Διήγημα

ΘΥΜΗΣΗ ΦΟΡΤΩΜΕΝΗ ΚΥΔΩΝΙΕΣ


    Οἱ θύμησες τοῦ Σεπτέμβρη, τῶν χρόνων τῶν ἀμέριμνων τῆς παιδικῆς μου ξεγνοιασιᾶς, μοῦ εἶναι πάντα γλυκιές, νοσταλγικές. ῎Εχουν κάτι ἀπό τή δροσιά τοῦ φθινοπώρου ὕστερα ἀπό τήν κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ, κάτι ἀπό τά χαρούμενα τιτιβίσματα τῶν χελιδονιῶν στά ἠλεκτρικά σύρματα. Μά, προπαντός ἔχουν κάτι ἀπό τίς φωνές καί τά γέλια τῶν παιδιῶν πού ξαναφτιάχνουν τίς συντροφιές τους στόν αὐλόγυρο τοῦ σχολείου.
    Εἶναι καί μιά γλυκιά θύμηση -δέν μπορῶ νά πῶ-, πού κάνει ἀκόμα τά μάγουλά μου νά κοκκινίζουν ἀπό ντροπή, καί τήν καρδιά μου ν᾿ ἀγκαλιάζει νοσταλγικά τή γιαγιά Παναγιώτα.
    ῾Η γιαγιά ἡ Παναγιώτα, ἡ Κονόμισσα, ὅπως τήν ἤξερε ὅλο τό χωριό, ἦταν γυναίκα τοῦ προηγούμενου παπᾶ μας πού εἶχε τό ἀξίωμα τοῦ Οἰκονόμου. ῎Ε, λοιπόν, ἄν καί δέν μᾶς ἔδενε καμιά συγγένεια, ἔνιωθα πώς μ᾿ ἀγαποῦσε. Κι ἐγώ τήν ἀγαποῦσα. Πότε-πότε τῆς σκούπιζα καί τῆς σφουγγάριζα τό μεγάλο σπίτι της καί κείνη μέ πλήρωνε ἁδρά. Στήν αὐλή της εἶχε μιά καταφορτωμένη κυδωνιά καί κεῖνον τό Σεπτέμβρη ἔγιναν τόσο μεγάλα καί νόστιμα τά κυδώνια της, ὅσο ποτέ.
    Εἶχαν ἤδη ἀρχίσει τά μαθήματα στό σχολεῖο κι ἐγώ ἀραίωσα τίς ἐπισκέψεις μου στή γιαγιά Παναγιώτα. Εἶναι ὅμως ἀλήθεια πώς ὅποτε ἔβρισκα εὐκαιρία, ἔτρεχα στή γιαγιά μά καί στήν κυδωνιά. ῾Η μάνα μου μέ μάλωνε, μοῦ ἔλεγε πώς εἶναι ντροπή νά πηγαίνω στό ξένο σπίτι γιά τά κυδώνια, ὅμως ἐγώ ἤξερα πώς δέν πήγαινα μόνο γιά τά κυδώνια...
    Στό χωριό μας ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε κι ἕνα ἀγόρι ἀπό τήν πόλη. Τό ἔστειλαν οἱ γονεῖς του στούς παποῦδες του νά βγάλει τήν ἕκτη τάξη στό χωριό, ἐπειδή ἐκεῖνοι εἶχαν ξεκινήσει τίς διαδικασίες γιά τό διαζύγιο. Στήν ἀρχή χαρήκαμε, γιατί θά ἀποκτούσαμε ἀκόμα ἕναν σύντροφο στά παιχνίδια, μά ὁ Γαβριήλ ἀποδείχτηκε ζαβολιάρης καί πονηρός. Οἱ μεγάλοι ἔλεγαν πώς ἦταν κακό παιδί, μά ἡ μάνα ἡ δική μου μοῦ ᾿λεγε πώς ἦταν ἁπλῶς πονεμένο καί πώς ἔπρεπε ὅλοι νά τοῦ δείχνουμε τήν ἀγάπη μας.
    Μιά μέρα καθώς γυρνούσαμε ἀπό τό σχολεῖο φορτωμένοι τίς σάκκες μας μέ τά καινούργια βιβλία, σκέφτηκα νά περάσω νά χαιρετήσω τή γιαγιά Παναγιώτα. ῾Ο Γαβριήλ, πού κατάλαβε τήν κίνησή μου, φώναξε δυνατά νά τόν ἀκούσουν ὅλα τά παιδιά·
    - ῾Η ῾Ελένη, παιδιά, πάει γιά κυδώνια.
    ᾿Εγώ εἶχα κοκκινήσει ὥς τά αὐτιά. ῎Οχι δέν ἦταν ἀλήθεια, δέν πήγαινα γιά τά κυδώνια, πήγαινα μόνο καί μόνο νά δῶ τή γιαγιά.
