Β' ΑΝΔΡΕΙΑ ΟΜΟΛΟΓΙΑ
1. Οἱ ἀθλητές κατεβαίνουν στό στίβο
Μέ διαταγή τοῦ ᾿Αγρικόλα οἱ σαράντα στρατιῶτες ὁδηγοῦνται σέ αὐστηρό δικαστήριο. ᾿Εκεῖ ὁ καθένας ξεχωριστά πρέπει νά ὁμολογήσει ἤ νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του. Τί θά κάνουν τώρα οἱ στρατιῶτες μας; Κρίσιμες στιγμές πράγματι. Στιγμές ἀγωνίας, ἀπό τίς ὁποῖες κρίνεται ἡ αἰωνιότητα. Σαράντα ἄνδρες! ῎Ανδρες, οἱ ὁποῖοι ἀποδείχτηκαν τό καύχημα τοῦ στρατεύματος· στρατιῶτες γενναῖοι, οἱ ὁποῖοι σάν λιοντάρια ρίχνονταν στή φωτιά τοῦ πολέμου καί προκαλοῦσαν τόν τρόμο τῶν ἐχθρῶν ἐξαιτίας τῆς ἀνδρείας τους, ρίχνονται τώρα σέ ἄλλο πεδίο. Κατεβαίνουν ἀποφασιστικοί στό στίβο, γιά νά παρουσιάσουν ὄχι πλέον τά γενναῖα τους στήθη ἀλλά τήν ἡρωική τους καρδιά. Κατεβαίνουν ψύχραιμοι. Εἶναι βέβαιοι γιά τή νίκη τους, διότι ὁ «᾿Ιησοῦς Χριστός βοηθός αὐτῶν ἐστιν».
᾿Αρχίζει ἡ ἀνάκριση. Στήν ἐρώτηση τοῦ δικαστῆ, ποιό εἶναι τό ὄνομα τοῦ καθενός, θά περίμενε κανείς νά ἀκούσει διάφορα ὀνόματα. ῞Ομως τί παρόδοξο! ᾿Ακούγεται μόνο ἕνα. ῎Ονομα πού ἠλεκτρίζει τίς ψυχές, ὄνομα πού ἀνήκει στόν καθένα ἀπ᾿ αὐτούς. «῾Ο καθένας, ἀφοῦ παρουσιάστηκε στή μέση, εἶπε· "εἶμαι χριστιανός"», σάν νά κατέβαινε στό στάδιο καί νά ἔλεγε τό ὄνομά του. Σαράντα ἀθλητές στόν ἴδιο ἀγώνα, μέ τό ἴδιο ὄνομα. «᾿Απέρριψαν τότε τά ὀνοματεπώνυμά τους», λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, «μέ τά ὁποῖα τούς εἶχαν ὀνομάσει ἀπό τή γέννησή τους καί δήλωσε ὁ καθένας τό κοινό ὄνομα τοῦ Σωτῆρος. Τό ἴδιο ἔκαναν ὅλοι. ῎Ετσι ἕνα ἦταν τό ὄνομα ὅλων, διότι δέν ὀνομάζονταν πλέον ὁ τάδε ἤ ὁ τάδε, ἀλλά ὅλοι λέγονταν χριστιανοί».
Οἱ διάλογοι πού διαδραματίζονται κατά τή διάρκεια τῆς δίκης εἶναι συγκλονιστικοί. ῾Ο δικαστής εἶχε ἤδη καταλάβει καλά σέ ποιούς ἀπευθύνεται. Γι᾿ αὐτό ἀπειλεῖ μέ θάνατο·
- ῎Η θά ἀρνηθεῖτε τόν Χριστό καί θά θυσιάσετε στούς θεούς τοῦ Καίσαρα ἤ θά θανατωθεῖτε.
Κι ἐκεῖνοι μέ γενναιότητα καί πίστη ὁμολογοῦν·
- Θά παραμείνουμε πιστοί καί ἀφοσιωμένοι στόν Χριστό μέχρι θανάτου. Οἱ ζωντανοί δέν θυσιάζουν στούς νεκρούς.
῾Ο δικαστής ἀποφασίζει ν᾿ ἀλλάξει ὕφος. Προσπαθεῖ τώρα νά τούς δελεάσει μέ ἐπαίνους καί ὑποσχέσεις·
- ᾿Εάν ὑπακούσετε καί θυσιάσετε, ὁ βασιλιάς θά σᾶς ἀμείψει, θά σᾶς ἐξυψώσει ἀκόμη περισσότερο, θά καταλάβετε ὑψηλές θέσεις.
᾿Αλλά οἱ μάρτυρες δέν δελεάζονται ἀπό τόσο πρόσκαιρες ἀμοιβές.
- ᾿Εάν θυσιάσουμε, τοῦ ἀπαντοῦν, καί ἀρνηθοῦμε τόν οὐράνιο Βασιλιά, θά πέσουμε ἀπό τά ὕψη τοῦ οὐρανοῦ στά σκοτάδια τοῦ ἅδη, στό «πῦρ τό αἰώνιον».
῾Ο δικαστής ἐπιμένει·
- Θά στερηθεῖτε τά προνόμια πού πήρατε ἀπό τόν αὐτοκράτορα, θά χάσετε τή δόξα καί τήν τιμή σας.
Μά ἡ ἀπάντησή τους καθάρια καί σταθερή·
- ᾿Εμεῖς ἔχουμε ὡς ἀναφαίρετα προνόμια μόνο τίς ἀρετές, τούς καρπούς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εὐφρόσυνη τιμή μας εἶναι ἡ διαρκής εὐσέβεια καί αἰώνια δόξα μας ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη μας στόν Χριστό.
Χρησιμοποιεῖ πλέον τό τελευταῖο του μέσο ὁ δικαστής.
- Θά χάσετε τή ζωή σας, τούς προειδοποιεῖ.
- ῾Ο θάνατος γιά τόν Χριστό εἶναι γιά μᾶς ἡ ὡραιότερη ζωή, ἡ αἰώνια ζωή, τοῦ ἀπαντοῦν ἐκεῖνοι.
᾿Ωρύεται ὁ εἰδωλολάτρης, οὐρλιάζει ὀργισμένος·
- Σᾶς περιμένει ἡ φωτιά. Τά ξίφη εἶναι τροχισμένα, οἱ βόθροι ἀνοικτοί, οἱ τροχοί σέ κίνηση.
Μά οἱ Μάρτυρες ψύχραιμοι ἀκοῦν κι ἀτάραχοι τοῦ ἀπαντοῦν μέ λόγια ἡρωικά καί ἀθάνατα·
- Ξεχάσατε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Δέν διδαχθήκατε ἀπό τήν ἱστορία ὅτι οἱ χριστιανοί ὅλα αὐτά τά θεωροῦμε παιχνίδια; ῞Ολα αὐτά μέ τά ὁποῖα μᾶς ἀπειλεῖτε προσφέρουν σέ μᾶς χαρά καί ἀγαλλίαση. ῞Οσο σκληρότερα εἶναι τά βασανιστήρια τόσο καί ἡ χαρά μας εἶναι μεγαλύτερη. Γιά μᾶς ἕνα εἶναι τό φοβερό, τό νά χωριστοῦμε ἀπό τόν Χριστό· ἕνα τό καλό μόνο, νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό. ῞Ολα τά ἄλλα εἶναι τιποτένια, σκιά καί φλυαρία, ὄνειρα καί φαντασίες.
῾Η ἡρωική ὁμολογία ἦταν πλῆγμα βαρύ γιά τόν ἀντίπαλο διάβολο, κοντάρι πού τόν χτύπησε κατάστηθα, σφενδόνη πού σάν ἐκείνη τοῦ Δαυΐδ ἔρριξε κάτω τόν ἐχθρό καί τόν ἀποκεφάλισε (Α´ Βα 17,23ἑ).
῾Ο δικαστής ἔγινε ἔξαλλος ἀπό τό θυμό του. Νικήθηκε ὁλοκληρωτικά. ῾Η προσπάθειά του ματαιώθηκε. Δίδει ὑποσχέσεις δελεαστικές καί οἱ Μάρτυρες τίς περιφρονοῦν· τούς ἀπειλεῖ καί αὐτοί ἀδιαφοροῦν. Διατάζει, λοιπόν, νά τούς μαστιγώσουν καί νά τούς φυλακίσουν, ἕως ὅτου συνεννοηθεῖ μέ τόν ἔπαρχο γιά τή συνέχεια.
Οἱ γενναῖοι ἀγωνιστές τοῦ Χριστοῦ στή φυλακή γεύονται χαρά ἀνεκλάλητη. Ψάλλουν, προσεύχονται, ὅπως ἄλλοτε ὁ Παῦλος μέ τόν Σίλα στή φυλακή τῶν Φιλίππων (Πρξ 16,25). Περνοῦν τή νύχτα γονατιστοί σέ μιά ἀδιάλειπτη κοινωνία μέ τόν ἐσταυρωμένο καί ἀναστημένο Κύριο. Τούς καμαρώνουν οἱ ἀγγελικές δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ἀπό τόν οὐρανό μαζί μέ τούς ἄλλους μάρτυρες παρακολουθοῦν τόν ἡρωικό ἀγώνα τους. Οἱ θαρραλέοι ὁπλίτες τοῦ ἁγίου Πνεύματος χαίρονται, διότι μέσα στίς δοκιμασίες ἀρχίζουν νά γίνονται καλοί στρατιῶτες τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Μένουν ἀνεπηρέαστοι ἀπό τίς τιμωρίες καί τά φοβερά βασανιστήρια, σάν νά μήν πάσχουν τά σώματα ἀλλά οἱ σκιές τους. Κατανίκησαν τή σάρκα κι ἀψήφησαν τίς φοβέρες τῶν τυράννων, ἐκπληρώνοντας τή διαταγή τοῦ στρατηγοῦ τῆς ᾿Εκκλησίας ἀποστόλου Παύλου· «κακοπάθησον ὡς καλός στρατιώτης ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Β´ Τι 2,3).
