καί ὁ Μ. Βασίλειος, παραβάλλοντας τήν ἑτοιμότητα τοῦ πρώην δημίου μ᾿ ἐκείνη τῶν μαχομένων στρατιωτῶν, σημειώνει· «῎Ετσι μιμήθηκε τούς στρατιῶτες πού ἀγωνίζονται στήν πρώτη γραμμή καί οἱ ὁποῖοι ἀμέσως συμπληρώνουν τή θέση αὐτοῦ πού ἔπεσε στή μάχη, ὥστε νά μή διασπαστεῖ ἡ παράταξή τους». ῞Οπως ἄλλοτε τή θέση τοῦ ᾿Ιούδα πῆρε ὁ Ματθίας καί ὁ διώκτης Σαούλ ἔγινε ὁ ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής τῶν ἐθνῶν Παῦλος, ἔτσι τώρα ὁ φύλακας πιστεύει στό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί παίρνει τή θέση τοῦ λιποτάκτη. ῾Ο δήμιος στεφανώνεται ὡς μάρτυρας.


7. ᾿Από τήν ὀδύνη στό θρίαμβο

   ῾Η μάχη τοῦ τρομεροῦ πόνου καί τοῦ φρικτοῦ βασανιστηρίου κορυφώνεται, ἀλλά οἱ μάρτυρες μένουν ἀκλόνητοι. Τά μέλη ἀρχίζουν καί ξηραίνονται ἀπό τό πάγωμα τοῦ αἵματος. Οἱ ἀθλητές διατηροῦν τό φρόνημα γενναῖο. ῎Αγγελοι, ἄνθρωποι καί δαίμονες ἀγωνιοῦν μπροστά στό θέαμα. Οἱ ἄγγελοι περιμένουν τό χωρισμό τῶν ψυχῶν ἀπό τά σώματα, γιά νά τίς παραλάβουν πανηγυρικά μέ θεϊκή ψαλμωδία καί νά τίς μεταφέρουν στήν αἰώνια κληρονομιά τῆς μακαριότητας. Οἱ ἄνθρωποι περιμένουν νά δοῦν τό τέλος καί τήν ἀντοχή τῶν μαρτύρων. Οἱ δαίμονες μέ μεγάλη ἐπιθυμία περιμένουν νά δοῦν τήν πτώση καί τήν καταστροφή τῶν ἱερῶν καταδίκων.
   Τά σώματα τῶν ἀθλητῶν δέν ἀντέχουν πιά. ᾿Αρχίζουν νά πέφτουν στήν παγωμένη λίμνη χωρίς νά αἰσθάνονται καί νά ὁρίζουν τά ἄκρα τους. Τά δάχτυλα ἐξαιτίας τοῦ ψύχους στάζουν αἷμα καί λίγο-λίγο κόβονται. ῞Ολα τά μέλη τοῦ σώματος γίνονται κομμάτια. ῾Η σάρκα μελανιάζει, φουσκώνει, σχίζεται καί ἀποσπᾶται ἀπό τά κόκκαλα. ῎Εσβησε ἡ σωματική δύναμη ἐκείνων πού ἄλλοτε «ἐγενήθησαν ἰσχυροί ἐν πολέμῳ» (῾Εβ 11,34). ᾿Απονεκρωμένα κείτονται τά ἡρωικά κορμιά, πού διάβαιναν βουνά καί πεδιάδες, ὑψώνοντας τρόπαια νίκης στά πεδία τῶν μαχῶν, πού σάν ἀτρόμητα λιοντάρια καί ἀγέρωχοι χρυσαετοί δημιούργησαν ἕνα θρύλο ἀνδρείας καί ἀρετῆς. Δέν μποροῦν πιά νά σταθοῦν ὄρθιοι ἐκεῖνοι πού ἄλλοτε μέ ἕνα σφύριγμα ξυπνοῦσαν, ἀρματώνονταν σέ λίγα λεπτά, ἀνέβαιναν στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί συνέτριβαν ἰσχυρές παρατάξεις βαρβάρων. Τώρα τά ἀνδρειωμένα χέρια εἶναι παράλυτα. Τά ἀτσαλένια πόδια δέν κινοῦνται. ῾Η φυσική θερμότητα ἐξαντλήθηκε, ἐνῶ ἔμεινε ἄσβεστη καί φλογερή ἡ πίστη στόν Χριστό, πού πυρακτώνεται στό καμίνι τῆς θείας ἀγάπης. Αὐτή ἡ μυστική φωτιά, πού δέν ἀντιλήφθηκε ὁ ᾿Αγρικόλας οὔτε κανείς ἄλλος ἀπό τούς πολλούς ποικιλώνυμους διῶκτες, ἔμεινε ζωντανή καί φωτεινή. Διέλυσε τούς πάγους τῆς λίμνης καί φώτισε τό σκοτάδι τῆς νύχτας.