    Ξαφνικά μέ κύκλωσαν ὅλα τά ἀγόρια τῆς ῞Εκτης καί ὁ Γαβριήλ μέ φωνές κι ἀπειλές ἔδιωξε ὅλους τούς μικρότερους. ᾿Εγώ ἤμουν μόνο στήν τετάρτη τάξη κι ἄρχισα νά τά χάνω ἀνάμεσα σ᾿ ὅλα ἐκεῖνα τά μεγάλα παιδιά. Μοῦ ξεκρέμασαν τή σάκκα ἀπό τόν ὦμο, ἄδειασαν τά ὁλοκαίνουργια βιβλία μου στό δρόμο καί μέ διέταξαν νά μπῶ στήν αὐλή τῆς γιαγιᾶς Παναγιώτας καί νά γεμίσω τή σάκκα μου κυδώνια.
    Μπῆκα στήν αὐλή τρέμοντας ἀπό φόβο καί ντροπή. Εἶχα ἤδη ἀποφασίσει νά πῶ στή γιαγιά τί ἔγινε καί νά τήν παρακαλέσω νά μοῦ κόψει μερικά κυδώνια. Μά, γιά κακή μου τύχη, ὅσο καί νά τή φώναζα ἐκείνη δέν ἀπαντοῦσε, γιατί εἶχε πεταχτεῖ γιά μιά δουλειά στή γειτόνισσα.
    ῎Εκοψα μέ σφιγμένη καρδιά μερικά κυδώνια, τά ᾿χωσα στή σάκκα μου καί ἔφυγα ἀπό τήν αὐλή τῆς ἀγαπημένης μου γιαγιᾶς σκέτος κλέφτης. ῎Εξω μέ περίμεναν τ᾿ ἀγόρια τῆς ῞Εκτης καί, πρίν προλάβω νά συνέλθω, ὁ Γαβριήλ ἅρπαξε ἀπό τά χέρια μου τή σάκκα. Περίμενα πώς θά μοίραζε τό περιεχόμενο στά ἄλλα παιδιά καί πώς ἐμένα θά μ᾿ ἄφηνε ἥσυχη. ᾿Αμέσως ὅμως κατάλαβα πόσο εἶχα γελαστεῖ. Κατά σύμπτωση ἐκείνη τή στιγμή φάνηκε ἀπό μακριά ὁ ἀγροφύλακας τοῦ χωριοῦ, πού ὅλα τά παιδιά τόν τρέμαμε. Καί τότε ὁ Γαβριήλ ἄρχισε νά φωνάζει μέ ὅλη τή δύναμη τῶν πνευμόνων του·
    - Κύρ Κώστα, κύρ Κώστα, ἡ ῾Ελένη ἔκλεψε τά κυδώνια τῆς Κονόμισσας. Νά, γέμισε τή σάκκα της.
    Τά ἄλλα ἀγόρια, πού ξαφνιάστηκαν καί κεῖνα μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Γαβριήλ, μέ κοίταξαν στήν ἀρχή μέ οἶκτο κι ὕστερα ἐπιβεβαίωσαν τήν καταγγελία. ῾Ο κύρ Κώστας, πού παρ᾿ ὅλη τήν ἀγριάδα του ἐμένα μοῦ φαινόταν πάντα καλοκάγαθος, γύρισε καί μέ κοίταξε δύσπιστα. Σάν εἶδε ὅμως τή σάκκα μέ τά κυδώνια, ἀναμφισβήτητο τεκμήριο τῆς ἐνοχῆς μου, μοῦ ἔκανε νόημα νά τόν ἀκολουθήσω.
Μπήκαμε καί οἱ δυό στήν αὐλή μέ τήν κυδωνιά καί μοῦ κόπηκαν τά πόδια, σάν ἀντίκρυσα μπροστά μου τήν ἀγαθή γριούλα.
    -Παπαδιά, τούτη ἐδῶ σοῦ ρήμαξε τήν κυδωνιά.
    Μέ κοίταξε στήν ἀρχή μέ ἔκπληξη ἡ γιαγιά κι ὕστερα τά μάτια της γέμισαν πόνο. Κι ἦταν σάν νά μοῦ ᾿λεγε· «Γιατί, ῾Ελένη παιδί μου;». ῞Υστερα εἶδα ξανά τό πρόσωπό της νά γλυκαίνει καί νά χαμογελᾶ.
    - Καί ποιός σοῦ εἶπε, Κωστή, πώς τά ἔκλεψε; ῎Ακου ἐκεῖ τά ἔκλεψε! ᾿Εγώ τῆς τά ἔδωσα, εἶπε καί μοῦ χάιδεψε τό κεφάλι.