2. ᾿Αδελέαστοι καί ἀπτόητοι
Τήν ἑπομένη ὁ ἔπαρχος ᾿Αγρικόλας διατάσσει νά παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν του οἱ μάρτυρες. Τό μίσος του κατά τῶν χριστιανῶν μεγάλωνε καί ἤθελε νά τούς παραδώσει ἀμέσως στά βασανιστήρια χωρίς ἄλλη δοκιμασία. Οἱ ὁμολογητές ὅμως δέν ἦταν πρόσωπα εὐκαταφρόνητα· ἦταν στρατιῶτες, πού διέπρεψαν καί διακρίθηκαν πολλές φορές, τίμησαν τό στρατό του καί τόν ἴδιο. Πῶς θά τούς ἀντικαταστήσει; ῾Η σκέψη αὐτή τόν συγκρατεῖ. Περιορίζει γιά λίγο τήν ὀργή του καί προσπαθεῖ νά τούς μεταπείσει μέ κολακεῖες, «τόν τόνον τῆς εὐσεβείας παραλύειν πειρώμενος», ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος.
῎Ηθελε μέ κολακευτικούς λόγους νά σπάσει τό ἄκαμπτο φρόνημα τῆς εὐσεβείας τους, νά κλονίσει τήν πίστη τους στόν Χριστό καί νά τούς πείσει νά θυσιάσουν στά εἴδωλα. ῎Αρχισε, λοιπόν, νά τούς μιλάει μέ πλαστή γλυκύτητα καί τρυφερότητα δείχνοντας ἐνδιαφέρον γιά τή ζωή, τήν εὐτυχία, τό μέλλον τους.
- Γνωρίζω, λέγει, τήν ἀνδρεία σας καί τά κατορθώματά σας. Παρακολουθῶ τά βραβεῖα μέ τά ὁποῖα συνεχῶς σᾶς βραβεύει ὁ βασιλιάς. ᾿Ακούω τήν καλή γνώμη πού ἔχουν ὅλοι γιά σᾶς. ᾿Αντικρύζω τή στιγμή αὐτή τά γενναῖα παραστήματά σας καί τήν ὑπέροχη ὀμορφιά σας καί σᾶς ἐκτιμῶ περισσότερο ἀπό ἄλλοτε. Θαυμάζω ἐπίσης τήν ὁμόνοια καί τήν ἀγάπη πού ἔχετε μεταξύ σας σάν νά γεννηθήκατε ὅλοι ἀπό τούς ἴδιους γονεῖς. Πρέπει ὅμως νά σᾶς ἐκφράσω καί τή μεγάλη μου λύπη, διότι πληροφορήθηκα ὅτι ἀνήκετε στήν ἀπαίσια θρησκεία ἐκείνου τοῦ κακούργου ῾Εβραίου, πού τόν σταύρωσε ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδας μας.
Δέν γνωρίζετε, πιστοί τῆς πατρίδας φρουροί, ὅτι ἡ θρησκεία αὐτή ὑπονομεύει τή δύναμη τῆς χώρας καί ὅτι ὁ βασιλιάς διέταξε αὐστηρά νά ἐξαφανιστοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἀνήκουν σ᾿ αὐτήν; Σύμφωνα μέ τή διαταγή τοῦ βασιλιᾶ ἔπρεπε νά σᾶς θανατώσω ἀμέσως. ᾿Επειδή ὅμως σᾶς ἐκτιμῶ καί σαγηνεύομαι ἀπό τήν ἀνδρεία καί τήν ὀμορφιά σας, σᾶς παρακαλῶ θερμά μή μέ φέρετε σ᾿ αὐτή τή δύσκολη θέση. Μήν προδώσετε τή νεότητά σας. Μήν ἀνταλλάξετε τή χαρά καί γλυκύτητα τῆς ζωῆς αὐτῆς μέ τόν πρόωρο θάνατο. Σκεφθεῖτε ὅτι πάρα πολλές φορές ἀνδραγαθήσατε στά πεδία τῶν μαχῶν καί συνηθίσατε νά ἀριστεύετε πάντοτε στίς συγκρούσεις μέ τούς ἐχθρούς.
Δέν εἶναι, λοιπόν, ἀνόητο καί ἀφύσικο σεῖς, οἱ γενναῖοι καί δαφνοστεφανωμένοι ἥρωες, πού ὅλος ὁ κόσμος σᾶς θαυμάζει, σᾶς χειροκροτεῖ καί ζηλεύει τή θέση σας, νά πεθάνετε μ᾿ ἕνα θάνατο πού ἁρμόζει μόνο στούς κακούργους; Καί δέν εἶναι ντροπή, στρατιῶτες τοῦ ἔνδοξου ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, νά ὑποστεῖτε ἕναν τόσο ἀτιμωτικό θάνατο; ᾿Αρνηθεῖτε, λοιπόν, τόν Χριστό, γενναῖοι μαχητές! Θυσιάστε στούς θεούς μας καί σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θά ὑποβάλω θερμή ἔκθεση πρός τόν βασιλιά, γιά νά σᾶς ἀμείψει καί νά σᾶς προαγάγει γιά τήν ἀφοσίωσή σας πρός αὐτόν.
Τό λόγο πῆρε ὁ Κάνδιδος, ὁ ὁποῖος ἀπάντησε στόν ἔπαρχο·
- Εὐχαριστοῦμε γιά τούς ἐπαίνους τῆς ἀνδρείας μας, μολονότι ἐκτελέσαμε πάντοτε ἁπλά τό καθῆκον μας, ὅπως κάθε στρατιώτης, καί δέν ἀπαιτοῦμε γι᾿ αὐτό βραβεῖα καί στεφάνια. Χρέος μας ὅμως θεωροῦμε νά δηλώσουμε ὅτι ἐμεῖς δέν εἴμαστε ὅλοι ἀπό τή φύση μας τολμηροί καί γενναῖοι, οὔτε μᾶς εὐχαριστοῦν τά ἔργα τοῦ πολέμου καί οἱ θύελλες τῶν μαχῶν. ῾Η ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο πιστεύουμε, μᾶς διδάσκει· «᾿Απόδοτε οὖν πᾶσι τάς ὀφειλάς, τῷ τόν φόρον τόν φόρον, τῷ τό τέλος τό τέλος, τῷ τόν φόβον τόν φόβον, τῷ τήν τιμήν τήν τιμήν» (Ρω 13,7). Στόν κάθε ἄρχοντα πρέπει νά προσφέρουμε ὅ,τι τοῦ ἀνήκει καί γι᾿ αὐτό στόν βασιλιά προσφέρουμε τή στρατιωτική ὑπακοή κατά τέλειο τρόπο. Δέν φοβόμαστε τό θάνατο, τόν ὁποῖο μάλιστα περιφρονοῦμε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, διότι πιστεύουμε σέ αἰώνια ζωή καί φρονοῦμε, μαζί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι πέραν τοῦ τάφου ἀνατέλλει ἡ ἀληθινή αἰώνια ἡμέρα.
῞Οσον ἀφορᾶ στή μεταξύ μας ὁμόνοια καί ἀγάπη, ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά ποῦμε ὅτι αὐτή δέν συγκρίνεται μ᾿ ἐκείνη πού ἔχουν τά παιδιά τῶν ἴδιων γονέων. Μήπως καθημερινά δέν βλέπουμε ἀκαταστασία πολλή στίς οἰκογένειες καί φιλονεικία καί διαμάχη; ᾿Εάν ἐμεῖς ζοῦμε ὡς ἀληθινοί ἀδελφοί, τό κατόρθωμα δέν εἶναι δικό μας, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς μεγάλης θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ. Τό πανάγιο αἷμα τοῦ Θεανθρώπου ἔλουσε τίς καρδιές μας μέ τό λουτρό τῆς παλιγγενεσίας καί μᾶς προσείλκυσε κοντά του. Δέν τό εἶπε ἐξάλλου πρίν σταυρωθεῖ ὅτι «κἀγώ ἐάν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν» (᾿Ιω 12,32); Αὐτή ἡ πανίσχυρη ἕλξη τοῦ σταυροῦ μᾶς κρατᾶ κοντά στόν ᾿Ιησοῦ συσπειρωμένους καί ἡ χαρά τῆς ἀναστάσεως βασιλεύει στίς καρδιές μας.
῾Η χάρη γιά τήν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτημάτων μας, ἡ ψυχική εἰρήνη, ἡ πλατειά καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη καί γενικά ὅλες οἱ ἀρετές εἶναι δῶρα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Αὐτός μᾶς ἐλέησε μέ τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία δέν εἶναι μόνο δικό μας γνώρισμα, διότι ἀνθεῖ καί ἀκμάζει σ᾿ ὅλα τά πλήθη τῶν χριστιανῶν. Πῶς, λοιπόν, νά ἀρνηθοῦμε τόν ἀληθινό Θεό μας, ὁ ὁποῖος μᾶς δίνει τήν αὐταπάρνηση στούς πολέμους, τή ζωή τῆς τάξεως καί αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία τόσο τράβηξε καί τήν ὑψηλή προσοχή σου; Μήπως ἀδικοῦμε καί βλάπτουμε κάποιον λατρεύοντας τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό; ᾿Εάν, μολονότι ἀκολουθοῦμε τό εὐαγγέλιό του, ἡ βασιλεία δέν ὑφίσταται καμία ζημία ἀπό μᾶς, ἀλλά μᾶς ἔχει πρόθυμους καί ὁλόψυχους ὑπηρέτες, γιατί νά ἀνακρινόμαστε γιά τή λατρεία πού διαμορφώνει τέτοιους χαρακτῆρες καί ὁδηγεῖ σέ τέτοια ἔργα;
Νικήθηκε στήν πρώτη του ἐπίθεση ὁ ᾿Αγρικόλας. ῾Η κολακεία του στάθηκε ἀνίσχυρη νά μεταπείσει τούς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Προχωρεῖ τώρα σέ δεύτερη ἐπίθεση, πού ἐκδηλώνεται μέ ὀργή καί ἀπειλές καί ἀφήνει νά φανεῖ ὅλη ἡ ἀγροικιά καί βαναυσότητα τοῦ χαρακτήρα του. ᾿Αφοῦ τούς περιέλουσε μέ ἀκατονόμαστες ὕβρεις, κατέληξε·
- Δέν ἀναγνωρίζετε τίς τιμές καί τά ἀξιώματα πού σᾶς προσφέρονται ἐκ μέρους τοῦ βασιλιᾶ καί δέν εἶστε σέ θέση νά ἐκτιμήσετε τήν καλωσύνη μου καί τό ἐνδιαφέρον μου; Θά σᾶς παραδώσω σέ φρικτά βασανιστήρια. Θά σᾶς τυραννήσω μέ τόν πιό σκληρό τρόπο καί τότε θά δοῦμε ποιός δέν θά θελήσει νά σεβαστεῖ τή θρησκεία τοῦ βασιλιᾶ.