   Σάν δένδρα ξερριζωμένα ἀπό ὁρμητικό ἄνεμο καί ριγμένα στή γῆ μοιάζουν οἱ μάρτυρες, «τά εὐγενῆ φυτά τοῦ παραδείσου, τά στολίδια τοῦ γένους, οἱ ρίζες τῆς δικῆς μας βλαστήσεως, οἱ ὁπλίτες τοῦ Παύλου, οἱ δορυφόροι τοῦ Χριστοῦ, οἱ καταλυτές τῶν βωμῶν, οἱ οἰκοδόμοι τῶν ἐκκλησιῶν, αὐτοί πού στρατολογήθηκαν νά πολεμοῦν ἐναντίον τῶν βαρβάρων καί πού τελείωσαν τόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ τῆς ἀνθρωπότητας», τούς ἐγκωμιάζει μέ κατάνυξη καί ἔξαρση ὁ ἅγιος Γρηγόριος.
   Θά νόμιζε κανείς ὅτι ἡ λίμνη μεταβλήθηκε σέ οὐρανό καί οἱ μάρτυρες σέ ἀστέρια. ῾Η λίμνη διαγωνίστηκε μέ τόν οὐρανό καί τόν ξεπέρασε τή νύχτα ἐκείνη, διότι τά ἀστέρια της ἀποδείχτηκαν λαμπρότερα. Στόν ἀστροστόλιστο οὐρανό τό κάθε ἀστέρι, ἐκτός ἀπό τή λάμψη του, παίρνει καί κάτι ἀπό τήν ἀκτινοβολία τῶν ἄλλων ἀστεριῶν καί γίνεται ἀκόμη πιό λαμπρό καί φωτεινό. Παρόμοια στήν περίπτωση τῶν μαρτύρων, ἐκτός ἀπό τή λάμψη τοῦ καθενός, ἡ κοινή ὁμολογία, τό κοινό μαρτύριο προσδίδουν στόν καθένα τή δόξα ὅλων.


8. ῾Η τελευταία πρόκληση

   Τό πρωί ὁ ᾿Αγρικόλας μέ τή συνοδεία του κατευθύνεται πρός τή λίμνη, τό πεδίο τῆς ἡρωικῆς μάχης. Πλῆθος ἀνθρώπων τόν ἀκολουθοῦν, ἄλλοι ἀπό συμπάθεια καί ἄλλοι ἀπό περιέργεια.
   ῾Ο ἀπάνθρωπος τύραννος εἶναι δύσθυμος. Αἰσθάνεται ταπεινωμένος, διότι νικήθηκε ἀπό τήν ὁμολογία τῶν μαρτύρων στό δικαστήριο, στή φυλακή, στά βασανιστήρια. Τρέμει καί φρίττει μπροστά στό μεγαλειῶδες θέαμα. Σαράντα κορμιά γενναίων παλληκαριῶν ξαπλωμένα στήν παγωμένη λίμνη! ῾Η ἀποκορύφωση τῆς ἱερῆς αὐτῆς νίκης ὑπογραμμίζει περισσότερο τή δική του ἥττα.
   ᾿Αλλά πόση ἦταν ἡ κατάπληξή του, ὅταν μεταξύ τῶν μαρτύρων ἀντίκρυσε τόν φύλακα ᾿Αγλάιο, τόν πιστό καί ἀφοσιωμένο ἄνδρα τῆς φρουρᾶς του! Μελάνιασε περισσότερο ἀπό τά παγωμένα σώματα. Οἱ ἄλλοι φύλακες τοῦ διηγοῦνται τίς λεπτομέρειες τῆς μεταστροφῆς τοῦ ᾿Αγλάιου. ῾Ο ἄγριος ἔπαρχος κυριολεκτικά λυσσομανεῖ. Τά σώματα τῶν Μαρτύρων εἶναι γι᾿ αὐτόν ἀνυπόφορη πρόκληση. Δέν ἀνέχεται νά τά βλέπει. ᾿Αλλά ἐνῶ νομίζει ὅτι βρίσκεται μπροστά σέ νεκρά σώματα, τά ὁποῖα κατά τή γνώμη του θά ἔπρεπε πρίν ἀπό τά μεσάνυχτα νά εἴχαν πεθάνει, ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ κατάδικοι δέν ξεψύχησαν. ῾Υπάρχει ἀκόμη ζωή στά ἀναίσθητα σώματά τους. Σκιρτᾶ ἀπό τή χαρά του.