    -῎Αμ, ἔτσι πές μου, παπαδιά, κι ἐγώ ἀπόρησα, γιατί τούτη ἐδῶ συχνά μπαινοβγαίνει στό σπίτι σου. ᾿Εκεῖνο τό παλιόπαιδο ὅμως, ὁ Γαβριήλ, ἔτσι μοῦ εἶπε κι ἐγώ τόν πίστεψα.
    ῎Εφυγε ὁ κύρ Κώστας κι ἐγώ ἔπεσα κλαίγοντας στήν ἀγκαλιά τῆς γιαγιᾶς Παναγιώτας καί τῆς εἶπα ὅλη τήν ἀλήθεια. Καί τότε ἐκείνη μοῦ ἔδειξε τή φορτωμένη κυδωνιά καί μοῦ εἶπε·
    - Εἶναι δικιά σου. ῞Οποτε θέλεις μπορεῖς νά φέρεις ὅποια παιδιά θέλεις καί νά τούς μοιράσεις τά κυδώνια της.
    - Νά... νά φέρω καί τόν Γαβριήλ; τή ρώτησα καί τό πρόσωπό μου φλογίστηκε ἀπό τήν ἀγωνία.
    - Προπαντός τόν Γαβριήλ, μοῦ ἀπάντησε. Δέν εἶναι τόσο κακό παιδί, ἁπλῶς νομίζω πώς ζηλεύει τά ἄλλα τά παιδιά πού εἶναι εὐτυχισμένα.
    Βγῆκα ἀπό τό σπίτι τῆς γιαγιᾶς Παναγιώτας κι ἔτρεξα νά μαζέψω τά βιβλία μου. Καί τότε εἶδα τόν Γαβριήλ νά στέκεται καί νά τά κρατάει στήν ἀγκαλιά του. Φοβήθηκα μήπως δέν μοῦ τά ἔδινε, ὅμως ἐκεῖνος ἄνοιξε τή σάκκα μου καί μοῦ τά ἔβαλε ἕνα-ἕνα μέ τάξη μέσα.
    -῏Ηταν πολύ κακό αὐτό πού ἔκανα, μοῦ εἶπε κατακόκκινος. ῾Ο κύρ Κώστας μέ μάλωσε πολύ.
    - ῾Η γιαγιά μοῦ χάρισε τήν κυδωνιά, τοῦ εἶπα συγκινημένη. Τό ἀπόγευμα πάρε τήν παρέα σου καί ἐλᾶτε νά κόψετε ὅσα θέλετε.
    ῾Ο Γαβριήλ ἀπό κείνη τή μέρα ἔγινε ὁ δεύτερος εὐνοούμενος τῆς γιαγιᾶς Παναγιώτας καί συγχρόνως τό πιό καλό παιδί τῆς ῞Εκτης. Σάν τέλειωσε ἡ χρονιά, ἦρθε ὁ πατέρας του, τόν πῆρε κι ἔφυγαν γιά τήν ᾿Αγγλία.
Πέρασαν τά χρόνια, ἡ γιαγιά ἡ Κονόμισσα ἀναπαύτηκε καί τό σπίτι της πουλήθηκε. ῾Η κυδωνιά ἐκείνη ξεράθηκε, μά στή θέση της ὁ καινούργιος ἰδιοκτήτης φύτεψε ἄλλη. ῾Η αὐλή τῆς Κονόμισσας γέμισε κυδωνιές κι ὁ Γαβριήλ, ὁ καινούργιος ἔνοικος, ἀφήνει τήν αὐλόπορτα ἀνοιχτή, γιά νά μπαίνουν μέσα τά παιδιά τοῦ χωριοῦ, νά τρυγοῦν ἄφοβα τίς κυδωνιές. Καί τοῦ ἀρέσει, πολύ τοῦ ἀρέσει, νά τούς διηγεῖται τήν ἱστορία μέ τά κλεμμένα κυδώνια.
    Κι ἐγώ μές στίς πολλές νοσταλγικές θύμησες τοῦ Σεπτέμβρη τήν ξεχωρίζω τούτη. Τήν ξεχωρίζω σάν κάτι πού μοσχομυρίζει ἀπό τήν ἀγάπη καί τήν ἁγιότητα τῆς γιαγιᾶς Παναγιώτας. Σάν κάτι πού μηνᾶ στοργή καί κατανόηση γιά ὅλα ἐκεῖνα τά «παλιόπαιδα», πού ἔρχονται πληγωμένα καί πονεμένα στίς σχολικές αἴθουσες, ζητώντας τρόπους γιά νά δείξουν τίς πληγές τους· διψώντας γιά ἕνα χαμόγελο ἤ ἕνα χάδι γιά νά τίς ἐπουλώσουν. Κι ὑπάρχουν τόσες κυδωνιές φορτωμένες τό Σεπτέμβρη!

῾Ε.Β.