Στόν ὀργισμένο ἔπαρχο ἐκ μέρους τῶν Μαρτύρων ἀπάντησε θαρραλέα ὁ Δόμνος·
- Δέν ἐπιτρέπει σέ μᾶς ἡ ἁγία μας πίστη, πού σεῖς περιφρονεῖτε, νά ἀπαντήσω μέ ὕβρεις στίς ὕβρεις σας. ᾿Απεναντίας, μάθαμε ὅτι πρέπει νά ἀγαποῦμε καί τούς ἐχθρούς καί νά εὐχόμαστε γιά κείνους πού μᾶς βρίζουν, ὅπως ἔκανε ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας. Τίς ἀπειλές δέν τίς ὑπολογίζουμε. ᾿Εμεῖς πολλές φορές κινδυνεύσαμε στίς μάχες γιά χάρη τοῦ ἐπίγειου βασιλιᾶ καί τώρα, πού καλούμαστε νά βασανιστοῦμε γιά τόν οὐράνιο Βασιλιά, θά δειλιάσουμε καί θά ἀρνηθοῦμε τόν ἀγαθό Θεό μας; Μάθαμε ν᾿ ἀψηφοῦμε κάθε βάσανο καί νά εὐχαριστοῦμε τόν Χριστό, ὄχι μόνο στά εὐχάριστα ἀλλά καί στά παθήματά μας γι᾿ αὐτόν.
῾Ο Μ. Βασίλειος ζωντανεύει τήν ἡρωική ἄρνηση τῶν μαρτύρων στά δελεάσματα τοῦ τυράννου μέ τά ἑξῆς λόγια· «Γιατί προσπαθεῖς νά μᾶς ἐξαπατήσεις μέ πλανερά μέσα, θεομάχε, γιά νά ἀποστατήσουμε ἀπό τόν ζωντανό Θεό μας καί νά γίνουμε δοῦλοι στά ἀπατηλά καί καταστρεπτικά εἴδωλα; Οὔτε τά ἀγαθά πού προτείνεις ἀλλ᾿ οὔτε καί οἱ ἀπειλές πού ἀναφέρεις εἶναι δυνατόν νά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό μας. Μήπως νομίζεις ὅτι τά ἀγαθά πού ὑπόσχεσαι ἔχουν τόση ἀξία ὅση ἔχουν ἐκεῖνα πού προσπαθεῖς νά μᾶς ἀφαιρέσεις; Μισοῦμε τή δωρεά πού προξενεῖ ζημία. Δέν δεχόμαστε τήν κοσμική τιμή, τή μητέρα τῆς ἀτιμίας. Τά χρήματα πού μᾶς δίνεις παραμένουν ἐδῶ καί ἡ δόξα πού μᾶς προσφέρεις μαραίνεται. Κράτησέ τα, δέν τά θέλουμε· ὅπως δέν θέλουμε νά μᾶς ἀποξενώσεις ἀπό τόν πραγματικό Βασιλιά, γιά νά μᾶς κάνεις φίλους τοῦ ἐπίγειου βασιλιᾶ.
᾿Αλλά γιατί ἀσχολεῖσαι μέ μικρά καί μηδαμινά πράγματα; Αὐτά πού προτείνεις ἔχουν σχέση μέ τόν κόσμο, ἐνῶ ἐμεῖς ὄχι μόνον αὐτά ἀλλά καί ὅλο τόν κόσμο ἔχουμε περιφρονήσει. ῞Ολος ὁ κόσμος δέν μπορεῖ κἄν νά συγκριθεῖ πρός τά αἰώνια ἀγαθά, τά ὁποῖα ἐμεῖς ποθοῦμε καί ἐλπίζουμε. Βλέπεις τήν ὡραιότητα καί τό μεγαλεῖο τοῦ οὐρανοῦ, τήν ἀξία καί τά θαυμάσια τῶν ὡραίων τῆς γῆς; Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά δέν μπορεῖ νά φτάσει τήν αἰώνια μακαριότητα τῶν δικαίων. Διότι τά πρῶτα, ὡς ἐπίγεια, φθείρονται καί χάνονται, ἐνῶ ἡ εὐδαιμονία μας παραμένει αἰώνια.
᾿Εμεῖς μία δωρεά ἐπιθυμοῦμε νά μᾶς χαρίσει ὁ Θεός, τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης. Μία μόνο δόξα μᾶς συγκινεῖ καί μᾶς ἐνθουσιάζει, ἡ ἀπόλαυση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ζηλεύουμε τήν οὐράνια δόξα καί τρέμουμε τή φωτιά τῆς κολάσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὄντως φοβερή. ῾Η δική σου φωτιά δέν μᾶς τρομάζει. Εἶναι φιλική γιά μᾶς, διότι κι αὐτή ὑποτάσσεται στόν Κύριό μας. ῾Επομένως, γνωρίζει νά σέβεται ἐκείνους πού περιφρονοῦν τά εἴδωλα. Τά βασανιστήριά σου τά ὑπολογίζουμε ὅσο τά βέλη τῶν νηπίων, διότι μόνο τό σῶμα μπορεῖς νά βασανίσεις καί ὄχι τήν ψυχή. ῞Οσο περισσότερα βασανιστήρια ἀντέξει τό σῶμα, τόσο λαμπρότερο στεφάνι μᾶς καρτερεῖ. ᾿Εάν τό σῶμα δέν ἀντέξει στά σκληρά μαρτύρια καί ὑποκύψει, θά ἀπαλλαγεῖ καί αὐτό ἀπό σᾶς τούς ἄγριους καί βάναυσους δικαστές.
Σεῖς, ἐκτός ἀπό τά σώματα, θέλετε νά κυβερνήσετε καί τίς ψυχές καί τό φρόνημά μας. ᾿Οργίζεστε, μάλιστα, πολύ, σάν νά σᾶς βρίζουμε μέ τίς χειρότερες βρισιές, ἐπειδή δέν σᾶς τιμοῦμε περισσότερο ἀπό τόν Θεό μας καί μᾶς τιμωρεῖτε γι᾿ αὐτό, θεωρώντας τήν εὐσέβειά μας ἔγκλημα. Γρήγορα ὅμως θά καταλάβετε πόσο ἀξίζει ἡ εὐσέβεια, διότι δέν θά συναντήσετε ἀνθρώπους δειλούς πού ἀγαποῦν τή ζωή οὔτε ἀνθρώπους πού εὔκολα τρομοκρατοῦνται, ἀλλά ἄνδρες πού θυσιάζουν τά πάντα χάριν τῆς ἀγάπης τους πρός τόν Θεό. ᾿Εμπρός, λοιπόν! Μήν ἀργεῖτε! Εἴμαστε ἕτοιμοι νά ὑποδεχτοῦμε μέ χαρά καί τούς τροχούς πού σχίζουν σάρκες καί τά σίδερα ἐκεῖνα πού παραμορφώνουν τά μέλη καί τή φωτιά πού καίει τά σώματα, ὅπως καί κάθε εἶδος βασανιστηρίων».
Γιά μιά ἀκόμη φορά ὁ ἔνοπλος διοικητής αἰσθάνεται ταπεινωμένος καί ἐξευτελισμένος. Τά φόβητρα ὅπως καί τά θέλγητρά του δέν στάθηκαν ἱκανά νά κάμψουν τό γενναῖο φρόνημα τῶν μαρτύρων. Χωρίς ὅπλα αὐτοί, ἀλλά θωρακισμένοι μέ τήν πανοπλία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τή φλογερή ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀπέδειξαν ἀνίσχυρα τά ἀστραφτερά ξίφη.
᾿Αλλά δέν ἦταν αὐτή ἡ μοναδική νίκη τῶν ἁγίων οὔτε ἡ μεγαλύτερη. ᾿Εμπνευσμένοι ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ἦταν γι᾿ αὐτούς τό μόνο ἀγαθό, ἀρνήθηκαν καί τίς πιό αὐτονόητες χαρές καί ἀπολαύσεις αὐτῆς τῆς ζωῆς γιά χάρη του. Αὐτή τήν ὑπεράνθρωπη νίκη τους ἐξαίρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τίς ἑξῆς σκέψεις· «῞Οσοι εἶστε παιδιά αἰσθάνεστε τή στοργή πρός τούς γονεῖς. Οἱ πατέρες γνωρίζετε τά αἰσθήματα πρός τά παιδιά. Νιώθεις ἐσύ πού βλέπεις τή θαλπωρή τοῦ ἡλίου. Δέν σοῦ εἶναι ἄγνωστη ἡ φυσική σχέση τῶν ἀδελφῶν ἐσένα, πού ἀγαπᾶς τ᾿ ἀδέλφια σου. Γνωρίζεις καλά ἐσύ ὁ νέος τήν εὐχαρίστηση πού προξενοῦν οἱ συνομήλικοι, πόσο σοῦ γλυκαίνουν τή ζωή. ᾿Εκεῖνοι δέν τά θεώρησαν ἀξιαγάπητα ὅλα αὐτά. Τά ἔνιωσαν ξένα. ῞Ενα μόνο ἦταν γι᾿ αὐτούς τό ἀγαθό, ὁ Χριστός. ᾿Αρνήθηκαν τά πάντα, γιά νά τόν κερδίσουν».