   - ῾Η φωτιά, κράζει, εἶναι ἐκείνη πού θά ἐπαναφέρει τίς αἰσθήσεις τους, γιά νά αἰσθανθοῦν τούς φρικτότατους πόνους ὕστερα ἀπό τό πάγωμα!
   Δίνει ἀμέσως ἐντολή νά ἀνάψουν μεγάλη φωτιά κοντά στή λίμνη κι ἐκεῖ διατάσσει νά ριχτοῦν τά οἰκητήρια τῶν ἁγίων ψυχῶν. Μέ τόν τρόπο αὐτό, σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ ᾿Αγρικόλας μιμεῖται τά ἄγρια θηρία, τά ὁποῖα κομματιάζουν καί τό ροῦχο τοῦ καταδιωκόμενου ἀνθρώπου.
   ᾿Αλλ᾿ ἡ χαρά τοῦ ᾿Αγρικόλα διακόπτεται ἀπό μιά φωνή, πού ξαφνικά ἀκούγεται μέσα ἀπό τό σωρό τῶν παγωμένων σωμάτων. ῏Ηταν φωνή γλυκειά κι ἀδύναμη, μά στ᾿ αὐτιά τοῦ ἐπάρχου ἀκούστηκε φοβερή καί ἀπειλητική·
   - Δέν φοβοῦμαι πιά τή σκληρότητά σου! ῞Οσο οἱ ψυχές ἦταν μέσα στά σώματα πού πάγωναν, φοβόμουν μήπως ἡ ὑπερβολή τοῦ βασανιστηρίου νικήσει τήν ἀνδρεία τῶν εὐσεβῶν. Τώρα πού πέρασε αὐτός ὁ φόβος, κάνε ὅ,τι θέλεις τόν πηλό πού ἀπόμεινε. ᾿Ακόμη καί νά γευτεῖς τίς σάρκες μου δέν μέ μέλλει, διότι οἱ ἄγριες προσβολές τῶν ἐχθρῶν εἶναι ἀκριβῶς ἀποδείξεις τῆς ἀνδρείας τῶν νικητῶν.
   ῏Ηταν ὁ ἡρωικός Μελίτων, μονάκριβος γιός χριστιανῆς χήρας. Αὐτός ἦταν ὁ νεότερος ἀπό τούς σαράντα. ῾Η γλυκειά καί συμπαθητική μορφή του παρόλο τό μαρτύριο διατηροῦσε τήν παρθενική νεανική της ἀκτινοβολία. ῞Ολοι ἔμειναν κατάπληκτοι, θαυμάζοντας τήν ἀνδρεία τοῦ νεαροῦ Μελίτωνα. ῾Ο ἔπαρχος ἄναψε ἀπό τό πυρφόρο βέλος, πού ἔρριξε ὁ γενναῖος ἀθλητής, σάν νά μπῆκε ὁ ἴδιος στή φωτιά. Πῶς νά τόν ἐκδικηθεῖ; Νά τόν τιμωρήσει; Νά τόν βασανίσει περισσότερο; ᾿Αστραπιαῖα σκοτίζεται ἀπό τό διάβολο καί διατάζει νά μή ριχθεῖ ὁ Μελίτωνας στή φωτιά, ἀλλά νά δοθεῖ στή μητέρα του, ἡ ὁποία κατοικοῦσε στήν πόλη τῆς Σεβάστειας, γιά νά τόν περιθάλψει αὐτή, ὥστε νά ἐπιζήσει. ῎Ετσι θά μποροῦσε νά συνεχίσει τά βασανιστήρια καί, πιθανόν, θά τόν ἀνάγκαζε νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό.


