Ἐκ τοῦ πραγματικοῦ
Κοντά στούς παραθεριστές

    Γέμισε τήν τσάντα της ἡ κ. Γεωργία μέ βιβλία καί κασέτες πνευματικοῦ περιεχομένου καί ξεκίνησε... Διέσχισε τό καταπράσινο δάσος πού ἐκτείνεται δίπλα στήν ἀκύμαντη θάλασσα. Γεμάτα τά ξύλινα τραπεζάκια ἀπό παραθεριστές. ῎Εσπευσαν νά βροῦν λίγη σκιά κάτω ἀπό τά μεγάλα κλαδιά τῶν πεύκων. Πραγματικά, πύρωνε τά μέλη τους ὁ καυτερός ἥλιος τοῦ ᾿Ιουλίου. Κοντοστάθηκε ἡ κ. Γεωργία σέ μιά συντροφιά. Πρῶτα χάρισε σ᾿ ὅλους ἐκεῖνο τό γλυκό ἀνεπιτήδευτο χαμόγελό της κι ὕστερα ἄνοιξε τή μεγάλη της τσάντα. ᾿Από τήν πλούσια πραμάτεια της πρόσφερε στόν καθένα αὐτό πού τοῦ ταίριαζε.
    - Πῶς σέ λένε, μικρέ;
    - Δημητράκη.
    - Νά, πάρε αὐτή τήν εἰκονίτσα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος νά σέ φυλάγει.
    Στρέφεται σέ μιά μαυροντυμένη γυναίκα.
    - Συγγνώμη, πού ρωτῶ. ᾿Εσεῖς ποιόν πενθεῖτε;
    - Εἶμαι ἀπαρηγόρητη. ῎Εχασα τό παιδί μου πρόσφατα σέ τροχαῖο.
    - Λυποῦμαι εἰλικρινά! Μά, νά ξέρετε πώς ὅλοι μας σηκώνουμε μικρό ἤ μεγάλο σταυρό. Θά σᾶς δώσω ἕνα βιβλίο πού μιλάει γιά τόν πόνο, ἀνοίγει ὁρίζοντες στό πρόβλημά σας καί θά σᾶς τονώσει ψυχικά.
    Περπάτησε ἡ κ. Γεωργία ἀπό τραπεζάκι σέ τραπεζάκι. Πολλά χέρια ἁπλώνονταν νά πάρουν τήν πνευματική τροφή πού ἡ ἀγάπη της τούς πρόσφερε. Μερικοί τήν κοιτοῦσαν ἀπορημένοι. Ποιά ἄραγε δύναμη τήν ἔσπρωχνε, τί φλόγα ἔκαιγε στά σωθικά της, ὥστε μέ τέτοιο κάμα νά ξεχνᾶ τόν ἑαυτό της καί νά δίδεται στούς ἄλλους;
    ᾿Από τό σκιερό δάσος κατευθύνθηκε στήν παραλία. ῾Η ἁλμύρα τῆς θάλασσας ζωογόνησε τήν ὕπαρξή της. ῞Ενα πλῆθος ἀνθρώπων ἀπολάμβανε τίς ὀμορφιές τοῦ ὑγροῦ στοιχείου. Τί κι ἄν εἶναι ἄγνωστη μεταξύ ἀγνώστων; Πῆρε τήν ἀπόφαση καί προχώρησε. Μέ τήν ἁπλότητα καί τή χάρη της κέρδισε τήν ἐμπιστοσύνη τους.
    Κι εἶδε ἡ κ. Γεωργία ὁλοζώντανη τήν πραγματικότητα. ᾿Αντίκρυσε ἀνθρώπους πού ξεκουράζονταν σωματικά, ἀλλ᾿ ἦσαν τόσο καταπονημένοι ψυχικά. Πλησίασε ἀνθρώπους πού κολυμποῦσαν μέσα στά ἀγαθά καί τίς ἀνέσεις, ἀλλ᾿ ἦσαν τόσο ἄδειοι ἀπό πνευματικούς θησαυρούς. Γνώρισε ἄλλους πού ἦσαν φορτωμένοι μέ ποικίλες ἐμπειρίες ἀπό τή ζωή, ἀλλά δέν εἶχαν γευθεῖ τή μοναδική ἐμπειρία τῆς πίστεως. Προπάντων πόνεσε μ᾿ ἐκείνους τούς παραθεριστές πού κάθε χρόνο ἀπολάμβαναν τή δροσιά τῆς θάλασσας, ἀλλ᾿ οὔτε μιά φορά δέν εἶχαν ἐνδιαφερθεῖ γιά τό λουτρό τῆς ψυχῆς τους, γιά τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως. ῎Αρχισε τότε ἡ βαρειά τσάντα τῆς κ. Γεωργίας νά ἀδειάζει. ῎Εδινε στόν καθένα ὅ,τι ποθοῦσε ἡ καρδιά του. Ποιός θά τό φανταζόταν πώς κάτω ἀπό κεῖνες τίς θαλάσσιες ὀμπρέλες ἐπιτελοῦνταν μ᾿ αὐτόν τόν ταπεινό καί ἀθόρυβο τρόπο ὁ εὐαγγελισμός τῶν ψυχῶν;
    ῾Ο ἥλιος ἔγερνε στή δύση. Γεμάτη βιώματα ἡ κ. Γεωργία ἔσερνε τά βήματά της γιά τό σπίτι. Τό βράδυ ἕνα τηλεφώνημα τῆς ἔδωσε φτερά.
    - Εἶμαι μιά κυρία πού παραθερίζω στόν τόπο σας. Δέν μέ ξέρετε. ᾿Από μιά κοινή γνωστή μας πῆρα τό τηλέφωνό σας. ῾Η γειτόνισσά μου διάβαζε ἕνα βιβλιαράκι σχετικό μέ τήν ἐξομολόγηση, πού ἐσεῖς τῆς τό δώσατε. Θά μποροῦσα νά ἔχω κι ἐγώ ἕνα;
    Σάν ἔκλεισε τό τηλέφωνο, ἡ συνταξιοῦχος καθηγήτρια ἀνανέωσε τήν ἀπόφασή της· «ὅσο μέ κρατοῦν τά πόδια μου, δέν θά σταματήσω τήν εὐλογημένη αὐτή ἐξόρμηση».
Πέρασε καιρός. Μιά μέρα μέ σταματᾶ στό δρόμο μία κυρία.
    - Εἶστε ἡ κόρη τῆς κ. Γεωργίας;
    - Μάλιστα.
    - Νά ξέρατε τί χρωστῶ στή μητέρα σας! Τό καλοκαίρι περνοῦσα μεγάλη στενοχώρια. Κι ἦρθε αὐτός ὁ «ἄγγελος» τήν κατάλληλη ὥρα καί μοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο, πού πολύ μέ βοήθησε νά δῶ τό πρόβλημά μου μέ ἄλλα «μάτια», μέ τό φακό τῆς πίστεως. ᾿Απέραντα τήν εὐγνωμονῶ.
    ῞Ενα ὁλόκληρο καλοκαίρι ἁπλώνεται μπροστά μας. ῎Ω καί νά γινόταν τέτοιες ὄμορφες, χαριτωμένες σκηνές, πού εἶναι ἔκφραση πίστεως καί ἀγάπης καί εὐαρεστοῦν τόν Κύριο τ᾿ οὐρανοῦ, νά ξετυλιχτοῦν σέ πολλές γωνιές τῆς πατρίδας μας!

Μαρία Γούδα
Φιλόλογος-Θεολόγος