῾Ο θυμός τοῦ ᾿Αγρικόλα κοχλάζει. ᾿Αναστατωμένος ψάχνει τρόπους, γιά νά τιμωρήσει τούς ὁμολογητές. Τέτοια ἥττα δέν τήν φαντάστηκε. Διατάζει νά γυμνώσουν τούς μάρτυρες καί νά τούς μαστιγώσουν κατά τόν σκληρότερο τρόπο, νά τούς σχίσουν τίς σάρκες καί νά τούς ρίξουν νηστικούς στή φυλακή. Νά τούς βασανίζουν καθημερινά, μέχρις ὅτου ἔλθει ἀπό τήν Καισάρεια στή Σεβάστεια ὁ δούκας Λυσίας. Αὐτός ἦταν ὁ ἁρμόδιος ἀντιπρόσωπος τοῦ αὐτοκράτορα Λικίνιου, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἰδιαίτερα τόν ἐκτιμοῦσε. Αὐτός μόνο μποροῦσε νά ἀποφασίσει.
3. Στεφάνι καί περιδέραιο
Μέ σπάνια καρτερικότητα καί μεγαλειώδη γλυκύτητα δέχτηκαν οἱ ἔνδοξοι μάρτυρες τήν ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς τοῦ ἐπάρχου. ᾿Αγροῖκοι στρατιῶτες τῆς αἰσχρῆς αὐλῆς τοῦ ᾿Αγρικόλα δέρνουν, μαστιγώνουν, σχίζουν τίς σάρκες τῶν γενναίων στρατιωτῶν, πού μέ τήν ἀφοσίωσή τους τίμησαν τόν αὐτοκράτορα καί δόξασαν τήν πατρίδα. ῾Η ἀντιζηλία τῶν μικρῶν καί τιποτένιων γιά τήν ἀνωτερότητα τῶν ὑπέροχων καί μεγάλων βρῆκε ἐπιτέλους πεδίο νά ἐκφράσει τήν κακία καί τή μικροπρέπεια. ῾Ο φθόνος αὐξάνει περισσότερο τή μανία καί τά βασανιστήρια ἐναντίον αὐτῶν πού φθονεῖ. Τά ἀκάθαρτα ἑρπετά χλευάζουν τούς ἁγνούς χρυσαετούς, τά ἀνίσχυρα σκυλάκια γαυγίζουν καί ἀπειλοῦν τά ἐγκλω-βισμένα λιοντάρια.
᾿Αλλά ἡ ὑπομονή καί ἡ ταπεινοφροσύνη τῶν μαρτύρων ξεπερνοῦν τά συνηθισμένα ἀνθρώπινα ὅρια. Κι ἐνῶ πάσχει τό σῶμα, τό πνεῦμα τους σπάζει τά ἐμπόδια τοῦ ὑλικοῦ κόσμου καί εἰσέρχεται στό βασίλειο τοῦ οὐρανοῦ. Τό κορμί κοκκινίζει ἀπό τό ἴδιο τους τό αἷμα καί ἡ ψυχή ἐξαγνίζεται, γίνεται ἄσπιλη καί ὁλόλευκη, ὡραία καί πανέμορφη νύμφη τοῦ οὐράνιου Νυμφίου. Μετά τά βασανιστήρια οἱ μάρτυρες ὁδηγοῦνται δεμένοι στήν ἐλεεινή φυλακή, πού εἶναι ἕνα συνεχές βασανιστήριο.
Τά ἀσκημένα καί σκληραγωγημένα στούς πολέμους σώματα τῶν μαρτύρων κείτονται τώρα στό σκοτεινό κελλί τῆς φυλακῆς μωλωπισμένα καί ἁλυσοδεμένα. Στά γενναῖα στήθη τους, ὅπου ἄλλοτε ὡς στρατιῶτες ἔφεραν δάφνες νίκης καί παράσημα τιμῆς καί δόξας, ὑπάρχουν τώρα φοβερά τραύματα καί πληγές βαθειές. Κι ἐπάνω στίς πληγές ἀντί γιά ἐπιδέσμους ἁπλώνονται οἱ βαρειές καί σκουριασμένες ἁλυσίδες. Τό θέαμα εἶναι ἐλεεινό καί ἀποκρουστικό γιά τούς ἄπιστους, οἱ ὁποῖοι ἐλεεινολογοῦν τούς ἑτοιμοθάνατους καταδίκους. Εἶναι ὅμως ἰδιαίτερα συγκινητικό γιά τήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ἱερή συνοδία ἀποτελεῖ μία θριαμβευτική παρέλαση.
Παρατηρώντας μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τή σεβάσμια αὐτή παρέλαση ὁ ἅγιος Γρηγόριος θαυμάζει· «Νιάτα διαλεχτά, πού διακρίνονται γιά τήν ὀμορφιά καί τό παράστημα, δεμένοι ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο στά ἴδια δεσμά, μοιάζουν μέ στεφάνι καί περιδέραιο, πού τό ἀποτελοῦν ἰσομεγέθη μαργαριτάρια. Εἶναι τό περιδέραιο πού στολίζει τόν μεγαλοπρεπῆ καί τρισένδοξο λαιμό τῆς ᾿Εκκλησίας διωκομένης καί ματωμένης».
4. ῾Η θεία ἐπίσκεψη
῾Επτά ἡμέρες ἔμειναν στή φυλακή οἱ μάρτυρες. Κι αὐτή ἡ καθυστέρηση ἦταν ἐπικίνδυνη μήπως μειώσει τό ζῆλο τους γιά τό μαρτύριο, μήπως ξυπνήσει μέσα τους τήν ἀγάπη γιά τή ζωή αὐτῆς τῆς γῆς. Σέ ὥρα ἐνθουσιασμοῦ μπορεῖ κανείς νά πάρει μεγάλες ἀποφάσεις καί νά ποθήσει τολμηρά ἅλματα. Χρειάζεται ὅμως πολλή δύναμη, γιά νά τηρηθοῦν αὐτές οἱ ἀποφάσεις καί νά πραγματοποιηθοῦν τά ἅλματα. Πόσες ἡρωικές μορφές ἔχασαν τόν ἡρωισμό τους καί ἀφανίστηκαν στή σκόνη τῆς καθημερινότητας, καθώς παρασύρθηκαν σέ συμβιβασμούς καί ὑποχωρήσεις! Μά δέν συνέβη κάτι τέτοιο μέ τούς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτούς «τῇ προφάσει τῆς τιμωρίας ἡ πρός τήν τελείωσιν ἐπιθυμία συνήκμαζεν»· ὅσο παρατεινόταν τό μαρτύριο τῆς φυλακῆς τόσο αὔξανε ὁ πόθος τους γιά τήν τελειότητα, πού θά τήν κατακτοῦσαν μέ τή θυσία τους.
Μέ ποιό θάρρος καί ποιά δύναμη κατόρθωσαν τό ἀκατόρθωτο; Μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Στή φυλακή περνοῦν τίς ὧρες καί τίς μέρες τους προσευχόμενοι. ᾿Απαγγέλλουν ψαλμούς τοῦ Δαυΐδ καί ψάλλουν ὕμνους στόν Τριαδικό Θεό. ῾Η χαρά τους εἶναι ἀπερίγραπτη. Νομίζει κανείς ὅτι στό δεσμωτήριο τελοῦνται γάμοι καί πανηγύρια. Εὐχαριστοῦν τόν Θεό, διότι τούς ἀξίωσε ὄχι μόνο νά πιστεύουν σ᾿ αὐτόν, ἀλλά καί νά πάσχουν γιά χάρη του. Δέχονται τά παθήματα ὡς τήν ἀνώτερη ἔκφραση τῶν θείων δωρημάτων καί ἀγωνιοῦν μή χάσουν αὐτή τήν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
᾿Εναγώνια προσεύχονται νά παραμείνουν ὅλοι μέχρι τέλους πιστοί. Νά δείξουν θάρρος καί ἀνεξικακία σ᾿ ὅλα τά βασανιστήρια, γιά νά φανεῖ σ᾿ ὅλους ὅτι εἶναι «ἡ ὑπερβολή τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κο 4,7) καί ὄχι ἡ ἀνθρώπινη ἱκανότητα, πού ἐπιτυγχάνει αὐτά τά κατορθώματα. Προσεύχονται ἐπίσης γιά τήν ᾿Εκκλησία, νά αὐξηθεῖ καί νά ἐξαπλωθεῖ μέχρι τά πέρατα τῆς γῆς. Νά φωτιστεῖ ὅλος ὁ κόσμος μέ τό σωτήριο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Νά γνωρίσουν ὅλες οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων τόν Πλάστη, τόν ὁποῖο ζητοῦν. Μόνον ὅταν βροῦν ᾿Εκεῖνον, τότε ἐκπληρώνουν τόν προορισμό τους, βρίσκουν τήν ἀνάπαυση καί τή γαλήνη.
Δέν παραλείπουν, ὅπως ἄλλωστε ἔκαναν ὅλοι οἱ μάρτυρες, νά προσευχηθοῦν καί γιά τούς διῶκτες τους καί γιά τούς δημίους. Ζητοῦν νά γνωρίσουν καί αὐτοί τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία θά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τήν τυραννική σκλαβιά τοῦ σκότους καί τά φρικτά δεσμά τῆς πλάνης καί τῆς κακίας. ῎Ετσι θά καταπαύσουν οἱ διωγμοί ἐναντίον τῆς ᾿Εκκλησίας καί θά ἐπικρατήσει ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Μέ θέρμη ἱκετεύουν τόν Κύριο νά μή χυθεῖ ἄλλο αἷμα χριστιανικό. Αὐτοί νά εἶναι οἱ τελευταῖοι μάρτυρες. Καί εἰσακούει ὁ Κύριος τήν προσευχή τους, πραγματοποιεῖ τό θερμό τους αἴτημα. Σέ λίγο καταπαύουν οἱ διωγμοί. ῎Ετσι οἱ Σαράντα ὑπῆρξαν οἱ τελευταῖοι μάρτυρες τῆς χιλιοαιματοβαμμένης ἐκείνης περιόδου.