9. Μητέρα μάρτυρα

   ῞Οταν ἡ μητέρα τοῦ μάρτυρα Μελίτωνα ἄκουσε τή διαταγή τοῦ ᾿Αγρικόλα καί εἶδε νά τοποθετοῦνται στά ἁμάξια τά τίμια σώματα τῶν μαρτύρων, γιά νά ριχτοῦν στή φωτιά χωρίς νά συμπεριλαμβάνεται σ᾿ αὐτά ὁ γιός της, διέσχισε μέ λαχτάρα τά πλήθη καί ἦλθε κοντά στό παιδί της. Εἶδε τόν μονογενῆ της, τά τρυφερά σπλάγχνα της, τή μοναδική ἐλπίδα καί τό στήριγμά της σέ ἐλεεινή κατάσταση. ῏Ηταν μελανιασμένος, ἀκίνητος, παράλυτος. Μόλις ἀνέπνεε. ῾Ο ἑτοιμοθάνατος στήλωσε τό βλέμμα στή μητέρα του. Καί ἐκείνη; ῎Ω ἐκείνη! Τί ἔκανε; Σκίρτησαν τά μητρικά σπλάγχνα της; Συγκινήθηκε ἡ στοργική καρδιά της; Μήπως ἄρχισε νά κλαίει, νά ὀδύρεται, νά σχίζει τά ροῦχα της καί νά ξερριζώνει τά μαλλιά της; Μήπως τόν ἅρπαξε στή θερμή ἀγκαλιά της καί ἄρχισε νά τόν φιλᾶ χύνοντας δάκρυα, γιά νά ἀναζωογονήσει τό μαραμένο λουλούδι της, πού ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά σβήνει; ῎Οχι! Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά δέν συνέβη. ᾿Αγαποῦσε τό παιδί της. Μάλιστα, ὡς χριστιανή μητέρα τό ἀγαποῦσε ἀληθινά, πνευματικά, δίνοντας προτεραιότητα στήν ψυχή του. Κι ἐπειδή αὐτή ἡ ψυχή κινδύνευε ἀπό τή στοργή καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ τυράννου, ἡ χριστιανή μάνα θά ἔκανε τό πᾶν, γιά νά τή σώσει.
   ῎Αν ἦταν ἄλλη μητέρα, ἀσφαλῶς θά βοηθοῦσε τούς στρατιῶτες πού ἦρθαν νά πάρουν τόν γιό της, γιά νά τόν φροντίσουν. Θά πάσχιζε νά τόν κρατήσει στή ζωή. Αὐτή, ἀντίθετα, τούς ἐμποδίζει. Σφίγγει τήν πιστή καρδιά της καί σάν τόν πατριάρχη ᾿Αβραάμ ὁδηγεῖ ἡ ἴδια τό παιδί της στή θυσία. Μέ ἀξιοθαύμαστη ψυχραιμία ἐνισχύει τό γιό της· «Γλυκό μου παιδί, ἔχε θάρρος καί δύναμη. Τώρα πιά εἶσαι παιδί τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Κάνε ἀκόμη λίγη ὑπομονή, γιά νά γίνεις τέλειος μάρτυρας τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Μή φοβηθεῖς τό θάνατο, σύ, ὁ νικητής τόσων βασάνων. Μήν ξεχνᾶς, παιδί μου, ὅτι εἶσαι βλάστημα τῆς ὀδύνης τοῦ σταυροῦ. Σκέψου τόν Κύριο στό σταυρό. Μή φανεῖς κατώτερος ἀπό τούς συστρατιῶτες σου, οἱ ὁποῖοι μεταφέρονται, γιά νά καοῦν τά σώματα καί νά στεφανωθοῦν οἱ ψυχές τους. ῾Ο Χριστός βρίσκεται κοντά σου ἀόρατα. Εἶναι βοηθός σου. ῎Επειτα ἀπό λίγο θά ἀπαλλαγεῖς ἀπό κάθε πόνο καί θά μπεῖς στήν αἰώνια χαρά καί εὐτυχία. ῾Η ἀνδρεία σου νίκησε τά μαρτύρια. Θά ἀπολαύσεις τήν ἀνέκφραστη εὐφροσύνη καί θά συμβασιλεύσεις μέ τόν Χριστό. Τότε νά πρεσβεύεις καί γιά μένα, τή μητέρα σου, ἀγαπημένο μου παιδί».
   ῾Ο γενναῖος μάρτυρας ἀκούει μέ ἀνακούφιση τά ἐνθαρρυντικά λόγια τῆς ἡρωίδας μητέρας. Καταβάλλει προσπάθεια νά μιλήσει, ἀλλά δέν μπορεῖ. Μέ τό βλέμμα δείχνει στή μητέρα του τίς φλόγες καί τόν οὐρανό. ᾿Εκείνη κατάλαβε. ῾Ο γιός της ζητοῦσε τούς συντρόφους του. ᾿Επιθυμοῦσε καί αὐτός νά ριχθεῖ στή φωτιά καί μαζί μ᾿ ἐκείνους ν᾿ ἀνεβεῖ στόν οὐρανό. Κι ἔκανε τότε ἡ χριστιανή μάνα κάτι πού μόνο μία ἡρωίδα θά μποροῦσε νά πραγματοποιήσει. ᾿Ενισχυμένη ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα καί μέ τή βοήθεια ἄλλων χριστιανῶν, μεταφέρει τόν γιό της καί τόν τοποθετεῖ στίς ἅμαξες, πού θά μετέφεραν στή φωτιά τούς ἄλλους στρατιῶτες. «Δέν ἄφησε νά τῆς ξεφύγουν δάκρυα ἀπρεπῆ», θαυμάζει ὁ Μ. Βασίλειος· «Δέν ξεστόμισε τίποτε ταπεινό καί ἀνάξιο τῆς περιστάσεως. ᾿Αλλά συμβούλευσε τό βλαστό της· "Βάδισε, παιδί μου, στόν ὡραῖο δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς μαζί μέ τούς φίλους καί ἀδελφούς σου, γιά νά μπεῖτε ὅλοι μαζί στό χορό τοῦ οὐρανοῦ καί νά παρουσιαστεῖτε μαζί στόν Δεσπότη Χριστό. Μή μείνεις μόνο ἐσύ ἀστεφάνωτος. ῎Εφθασε πιά στό τέλος του ὁ πειρασμός. ῾Υπόμεινε τή φωτιά, ὅπως ὑπέμεινες τό ψύχος, γιά νά κερδίσεις καί τήν αἰώνια χαρά"». Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀκούει τή μαρτυρική μητέρα νά παροτρύνει τό βλαστό της· «Μήν ἀφήσεις ἀνολοκλήρωτη τή μητρική εὐχή. ῾Ο θάνατός σου δέν θά λυπήσει τή μητέρα σου, διότι θά σέ καμαρώσει στεφανηφόρο καί νικητή τροπαιοῦχο».
   Οἱ στρατιῶτες θέλησαν νά κατεβάσουν ἀπό τήν ἅμαξα τό σῶμα τοῦ μάρτυρα, γιά νά τό περιποιηθοῦν, ἀλλά εἶδαν ὅτι εἶχε ἤδη ξεψυχήσει. ῞Οταν ἡ φιλόθεη μητέρα του τόν κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά της καί τοῦ ἔδινε τήν τελευταία εὐχή της, τότε ἡ ψυχή του ἀνέβηκε στούς οὐρανούς μαζί μέ τίς ἄλλες ψυχές, ἐνῶ τό σῶμα του συναντοῦσε τά σώματα τῶν συντρόφων του. ῾Η καρδιά τῆς μητέρας σκίρτησε ἀπό χαρά καί ἀνακούφιση. ῾Ο γιός της δέν διέτρεχε πλέον κανένα κίνδυνο. Πράγματι, ὑπῆρξε βλαστάρι καλό ἀπό καλή ρίζα. Καί ἔτσι ἔδειξε ἡ γενναία μητέρα ὅτι «δόγμασιν εὐσεβείας ἐξέθρεψεν αὐτόν μᾶλλον ἤ γάλακτι». Ποιός δέν θαυμάζει μαζί μέ τούς μάρτυρες καί τή μεγαλόψυχη αὐτή μητέρα, ἡ ὁποία δίκαια μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ μητέρα τῶν Μαρτύρων; Διότι ἀπό τέτοιες ἀγαθές καί ζωηφόρες ρίζες ἀνθίζουν τά εὔοσμα ἄνθη τῶν μαρτύρων καί προβάλλουν οἱ καρποί οἱ ἅγιοι καί ἀθάνατοι.