῾Η κατανυκτική προσευχή καί ἡ ὑπερκόσμια ψαλμωδία τῶν μαρτύρων εἶναι ἀδιάλειπτη. Διακόπτει τούς πόνους, τίς στερήσεις, τή φρίκη τῆς φυλακῆς, χωρίς νά διακόπτεται καθόλου ἀπ᾿ αὐτά. ῞Υπνος δέν ἔρχεται στά δακρυσμένα μάτια τῶν οὐράνιων πτηνῶν, οὔτε νυσταγμός στούς κροτάφους τῶν καλλικέλαδων ἀηδονιῶν. Πῶς νά κοιμηθοῦν, ὅταν σκέπτονται ὅτι τούς περιμένει ἡ πιό κραταιά μάχη τῆς ζωῆς τους; Πόσες νύχτες ἀγρύπνησαν στά πεδία τῶν μαχῶν καί στίς ἐπάλξεις τῶν συνόρων! Δέν θά ἀγρυπνοῦσαν τώρα, πού ἐπίκειται σύγκρουση μέ τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, μέ τά τέκνα τοῦ διαβόλου; ᾿Αξίζει κάθε θυσία γιά τή μάχη αὐτή πού γίνεται «πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (᾿Εφ 6,12).
᾿Εξάλλου, τί χρειάζεται ἡ προσωρινή ἀνάπαυση σ᾿ αὐτούς πού πορεύονται στήν αἰώνια καί γλυκειά ἀνάπαυση; Οἱ στιγμές εἶναι κρίσιμες καί δέν πρέπει νά δοθεῖ κανένα προγεφύρωμα στόν ἐχθρό οὔτε σπιθαμή ἐδάφους. Τό περίεργο εἶναι ὅτι, παρ᾿ ὅλα τά βασανιστήρια, τίς στερήσεις καί τίς ἀγρυπνίες στή φυλακή, οἱ μάρτυρες παραμένουν ἀκμαῖοι καί στό σῶμα. ᾿Επαναλαμβάνεται ἔτσι τό θαῦμα πού συνέβη καί στόν προφήτη Δανιήλ. ᾿Εκεῖνος περιφρονοῦσε τά πλούσια εἰδωλόθυτα καί εὐχαριστιόταν νά τρέφεται μέ ὄσπρια, καί παρά ταῦτα διατηροῦνταν πιό ρωμαλέος ἀπό τούς νέους πού ἔτρωγαν εἰδωλόθυτα κρέατα (Δα 1,12-15). Αὐτό εἶναι τό ἐξαιρετικό δῶρο τοῦ Θεοῦ, πού στίς δύσκολες ὧρες χαρίζει στούς πιστούς δούλους του τά «παρ᾿ ἐλπίδα».
Οἱ ψαλμοί τοῦ Δαυΐδ ἀποτελοῦν τήν ἀγαπημένη μελέτη τῶν φυλακισμένων. ᾿Απ᾿ αὐτούς ἀντλοῦν δύναμη ἀνυψώσεως καί ἐξακοντίσεως τοῦ πνεύματος στά οὐράνια. Οἱ ἅγιοι Κυρίων, Κάνδιδος καί Δόμνος, οἱ πιό μορφωμένοι, ἀπαγγέλλουν μέ κατάνυξη τούς ψαλμούς καί τίς προσευχές πού γνωρίζουν ἀπ᾿ ἔξω· «῾Ινατί ἐφρύαξαν ἔθνη» (Ψα 2), «Κύριος ποιμαίνει με» (Ψα 22), «῾Ο κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ ῾Υψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεταιϜ» (Ψα 90). Κατά διαστήματα διακόπτουν τήν ἀπαγγελία, γιά νά ἀπευθύνουν ἐνθαρρυντικούς λόγους στούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς τους, πού ἀποτελοῦν τή φυλακισμένη ᾿Εκκλησία τῶν μαρτύρων. ῎Ετσι οἱ ἥρωες ἀνακουφίζονται καί δυναμώνουν στό φρόνημά τους. Παίρνουν ὅλα τά ἐφόδια πού ἀπαιτοῦνται γιά ἕναν ἀγώνα σκληρό καί πολύπλευρο.
Κι ὅταν πλέον ὁ ἀγώνας κορυφώνεται καί φτάνει ἡ τελευταία μέρα γιά τούς μάρτυρες, ὁ ἅγιος Κυρίων μέ λόγια γεμάτα φλόγα καί παλμό ἐμψυχώνει τούς ἀδελφούς του·
- ᾿Αδελφοί μου καί συστρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, καλεστήκαμε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ ᾿Αρχηγοῦ μας νά πάρουμε μέρος σ᾿ ἕναν σκληρό ἀγώνα γιά τή δόξα του. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου θά συμπολεμήσει μαζί μας. Ποιόν ἔχουμε νά φοβηθοῦμε; Μέ ταπεινοφροσύνη καί πίστη ἄς ἀτενίζουμε πάντοτε πρός τόν οὐράνιο ᾿Αγωνοθέτη καί ἀπ᾿ αὐτόν ἄς ἀντλοῦμε θάρρος καί δύναμη. Χαιρόμαστε, διότι μέχρι αὐτή τή στιγμή παραμένουμε ὅλοι ἑνωμένοι καί ἀγαπημένοι εἰς πεῖσμα καί καταισχύνη τοῦ φοβεροῦ ἐχθροῦ μας. ῎Ημασταν ἑνωμένοι στούς ἀγῶνες τοῦ στρατεύματος ἐξαιτίας τῆς κοινῆς πίστεως καί τοῦ κοινοῦ σκοποῦ. Μείναμε ὁμόφρονες μέχρι στιγμῆς καί ὅλοι ὁμολογήσαμε τήν πίστη μας μπροστά στούς ἀνακριτές. Νά μείνουμε ὅμως ὅλοι καί στό μαρτύριο, γιά νά ἀνεβοῦμε ἑνωμένοι καί στόν οὐρανό. Αὐτό ἀπαιτεῖ ἡ ὁμολογία, τήν ὁποία μέ παρρησία ὅλοι διακηρύξαμε στό δικαστήριο.
᾿Αναρίθμητοι ἀδελφοί μας, πού θυσιάστηκαν πρίν ἀπό μᾶς, μᾶς καλοῦν νά ἀκολουθήσουμε ἀδιασάλευτα τό δρόμο τους, γιά νά συνδοξαστοῦμε μαζί τους. ῾Υπηρετήσαμε μέ ἀφοσίωση τόν ἐπίγειο ἄρχοντα καί δέν θά ἀγωνιστοῦμε τώρα γιά τόν οὐράνιο; Κινδυνεύσαμε στίς μάχες γιά τόν θνητό βασιλιά καί δέν θά προσφέρουμε τώρα τή ζωή μας στόν ἀθάνατο Παμβασιλιά; Μή γένοιτο, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί. Μέχρι στιγμῆς ὁ Κύριος μᾶς δόξασε πολλές φορές στό στρατό. Σ᾿ αὐτόν ὀφείλεται ἡ ἀνδρεία μας. Σ᾿ αὐτόν ἀνήκουν τά κατορθώματά μας. Δικοί του εἶναι οἱ θρίαμβοι, γιά τούς ὁποίους ἐμεῖς δοξαστήκαμε. ᾿Εκεῖνος διέσωσε τή ζωή μας τόσες φορές. ᾿Επιβεβαίωσε τήν ἀγάπη του σ᾿ ἐμᾶς μέ τό καταπληκτικό ἐκεῖνο θαῦμα, πού ἄνοιξε τόν οὐρανό καί μᾶς χάρισε νερό. Δέν μένει παρά νά ἀνταποδώσουμε καί ἐμεῖς σ᾿ αὐτόν ἔμπρακτη εὐχαριστία. Τά πάντα εἶναι τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῾Η ζωή μας ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου σ᾿ αὐτόν. Μᾶς ἀγόρασε μέ τό τίμιό του αἷμα καί μᾶς ἔσωσε πολλές φορές ἀπό βέβαιο θάνατο. ᾿Επιβάλλεται νά προσφέρουμε τά πάντα στόν ἅγιο Κύριό μας.
᾿Αλλά καί τί ἔχουμε νά δώσουμε; «Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;». Θά δώσουμε δόξα, πού μαραίνεται ὅπως τό ἄνθος, ἀλλά θά πάρουμε δόξα ἀμάραντη. ᾿Εγκαταλείπουμε ἐπίγειες ἀπολαύσεις καί χαρές, πού εἶναι σάν τά ὄνειρα, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν ἀληθινή εὐτυχία καί μακαριότητα. Θά θυσιάσουμε τή ζωή μας πού εἶναι θνητή, γιά νά μποῦμε στήν ἀθανασία καί τήν αἰωνιότητα. ᾿Αδελφοί μου, δέν βαδίζουμε πρός τό θάνατο ἀλλά πρός τήν ἀθάνατη ζωή. ῾Ο Χριστός θυσιάστηκε γιά μᾶς· καί ἐμεῖς νά θυσιαστοῦμε γι᾿ αὐτόν. ῞Ολοι μαζί μέχρι τέλους. ῞Ολοι στόν οὐρανό. ῾Ο Χριστός πού ἦταν ἄλλοτε μαζί μας, τώρα εἶναι περισσότερο. Βρίσκεται μέσα μας. Αὐτή τή στιγμή συμπάσχει καί συναγωνίζεται μαζί μας.
Τήν ἴδια στιγμή, ἐνῶ ὅλοι γονατισμένοι ἄκουγαν τόν ἀδελφό Κυρίωνα, ξαφνικά ἔλαμψε ὁλόκληρη ἡ φυλακή ἀπό θεία λάμψη, ἀσύγκριτα λαμπρότερη ἀπό τήν ἀκτινοβολία τοῦ ἥλιου. ῏Ηταν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. ῏Ηλθε νά ἐπισκεφτεῖ τίς δυνάμεις του, νά ἐπιθεωρήσει τούς ἀγωνιστές καί νά τούς ἐνθαρρύνει γιά τόν ἀγώνα πού θά ἀκολουθήσει. Οἱ μάρτυρες γεμάτοι χαρά καί ἀγαλλίαση ἀκοῦν τή γλυκειά φωνή του, γλυκύτερη τῆς ὁποίας δέν εἶχαν ἀκούσει ποτέ. ῾Ο γλυκύς ᾿Ιησοῦς τούς ἐμψυχώνει· «῾Ο δέ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» (Μθ 10, 22· πρβλ. 24,13· Μρ 13,13). Μή φοβᾶστε! Μήν ἐπηρεάζεσθε ἀπό αὐτά τά βασανιστήρια, διότι εἶναι πρόσκαιρα. Κάνετε λίγη ὑπομονή. ᾿Αθλῆστε νόμιμα, γιά νά στεφανωθεῖτε.
῾Η θεία αὐτή ὀπτασία θέρμανε τή φλογερή ἀγάπη τῶν μαρτύρων. ῾Η καρδιά τους λιώνει ἀπό τή θέρμη τοῦ σφοδροῦ ἔρωτα. ᾿Εξαϋλωμένοι πιά οἱ μάρτυρες καί μεθυσμένοι ἀπό τή θέα τοῦ ἄκτιστου φωτός, ἀνυψώνονται μέ τήν οὐράνια σκάλα τῆς προσευχῆς στά ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. ᾿Εγγίζουν τό θρόνο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀνταποδώσουν στόν ᾿Ιησοῦ τήν ἐπίσκεψη. ᾿Αλλά τή θεία αὐτή ἐπίσκεψη διέκοψαν οἱ φύλακες, πού ἦλθαν νά παραλάβουν τούς μάρτυρες γιά τήν τελική δίκη.
5. Προτιμοῦν τό θάνατο
Καθισμένος στόν μεγαλοπρεπῆ θρόνο του ὁ Λυσίας κι ἔχοντας στό πλευρό του τόν ᾿Αγρικόλα καί τούς ἄλλους ἄρχοντες τῆς πόλεως, διέταξε νά παρουσιαστοῦν οἱ φυλακισμένοι μπροστά του. Πλῆθος λαοῦ ἀπίστων καί πιστῶν συναθροίστηκε, γιά νά παρακολουθήσει τήν τελευταία διαδικασία καί νά ἀκούσει τήν ἀπόφαση. Οἱ ἄπιστοι μέ ἀγωνία καί μίσος ἤθελαν νά ἀκούσουν τή θανατική ποινή, γιά νά παύσουν νά στολίζουν τό χριστιανισμό τέτοιες προσωπικότητες. ῏Ηταν ὅμως παρόντες καί ὁμόπιστοι τῶν μαρτύρων. Θλιμμένοι καί ἀνήσυχοι οἱ χριστιανοί μυστικά προσεύχονται νά παραμείνουν οἱ ἥρωες ἀδελφοί τους μέχρι τέλους πιστοί, καρτερικοί, γιά νά ἀξιωθοῦν τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Καί οἱ δυό μερίδες ἀπέβλεπαν στό ἴδιο τέλος καί ποθοῦσαν τήν ἴδια ἔκβαση. ῎Εβλεπε ὅμως ἡ καθεμιά ἀπό διαφορετικό πρίσμα καί ἐπιδίωκε διαφορετικά ἀποτελέσματα.
Οἱ ἔνδοξοι μάρτυρες, φέροντας τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω τους, καταπονημένοι ἀπό τά τραύματα, τή φυλάκιση, τήν πείνα, τή δίψα καί τήν ἀγρυπνία ἀλλά μέ τό φρόνημα ἀκμαῖο, παρουσιάζονται μπροστά στό νέο δικαστή, στόν ἀρχιδικαστή. Στό δρόμο ψάλλουν· «῾Ο Θεός ἐν τῷ ὀνόματί σου σῶσόν με καί ἐν τῇ δυνάμει σου κρῖνόν με» (Ψα 53,3). ῾Ο ἅγιος Κυρίων ἀπευθύνει τίς τελευταῖες προτροπές·
- Θάρρος, ἀδελφοί. ῾Ο Χριστός βοηθός. Θά νικήσουμε!
῾Ο Λυσίας ἀνέλαβε νά πετύχει ὅ,τι ὁ ᾿Αγρικόλας δέν κατόρθωσε. Μέ φωνή βαρειά καί ἄγρια ἀπευθύνεται στούς ὑπόδικους·
- Μέ λύπη πληροφορήθηκα ὅτι δέν θέλετε νά ὑπακούσετε στούς νόμους τοῦ βασιλιᾶ παρά τίς τόσες προτροπές καί τιμωρίες τοῦ ἐπάρχου. ᾿Απορῶ πῶς ἐσεῖς, οἱ γενναῖοι στρατιῶτες, οἱ πάντοτε πρόθυμοι ὑπήκοοι τοῦ βασιλιᾶ, δείχνετε τώρα αὐτή τήν ἀνυπακοή. ᾿Ελπίζω ὅμως ὅτι στή φυλακή θά σκεφθήκατε συνετότερα καί θά καταλάβατε τό σφάλμα σας. Γνωρίζω ὅτι εἶστε στηρίγματα τοῦ κράτους. Περιμένω, λοιπόν, νά ἀκούσω ὅτι παύετε πιά νά ἀνήκετε στή θρησκεία, ἡ ὁποία θά φέρει τήν καταστροφή τοῦ κράτους, πού τόσο πιστά ὑπηρετήσατε.
Χαμογελοῦν μέ συγκατάβαση οἱ μάρτυρες καί στρέφοντας ὅλοι τό βλέμμα πρός τόν Κάνδιδο, τόν ἐξουσιοδοτοῦν νά μιλήσει γιά λογαριασμό τους. ᾿Εκεῖνος πράος καί ἀποφασιστικός παίρνει τό λόγο·
- ᾿Εμεῖς διδαχθήκαμε ἀπό τήν πίστη μας νά ὑπακοῦμε στούς ἄρχοντες, νά εἴμαστε εὐσυνείδητοι καί πειθαρχικοί στούς νόμους τῆς πολιτείας. ῾Η πειθαρχία ὅμως αὐτή φθάνει μέχρις ἐκεῖ πού δέν θίγεται ὁ Θεός μας. Διαφορετικά ἔχουμε ὡς σύνθημα τό «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πρξ 5,29). Παραμένουμε, λοιπόν, οἱ ἴδιοι· δέν ὑποχωροῦμε καθόλου ἀπό τή γραμμή τῆς πίστεώς μας. ῾Η φυλακή δυνάμωσε τό φρόνημά μας. Τό κράτος κινδυνεύει, βέβαια, ὄχι ὅμως ἀπό ἐμᾶς. ῾Ο μεγάλος κίνδυνος εἶναι ἡ εἰδωλολατρεία, ἡ ὁποία τό ὁδηγεῖ στήν ἐξαθλίωση καί τήν καταστροφή, μέχρις ὅτου καί ἡ ἴδια διαλυθεῖ, γιά νά κυριαρχήσει πλέον παντοῦ καί γιά πάντα ὁ Χριστός.
῾Ο Λυσίας ἐξοργίστηκε ἀπό τήν ἀπάντηση.
- Δέν ἔχω καιρό νά φλυαρήσω μαζί σας, εἶπε, οὔτε εἶναι τιμητικό γιά σᾶς νά σᾶς παρακαλῶ νά θυσιάσετε στούς μεγάλους θεούς τοῦ βασιλιᾶ μας. Τή στιγμή αὐτή ἀντιπροσωπεύω τόν βασιλιά. Θέλετε νά θυσιάσετε καί νά πάρετε ὡς ἀμοιβή πλούσια δῶρα ἀπό τόν βασιλιά, χρήματα καί κτήματα, τιμές καί ἀξιώματα; Τό μέλλον σας θά εἶναι ζηλευτό. ᾿Εάν ὄχι, δέν σᾶς σώζει τίποτε. Θά σᾶς ἀφαιρεθεῖ ἀμέσως ἡ ζώνη σας, τό σύμβολο τῆς στρατιωτικῆς τιμῆς σας, καί θά βασανιστεῖτε θανάσιμα. ᾿Εκδίδω διαταγή νά σᾶς ἀφαιρεθεῖ ἡ ζωή καί νά πεθάνετε μέ σκληρότατο θάνατο. Εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία γιά τή ζωή σας. Δῶστε μόνοι σας τήν ἀπάντηση.
Πάλι ὁ Κάνδιδος ἐκ μέρους ὅλων ἀπάντησε·
- ῾Η θέλησή σου εἶναι νά μᾶς ὁδηγήσεις στό σκοτάδι καί στό θάνατο. Μᾶς συνιστᾶς τήν καταπάτηση τῶν θείων νόμων χάριν τῶν ἐπίγειων, πού συχνά εἶναι ἄδικοι. ῾Η σκέψη σου νά μᾶς δελεάσεις ἀπέτυχε, διότι ἐμεῖς δέν συγκινούμαστε οὔτε ἀπό τά χρήματα οὔτε ἀπό τίς τιμές. Τά χρήματα τά θεωροῦμε ὡς χαλίκια καί πηλό. Τά ἀξιώματα, πού μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν ἀληθινό Θεό, τά βλέπουμε σάν ἐκεῖνα πού παίρνουν μόνα τους τά μικρά παιδιά στά παιχνίδια τους. Εἶναι γιά μᾶς φτηνά καί τιποτένια παιχνίδια. Οἱ τιμωρίες ὅμως ὄχι μόνο δέν μᾶς φοβίζουν, ἀλλά ἀπεναντίας μᾶς χαροποιοῦν. Εἶναι γιά μᾶς ἀπόλαυση καί ἀγαλλίαση. ῾Ο θάνατος δέν μᾶς τρομάζει πλέον, διότι ὁ Χριστός ἀφαίρεσε τό κεντρί του. Πάνω ἀπό τό ξίφος τοῦ δημίου διακρίνουμε τό χαμόγελο καί τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε τέκνα καί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ καί τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς βλάψει οὔτε νά μᾶς ἀποσπάσει ἀπό τήν ἀγάπη του, ἡ ὁποία λάμπει καί ἀκτινοβολεῖ μέ τό θεῖο του αἷμα. Θά σᾶς εὐγνωμονοῦμε, ὅσο σκληρά καί ἄν εἶναι τά βασανιστήρια. Θά εἴμαστε περισσότερο εὐτυχισμένοι καί χαρούμενοι, ὅταν αὐτά εἶναι ὅσο τό δυνατόν σκληρότερα. Διότι ἔτσι μιμούμαστε τόν Κύριό μας, γιά τόν ὁποῖο μεγάλη ἐπιθυμία φλέγει τήν ὕπαρξή μας, πού μᾶς ὠθεῖ πρός τό γλυκύτατο φῶς, τήν παντοτινή χαρά καί τήν αἰώνια ζωή.