   Τά ἅγια σώματα τῶν μαρτύρων μεταφέρονται μέ τά ἁμάξια, γιά νά ριχτοῦν στή φωτιά. ῾Η στιγμή εἶναι ἱερή. Συγκλονισμένος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναρωτιέται· «Ποιός λόγος θά μποροῦσε νά περιγράψει ἐκείνη τή θεία πομπή, ὅταν τά ἅγια σώματα ἐπάνω στά ἁμάξια ὁδηγοῦνταν στή φωτιά;». Πολλές φορές εἶχαν παρελάσει ὡς στρατιῶτες οἱ ἅγιοι Σαράντα Μάρτυρες. Παρήλαυναν κατά τίς γιορτές ἤ ἐπιστρέφοντας ἀπό τίς νίκες δαφνοστεφανωμένοι μέσα σέ χειροκροτήματα καί ἀλαλαγμούς. ῾Η παρέλαση ὅμως αὐτή εἶναι ἀσύγκριτα πιό μεγαλειώδης. Τήν παρακολουθεῖ ἀοράτως ὁ παμβασιλέας Χριστός. Τήν ἐπιδοκιμάζουν οἱ ἀρχιστράτηγοι τοῦ οὐρανοῦ. Τήν συνοδεύουν οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἅγιοι χειροκροτώντας καί παιανίζοντας τούς θεϊκούς παιάνες. ᾿Αλλά καί οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς, πιστοί καί ἄπιστοι, τῆς πόλεως ἐκείνης καί ὅλων τῶν χωρῶν, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί ὅλων τῶν ἐποχῶν, στέκονται κατάπληκτοι καί συγκλονισμένοι μπροστά στή θεία πομπή.


10. Κονίστρα τῶν Μαρτύρων ὅλη ἡ πλάση

   Μία τεράστια πυρά ἦταν ἕτοιμη νά δεχτεῖ στήν ἁγνή ἀγκαλιά τῶν φλογῶν της τά ἀκηλίδωτα καί ἄσπιλα παρθενικά κορμιά τῶν μαρτύρων. ῾Η θεία πομπή στέκεται μπροστά στή φωτιά καί τά ἁγιασμένα σώματα ρίχνονται μέ ὁρμή στίς φλόγες, γιά νά καοῦν, νά προσφερθοῦν ὡς ὁλοκαυτώματα στό βωμό τῆς θείας ἀγάπης. Αὐτό δέν ζήτησαν οἱ μάρτυρες στήν προσευχή τους; ῾Ο Θεός ἐκπληρώνει τώρα τό αἴτημά τους. Δέχεται ὡς ὁλοκαύτωμα τή θυσία ἐκείνων, πού δέν δέχτηκαν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα καί στούς ψεύτικους θεούς.
   ᾿Ανέκφραστη εὐωδία διαχέεται ἀπό τά ἱερά ὁλοκαυτώματα καί ἀρωματίζει τήν ἀτμόσφαιρα. Τό μαρτυρικό μύρο ἀνεβαίνει στό θρόνο τοῦ Θεοῦ «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς». Σιγά-σιγά ἡ φωτιά ὑποχωρεῖ, σβήνει. Νικιέται κι αὐτή ἀπό τά ἱερά λείψανα καί ἀφήνει τή δόξα νά τυλίξει τά ἀπανθρακωμένα ὀστᾶ τῶν ἀθάνατων ἀθλητῶν. Τά τεμάχια αὐτά τῶν ἱερῶν λειψάνων, πού δέν κάηκαν, καθώς καί ἡ στάχτη τους θά μαρτυροῦν σ᾿ ὅλους τό ἀποτροπιαστικό ἔγκλημα τοῦ ᾿Αγρικόλα καί τήν ἔνδοξη νίκη τῶν Μαρτύρων.
   ῾Ο ἄγριος ἔπαρχος δέν τό ἀνέχεται αὐτό. Θέλει νά ἐξαφανίσει κάθε ἴχνος τοῦ ἐγκλήματός του, πού διατρανώνει τήν ἥττα του. Διατάσσει, λοιπόν, νά ριχτοῦν τά λείψανα μαζί μέ τή στάχτη στόν ποταμό πού κυλᾶ ἐκεῖ κοντά καί ἐκβάλλει στή λίμνη. ῎Ετσι, ὅπως σχολιάζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, «ἄντεξαν στόν ἀέρα οἱ ἅγιοι, ἁγίασαν καί τή φωτιάϜ ἔφεραν καί στό νερό τήν εὐλογία». Καί ὁ Μ. Βασίλειος λέγει χαρακτηριστικά ὅτι τό πολύαθλο μαρτύριο τῶν μακαρίων ἀθλητῶν πέρασε ἀπό ὅλη τήν κτίση, δηλαδή ἀπό τά τέσσερα στοιχεῖα τῆς κτίσης· τή γῆ, τόν ἀέρα, τή φωτιά καί τό νερό. «Στή γῆ ἀγωνίστηκαν, στόν ἀέρα ὑπέμειναν, στή φωτιά παραδόθηκαν, τό νερό τούς δέχθηκε». Δικαιοῦνται νά ἐπαναλαμβάνουν τόν ὕμνο πού ἔψαλαν οἱ τρεῖς παῖδες· «Αἰνεῖτε αὐτόν ψῦχος καί καῦμα», καθώς καί τό λόγο τοῦ ψαλμωδοῦ· «διήλθομεν διά πυρός καί ὕδατος, καί ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν» (Ψα 65,12).
   ῾Ο δαίμονας, πού εἶχε κινήσει ἐναντίον τῶν μαρτύρων τά σύμπαντα, νικήθηκε ὁλοκληρωτικά καί ἐξευτελίστηκε. Εἶδε νά νικῶνται τά πάντα ἀπό τήν ἀρετή τῶν ἀνδρῶν· ἡ νύχτα μέ τούς ἄγριους ἀνέμους, τό κρύο, ἡ ἐποχή τοῦ ἔτους, ἡ γύμνωση τῶν σωμάτων.
   Εἶναι δέ θαυμαστό ὅτι κατά θεία οἰκονομία τά ἅγια λείψανα δέν ἐξαφανίστηκαν, ἀλλά συγκεντρώθηκαν σ᾿ ἕνα κρημνῶδες σημεῖο τοῦ ποταμοῦ. ᾿Από ἐκεῖ τά περισυνέλεξαν ἀργότερα κάποιοι χριστιανοί ὁδηγημένοι ἀπό ὑπερφυσικό ὅραμα καί τά διαφύλαξαν ὡς πλοῦτο ἀσύλλητο.


11. Βλάστημα τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ

   Τό γεγονός τῆς λίμνης τῆς Σεβάστειας δέν εἶναι τυχαῖο καί ἀσήμαντο. ᾿Αντλεῖ τή σημασία καί τήν ἀξία του ἀπό τό παγκοσμίως μοναδικό γεγονός, τή θυσία τοῦ Γολγοθᾶ. Εἶναι πορεία στά ἴχνη τοῦ Χριστοῦ. Μία πορεία πού ὑπερβολικά τιμᾶ τούς μάρτυρες, διότι εἶναι ἕνα μεγάλο προνόμιο καί βραβεῖο πού χάρισε σ᾿ αὐτούς ὁ Χριστός. ῾Η θυσία τους εἶναι βλάστημα τῆς μοναδικῆς θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ.
   Πράγματι, στή λίμνη τῆς Σεβάστειας διεξήχθη σκληρή πάλη μεταξύ τοῦ διαβόλου καί τῶν τέκνων τοῦ σταυροῦ. Στόχος της ἦταν νά οἰκειωθοῦν οἱ ἅγιοι τά ἀγαθά τῆς ᾿Αναστάσεως καί νά λάβουν τήν κληρονομιά πού τούς ἀνήκει. ῾Η νίκη στήν πάλη αὐτή ἐξύψωσε τούς νικητές στόν ὕψιστο βαθμό μιμήσεως τοῦ Θεανθρώπου καί χάρισε σ᾿ αὐτούς τή δόξα τῆς ᾿Αναστάσεως. ῾Η γῆ πρόσφερε χαρά στόν οὐρανό ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τή χαρά πού ὁ οὐρανός ἔφερε στή γῆ.
   «Τί συμπλοκή μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ διαβόλου εἶδαν οἱ ἄγγελοι, οἱ θεατές τῆς ζωῆς μας!», θαυμάζουν οἱ ἅγιοι πατέρες, πού διείσδυσαν στό βαθύτερο νόημα τοῦ μαρτυρίου τῶν ἁγίων Σαράντα. Καί ἔληξε ἡ συμπλοκή αὐτή μέ νίκη τῶν μαρτύρων. Τούς χειροκρότησε μέ χαρά καί πανηγυρισμούς ὁ οὐρανός. «᾿Επικρότησαν καί ἐπαίνεσαν οἱ ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό κι ἐπευφήμησαν οἱ πολίτες τῆς οὐράνιας πόλης, πού ἐπιδοκίμαζαν τό κατόρθωμα καί χάρηκε ἡ σύναξη τοῦ οὐρανοῦ».
   Συγκρίνοντας τό ἔργο τῶν ἁγίων Σαράντα Μαρτύρων μέ ἐκεῖνο τῶν πρωτοπλάστων, ὁ ἅγιος Γρηγόριος σημειώνει ὅτι οἱ πρωτόπλαστοι παρασυρμένοι ἀπό τό διάβολο γκρέμισαν τήν ἀνθρώπινη φύση στήν παράβαση, ἐνῶ αὐτοί μέ τό μαρτύριο νίκησαν τό διάβολο καί ἀνόρθωσαν τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν πτώση στή θέση τῆς ἀρχαίας ὀμορφιᾶς. «᾿Εκεῖνοι (οἱ πρωτόπλαστοι) ἀπό τόν παράδεισο διώχτηκαν στή γῆ, αὐτοί ἀπό δῶ ἐγκαταστάθηκαν στόν παράδεισο. ᾿Εκεῖνοι ἔδωσαν στό θάνατο ὅπλα ἐναντίον τους, διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι ὅπλο θανάτου. Αὐτοί μέ τήν ἀνδρεία τους ἀχρήστεψαν τόν ὁπλισμένο μέ τήν ἁμαρτία θάνατο. ᾿Απέδειξαν ἀνίσχυρο τό κεντρί του μέ τήν ὑπομονή τους στά παθήματα. Δικαιολογημένα τώρα μποροῦμε νά ποῦμε· "ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;". ῾Η ὑπεροχή τῆς δυνάμεως τῶν μαρτύρων πηγάζει ἀπό τήν ἀτέλειωτη καί πανίσχυρη δύναμη τῆς θείας χάριτος. ᾿Επειδή, δηλαδή, ὁμολογοῦσαν τήν πίστη τους στήν ἁγία Τριάδα, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἁγία Τριάδα τούς χαρίτωσε, ὥστε νά ἀναδειχθοῦν ἀνώτεροι ἀπό τούς πρώτους ἀγωνιστές, δηλαδή τόν ᾿Αδάμ καί τήν Εὔα».
   Τήν ὑπερούσια συνεργασία τῆς χάριτος μέ τούς ἱερούς ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ θά μπορούσαμε νά τήν παρομοιάσουμε μέ τό ἔργο τῆς ὕφανσης. ῾Η θεία χάρη, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, ἀποτελεῖ τό στημόνι. Σ᾿ αὐτό οἱ Μάρτυρες μέ τή σαΐτα τοῦ μαρτυρίου καί τῆς προηγούμενης ἁγνῆς ζωῆς τους ὕφαναν τό ὑφάδι τῆς ἀγάπης, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς καί ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Χάρη καί θέληση, θεία βοήθεια καί ἀνθρώπινη ἀφοσίωση συναγωνίστηκαν καί πέτυχαν τή νίκη. «Πόσο εἶχαν ἀσκηθεῖ στά σωματικά τρόπαια καί πόσο ἐπιτυχημένα μετέφεραν τήν πολεμική τους ἐμπειρία στήν ἀντιπαράταξή τους κατά τοῦ διαβόλου», θαυμάζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος. «Δέν ὅπλισαν τά χέρια τους μέ ξίφη, δέν πρόταξαν τήν ξύλινη ἀσπίδα οὔτε περιβλήθηκαν τή χάλκινη περικεφαλαία καί τίς κνημίδες. Φόρεσαν τήν πανοπλία (ἀσπίδα καί θώρακα καί περικεφαλαία καί ξίφος), πού περιγράφει ὁ στρατηγός τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ θεῖος ἀπόστολος. ῾Οπλισμένοι μ᾿ αὐτή τήν πανοπλία προχωροῦσαν κατά τοῦ ἀντιπάλου. Στρατηγός τους ἦταν ἡ οὐράνια χάρη, ἐνῶ στήν παράταξη τοῦ διαβόλου ἡγοῦνταν ἐκεῖνος πού ἔχει τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου. Τόπος τῆς παρατάξεώς τους ἦταν τό δικαστήριο τῶν μιαρῶν φονέων. Σ᾿ ἐκεῖνο συγκρούστηκαν καί ἀγωνίστηκαν. Οἱ ἐχθροί ἔκαναν τίς ἐπιθέσεις τους μέ ἀπειλές, ἐνῶ οἱ δικοί μας τίς ἀπέκρουαν μέ ὑπομονή».

(συνεχίζεται)