῎Εξαλλος ὁ Λυσίας λέγει πρός τούς μάρτυρες·
- ῎Εχετε ὅλοι τήν ἴδια γνώμη;
Καί ἐκεῖνοι μέ ἕνα στόμα διακηρύττουν·
- Εἶμαι χριστιανός!
Τήν ἀπογοήτευση τοῦ Λυσία ἐπιτείνει ἡ διαβεβαίωση τοῦ ᾿Αγρικόλα ὅτι δέν πρόκειται ν᾿ ἀλλάξουν γνώμη, διότι δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο πιό ἐπίμονοι ἄνθρωποι ἀπό τούς χριστιανούς.
᾿Αμηχανία καταλαμβάνει τούς δικαστές. Φρίττουν οἱ μανιασμένοι εἰδωλολάτρες. Λυσσάει ὁ σατανᾶς καί ὅλοι οἱ δαίμονες τῆς κολάσεως. Χαίρονται οἱ πιστοί καί δέν μποροῦν νά συγκρατήσουν τή συγκίνηση καί τά δάκρυά τους. ῎Αγγελοι καί ἅγιοι παρευρίσκονται ἀόρατα. ᾿Εκδίδεται τελεσίδικη ἡ ἀπόφαση· Θάνατος! Οἱ ἔνδοξοι μάρτυρες μαστιγώνονται γιά μιά φορά ἀκόμη καί κλείνονται στή φυλακή. ᾿Ανατίθεται δέ στόν ᾿Αγρικόλα νά σκεφθεῖ καί νά ἐφεύρει τό φρικτότερο μαρτύριο.
6. ᾿Ανησυχία καί γαλήνη
᾿Αναστατωμένος ὁ ᾿Αγρικόλας βασανίζει τό νοῦ του, γιά νά βρεῖ τόν πιό φρικτό καί ἐπώδυνο θάνατο, ὥστε νά κορέσει ἔτσι τό πάθος του κατά τῶν μαρτύρων. «῾Ο ἀλαζόνας ἐκεῖνος καί βάρβαρος», γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, «ἐπειδή δέν ὑποφέρει τήν παρρησία τῶν ἀνδρῶν, βράζοντας ἀπό θυμό σκέφτεται ποιό τρόπο θά μποροῦσε νά βρεῖ, ὥστε νά κάνει τό θάνατο ἀργό καί πικρό μαζί». Στόχος του εἶναι νά ἐκφοβίσει ἔτσι κάποιους ἀπό τούς μάρτυρες, ὥστε νά λιποψυχήσουν καί νά καμφθοῦν.
Πολλά βασανιστήρια ἐπινοεῖ ἡ σκοτισμένη σκέψη του. Νά διαλέξει τό ξίφος καί μ᾿ αὐτό νά κόψει τά κεφάλια τους; ᾿Αλλά τότε σύντομος θά εἶναι ὁ θάνατος, λίγος ὁ φόβος τους καί κανένας δέν θά ὑποκύψει. Αὐτοί εἶναι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀπό παιδιά ἔζησαν μέ τά ὅπλα καί ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μέ τέτοιο θάνατο. Μήπως πάλι, ἄν τούς γεμίσει μέ πληγές καί τραύματα, δέν θά ὑπομείνουν γενναῖα; Λίγες φορές τό σῶμα τους ἔγινε κόσκινο ἀπό τά τραύματα τῶν μαχῶν; ῾Η φωτιά ἀσφαλῶς δέν τούς φοβίζει. Πρέπει νά βρεῖ ποινή, ἡ ὁποία καί μεγάλο πόνο θά προκαλέσει καί θά διαρκέσει πολύ.
᾿Ενῶ βασανίζεται ψυχικά καί δέν μπορεῖ νά ἡσυχάσει ὁ ᾿Αγρικόλας, ἤρεμοι καί γαλήνιοι οἱ μάρτυρες περνοῦν τίς τελευταῖες ὧρες τους στή φυλακή. Μένουν ἐκεῖ μέ πληγωμένα σώματα καί σπασμένα κόκκαλα ἀλλά μέ ἀκέραια καί ἁγνή ψυχή καί μέ ἄθραυστο καί ἀλύγιστο φρόνημα. ῾Η σκέψη ὅτι πλησιάζει τό τέλος γεμίζει τήν ὕπαρξή τους χαρά καί ἀγαλλίαση. ῞Ωστε ἦλθε, λοιπόν, ἡ ὥρα νά ἐγκαταλείψουν τοῦτο τόν μάταιο κόσμο καί νά πορευθοῦν πρός τόν ἀγαπημένο ᾿Ιησοῦ, τόν θερμό πόθο τῶν καρδιῶν τους; Τί εὐτυχία! ῾Η φυλακή μεταβάλλεται σέ λιμάνι χαρᾶς καί γαλήνης.
Γονατισμένοι οἱ ἅγιοι ἐπιμένουν στήν προσευχή. Μέ θέρμη ζητοῦν τή θεία ἐνίσχυση, γιά νά ἀντέξουν μέχρι τέλους. ῾Η προσευχή συνεχίζεται μέ ψαλμωδία. Δέν ἔχουν καιρό γιά ἀνάπαυση. Πρέπει ἄγρυπνοι, προσευχόμενοι καί γαλήνιοι, νά περιμένουν τήν αἰώνια γαλήνη. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τούς ἐπισκέπτεται καί πάλι μέ ὅραμα, γιά νά τούς ἐνισχύσει καί νά αὐξήσει τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς τους.
᾿Εκεῖ, μέσα στή σκοτεινή φυλακή, λίγο πρίν ὁδηγηθοῦν στό μαρτύριο, κατά τήν παράδοση, τρεῖς ἀπό τούς σαράντα ἁγίους συντάσσουν ἕνα κείμενο. Μέσα σ᾿ αὐτό ἀναφέρουν τήν τελευταία ἐπιθυμία καί τήν παρακαταθήκη τους στούς πιστούς. Γράφουν ἐξ ὀνόματος ὅλων τή διαθήκη τους.
7. ῾Η διαθήκη τους
«Διαθήκη τῶν ἁγίων καί ἐνδόξων τοῦ Χριστοῦ τεσσαράκοντα μαρτύρων
τῶν ἐν Σεβαστείᾳ τελειωθέντων.
Μελέτιος καί ᾿Αέτιος καί Εὐτύχιος οἱ δέσμιοι τοῦ Χριστοῦ (τοῖς) κατά πᾶσαν πόλιν καί χώραν ἁγίοις ἐπισκόποις τε καί πρεσβυτέροις διακόνοις τε καί ὁμολογηταῖς καί τοῖς λοιποῖς ἅπασιν ἐκκλησιαστικοῖς ἐν Χριστῷ χαίρειν.
Ι. 1. ᾿Επειδάν τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι καί ταῖς κοιναῖς τῶν πάντων εὐχαῖς τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα τελέσωμεν καί ἐπί τά βραβεῖα τῆς ἄνω κλήσεως φθάσωμεν, τότε καί ταύτην ἡμῶν τήν γνώμην κυρίαν εἶναι βουλόμεθα ἐπί τό τά λείψανα ἡμῶν ἀνακομίζεσθαι τοῖς περί τόν πρεσβύτερον καί πατέρα ἡμῶν Πρόϊδον καί τούς ἀδελφούς ἡμῶν Κρισπῖνον καί Γόρδιον σύν σπουδάζοντι λαῷ. Κύριλλόν τε καί Μᾶρκον καί Σαπρίκιον τόν τοῦ ᾿Αμμωνίου, εἰς τό κατατεθῆναι τά λείψανα ἡμῶν ὑπό τήν πόλιν Ζήλων ἐν τῷ χωρίῳ Σαρεῖμ· εἰ γάρ καί ἐκ διαφόρων χωρίων τυγχάνομεν πάντες, ἀλλά γε μίαν καί τήν αὐτήν τῆς καταπαύσεως εἱλόμεθα κατάθεσιν· ἐπειδή γάρ κοινόν ἐθέμεθα τόν τοῦ ἄθλου ἀγῶνα, κοινήν συνεθέμεθα καί τήν κατάπαυσιν ποιήσασθαι ἐν τῷ προειρημένῳ χωρίῳ· ταῦτα οὖν καί τῷ ἁγίῳ πνεύματι ἔδοξεν, καί ἡμῖν ἤρεσεν.
2. Τούτου ἕνεκεν ἡμεῖς οἱ περί ᾿Αέτιον καί Εὐτύχιον καί τούς λοιπούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς ἡμῶν παρακαλοῦμεν τούς κυρίους ἡμῶν γονεῖς καί ἀδελφούς πάσης λύπης καί ταραχῆς ἐκτός γενέσθαι, τῆς δέ φιλαδέλφου κοινωνίας τιμῆσαι τόν ὅρον καί τῷ βουλήματι ἡμῶν σπουδαίως συνάρασθαι, ὅπως τῆς ὑπακοῆς καί τῆς συμπαθείας τόν μέγαν μισθόν παρά τοῦ κοινοῦ πατρός ἡμῶν κομίσησθε.
3. ῎Ετι δέ ἀξιοῦμεν πάντας, μηδένα τῶν ἐκ τῆς καμίνου ἀνελομένων λειψάνων ἡμῶν ἐν ἑαυτῷ περιποιήσασθαι, ἀλλά τῆς ἐν ταὐτῷ συναθροίσεως φροντίσαντα ἀποδοῦναι τοῖς προειρημένοις, ἵνα καί τῆς σπουδῆς τόν τόνον ἐπιδειξάμενος καί τῆς εὐγνωμοσύνης τό ἀκέραιον αὐτῶν τῶν πόνων τῆς συμπαθείας τό κέρδος κομίσηται· καθάπερ ἡ Μαρία προσκαρτερήσασα τῷ τάφῳ τοῦ Χριστοῦ καί πρό πάντων θεασαμένη τόν κύριον, πρώτη καί τῆς χαρᾶς καί εὐλογίας ἐδέξατο τήν χάριν.
4. Εἰ δέ τις τῷ βουλήματι ἡμῶν ἐναντιωθῇ, τοῦ μέν θείου κέρδους ἀλλότριος ἔστω, τῆς δέ παρακοῆς πάσης ὑπόδικος, μικρῷ βουλήματι ἀπολέσας τό δίκαιον, τέμνειν ἡμᾶς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὅσον τό ἐφ᾿ ἑαυτόν βιαζόμενος, οὕς ὁ ἅγιος ἡμῶν σωτήρ ἰδίᾳ χάριτι καί προνοίᾳ τῇ πίστει συνέζευξεν.
5. Εἰ δέ καί ὁ παῖς Εὐνοϊκός νεύματι τοῦ φιλανθρώπου θεοῦ ἐπί τό αὐτό τοῦ ἀγῶνος καταντήσει τέλος, τήν αὐτήν ἡμῖν ἠξίωσεν ἔχειν καταμονήν. ᾿Εάν δέ διαφυλαχθῇ ἀβλαβής τͺῇ τοῦ Χριστοῦ χάριτι καί ἔτι ἐν τῷ κόσμῳ ἐξετάζοιτο, σχολάζειν αὐτόν μετ᾿ ἐλευθερίας τῷ μαρτυρίῳ ἡμῶν παραγγέλλομεν καί τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ φυλάττειν παρακαλοῦμεν, ἵνα ἐν τῇ μεγάλῃ τῆς ἀναστάσεως ἡμέρᾳ τῆς μεθ᾿ ἡμῶν ἀπολαύσεως τύχῃ, ἐπειδή καί ἐν τῷ κόσμῳ ὤν τάς αὐτάς ἡμῖν ὑπέμεινε θλίψεις.
6. ῾Η γάρ πρός τόν ἀδελφόν εὐγνωμοσύνη δικαιοσύνην βλέπει Θεοῦ, ἡ δέ πρός τούς ὁμοιογενεῖς παρακοή ἐντολήν Θεοῦ πατεῖ· γέγραπται γάρ, ὅτι "῾Ο ἀγαπῶν τήν ἀδικίαν μισεῖ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν".
ΙΙ. 1. Τοιγαροῦν ἀξιῶ ὑμᾶς, ἀδελφέ Κρισπῖνε..., καί παραγγέλλω, ὡς πάσης κοσμικῆς ἡδυπαθείας καί πλάνης γενέσθαι ξένους. Σφαλερά γάρ καί οὐκ εὔτονος ἡ τοῦ κόσμου δόξα, ἥ πρός ὀλίγον μέν ἀνθεῖ καί αὖθις μαραίνεται χόρτου δίκην, ταχύτερον τῆς ἀρχῆς δεξαμένη τό τέλος. Προσδραμεῖν δέ μᾶλλον θελήσατε τῷ φιλανθρώπῳ Θεῷ, ὅς πλοῦτον μέν ἀνελλιπῆ παρέχει τοῖς εἰς αὐτόν προστρέχουσι, ζωήν δέ αἰώνιον βραβεύει τοῖς εἰς αὐτόν πιστεύουσι.
2. Καιρός οὗτος ἐπιτήδειος τοῖς σώζεσθαι θέλουσι, ἄφθονον μέν παρέχων τῆς μετανοίας προθεσμίαν, ἀπροφάσιστον δέ τῆς πολιτείας τήν πρᾶξιν, μηδέν ἀναβαλλομένοις πρός τό μέλλον. ᾿Απροόρατος γάρ ἡ τοῦ βίου μεταβολή. ᾿Αλλ᾿ εἰ ἐγνώρισας, ὅρα τό χρήσιμον καί ἐν αὐτῇ ἐπίδειξαι τῆς θεοσεβείας τό ἄχραντον, ἵνα ἐν αὐτῷ καταληφθείς τῶν προγεγονότων ἁμαρτημάτων ἀπαλείψῃς τό χειρόγραφον· "᾿Εν ᾧ γάρ εὕρω σε, φησίν, ἐν τούτῳ καί κρινῶ σε".
3. Σπουδάσατε οὖν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Χριστοῦ εὑρεθῆναι ἄμεμπτοι, ὅπως φύγητε τό ἀκοίμητον καί αἰώνιον πῦρ· ὅτι γάρ ὁ καιρός συνεσταλμένος πάλαι βοᾷ ἡ θεία φωνή.
4. ᾿Αγάπην οὖν πρό πάντων τιμήσατε· αὕτη γάρ μόνη τιμᾷ τό δίκαιον φιλαδελφίας νόμῳ πειθομένη Θεῷ· καί γάρ διά τοῦ ὁρωμένου ἀδελφοῦ ὁ ἀόρατος τιμᾶται Θεός· καί πρός μέν τούς ὁμομητρίους ἀδελφούς ὁ λόγος, πρός δέ πάντας τούς φιλοχρίστους ἡ γνώμη. Καί γάρ ὁ ἅγιος ἡμῶν σωτήρ καί Θεός ἐκείνους ἔφασκεν ἀδελφούς εἶναι, τούς οὐχί τῇ φύσει κοινωνοῦντας ἀλλήλοις, ἀλλά τῇ ἀρίστῃ πράξει πρός τήν πίστιν συναπτομένους καί τό θέλημα ἐκπληροῦντας τοῦ πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
ΙΙΙ. 1. Προσαγορεύομεν τόν κύριν τόν πρεσβύτερον Φίλιππον καί Προκλιανόν καί Διογένην ἅμα τῇ ἁγίᾳ ἐκκλησίᾳ. Προσαγορεύομεν τόν κύριν Προκλιανόν τόν ἐν τῷ χωρίῳ Φυδελᾷ ἅμα τῇ ἁγίᾳ ἐκκλησίᾳ μετά τῶν ἰδίων. Προσαγορεύομεν Μάξιμον μετά τῆς ἐκκλησίας. Προσαγορεύομεν Δόμνον μετά τῶν ἰδίων, ῎Ιλην τόν πατέρα ἡμῶν καί Οὐάλην μετά τῆς ἐκκλησίας. Προσαγορεύω καί ἐγώ Μελέτιος τούς συγγενεῖς μου Λουτάνιον, Κρίσπον καί Γόρδιον μετά τῶν ἰδίων, ᾿Ελπίδιον μετά τῶν ἰδίων, ῾Υπερέχιον μετά τῶν ἰδίων.
2. Προσαγορεύομεν καί τούς ἐν τῷ χωρίῳ Σαρεῖμ, τόν πρεσβύτερον μετά τῶν ἰδίων, τούς διακόνους μετά τῶν ἰδίων, Μάξιμον μετά τῶν ἰδίων, ῾Ησύχιον μετά τῶν ἰδίων, Κυριακόν μετά τῶν ἰδίων. προσαγορεύομεν τούς ἐν Χαδουθί πάντας κατ᾿ ὄνομα. Προσαγορεύομεν καί τούς ἐν Χαρισφώνῃ πάντας κατ᾿ ὄνομα. Προσαγορεύω καί ἐγώ ᾿Αέτιος τούς συγγενεῖς μου Μᾶρκον καί ᾿Ακυλίναν καί τόν πρεσβύτερον Κλαύδιον καί τούς ἀδελφούς του Μᾶρκον, Τρύφωνα, Γόρδιον καί Κρίσπον καί τάς ἀδελφάς μου καί τήν σύμβιόν μου Δόμναν μετά τοῦ παιδίου μου.
3. Προσαγορεύω καί ἐγώ Εὐτύχιος τούς ἐν Ξιμάροις, τήν μητέρα μου ᾿Ιουλίαν καί τούς ἀδελφούς μου Κύριλλον, ῾Ροῦφον καί ῾Ρίγλον καί Κυρίλλαν καί τήν νύμφην μου Βασιλείαν καί τούς διακόνους Κλαύδιον καί ῾Ρουφῖνον καί Πρόκλον. Προσαγορεύομεν καί τούς ὑπηρέτας τοῦ θεοῦ Σαπρίκιον (τόν τοῦ) ᾿Αμμωνίου καί Γενέσιον, καί Σωσάνναν μετά τῶν ἰδίων.
4. Προσαγορεύομεν τοίνυν πάντας ὑμᾶς, οἱ κύριοι ἡμῶν, οἱ τεσσαράκοντα ἀδελφοί καί συνδέσμιοι πάντες Μελέτιος, ᾿Αέτιος, Εὐτύχιος, Κυρίων, Κάνδιδος, ᾿Αγγίας, Γάϊος, Χουδίων, ῾Ηράκλειος, ᾿Ιωάννης, Θεόφιλος, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Γοργόνιος, Κύριλλος, Σεβηριανός, Θεόδουλος, Νίκαλλος, Φλάβιος, Ξάνθιος, Οὐαλέριος, ῾Ησύχιος, Δομετιανός, Δόμνος, ῾Ηλιανός, Λεόντιος, ὁ καί Θεόκτιστος, Εὐνοϊκός, Οὐάλης, ᾿Ακάκιος, ᾿Αλέξανδρος, Βικράτιος, ὁ καί Βιβιανός, Πρίσκος, Σακέρδων, ᾿Εκδίκιος, ᾿Αθανάσιος, Λυσίμαχος, Κλαύδιος, ῎Ιλης καί Μελίτων· ἡμεῖς οὖν οἱ τεσσαράκοντα δέσμιοι τοῦ κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ὑπεγράψαμεν τῇ χειρί δι᾿ ἑνός ἡμῶν Μελετίου καί ἐκυρώσαμεν πάντα τά προγεγραμμένα, καί ἠρέσθη πᾶσιν ἡμῖν. Ψυχῇ δέ καί πνεύματι θείῳ εὐχόμεθα, ὅπως τύχωμεν ἅπαντες τῶν αἰωνίων τοῦ Θεοῦ ἀγαθῶν καί τῆς βασιλείας αὐτοῦ νῦν καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν».