Ἕνα πολύτιμο κομπολόι
 Ἔχει μόλις κλείσει τό «χαρμόσυνον Πεντηκοστάριον», ὅπως ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν περίοδο τῶν 50 ἡμερῶν ἀπό τό Πάσχα ὥς τήν Πεντηκοστή, ὅπου ἐξάρχει ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίαση τῶν πιστῶν γιά τά λαμπρά δῶρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅπου χορεύει ἡ ἄνοιξη γύρω μας καί ζεσταίνονται οἱ καρδιές μέσα μας ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ Δημιουργοῦ καί Λυτρωτοῦ μας. Εἶναι ἴσως κατάλληλη ἡ ὥρα νά σταθοῦμε πίσω ἀπό τίς μεγάλες γιορτές τῆς πίστεώς μας πού πέρασαν καί νά κάνουμε ἕναν ἀπολογισμό· νά μετρήσουμε τόν πλοῦτο πού μᾶς ἄφησαν, νά ἐκτιμήσουμε τή χάρη πού μᾶς δίνουν, ὡς σύνολο πλέον, ὅλες μαζί, τό Πάθος, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη, ἡ Πεντηκοστή.
 Τό «τέλος» αὐτῶν τῶν θείων γεγονότων μέ τά ὁποῖα ὁ Θεός συνέδεσε τήν ἱστορία του μέ τήν ἱστορία μας, ὁ σκοπός πού ὑπηρετοῦν καί τό ἀποτέλεσμα πού φέρνουν εἶναι βέβαια ἡ σωτηρία μας, ἡ ἐλευθερία τῆς ψυχῆς μας ἀπό τήν ἐνοχή τῆς ἁμαρτίας, ἡ λύτρωση τοῦ σώματός μας ἀπό τή φθορά τοῦ θανάτου, ἡ δόξα μας ὡς αἰωνίων ὄντων. Ἀλλά τό θαυμαστό εἶναι ὅτι κανένα ἀπό τά θεῖα γεγονότα δέν ἐπιτελεῖ τή σωτηρία μόνο του καί ἀπομονωμένο ἀπό τά ἄλλα, ἀλλά ὅλα νοοῦνται μαζί, τό ἕνα συμπληρώνει τό ἄλλο καί τό ὕστερο ἀπορρέει ἀπό τό πρῶτο. Δέν θά μᾶς ἔσωζε μόνο τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέν ἀκολουθοῦσε ἡ Ἀνάσταση. Οὔτε θά ἤμασταν βέβαιοι γιά τήν ἰσχύ τῆς Ἀναστάσεως, ἄν δέν συνέβαινε ἡ Ἀνάληψη. Ἀλλά καί ἡ Ἀνάληψη δέν θά μᾶς ὠφελοῦσε, ἄν δέν ἐρχόταν πάνω μας τό Πνεῦμα τό ἅγιο μέ τήν Πεντηκοστή. Τό κάθε γεγονός γίνεται κρίκος ἱερός πού συνδέεται μέ τό ἅλλο σχηματίζοντας μία ἅγια ἁλυσίδα, ἀπ’ ὅπου κρέμεται ὁ θησαυρός πού λαχταρᾶμε. Εἶναι τό θεῖο μενταγιόν πού χαρίζει ὁ Κύριος στούς δικούς του μέ τό χέρι τῆς Ἐκκλησίας του.
 Στούς ὕμνους καί στά τροπάρια αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἀκοῦμε συχνά νά ἐπισημαίνεται καί νά προβάλλεται ἡ σχέση καί ὁ σύνδεσμος τῶν ἑορτῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἰδιαίτερα τῶν τριῶν πρώτων, Πάθους - Ἀναστάσεως - Ἀναλήψεως: «Ὕμνοις σου τήν σταύρωσιν, Χριστέ, καί τήν ἔγερσιν συμφώνως δοξάζομεν λαμπρῶς ἑορτάζοντες ἐπί τῇ ἀναλήψει τῇ σεπτῇ σου εἰς αἰῶνας», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Ἐξ ἄλλου, τή σχέση Ἀναλήψεως καί Πεντηκοστῆς ψάλλουμε ὅλοι μέ τό γνωστό Ἀπολυτίκιο· «Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, χαροποιήσας τούς μαθητάς τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Καί βέβαια οἱ ὑμνογράφοι στηρίζονται στίς διδαχές τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας γιά νά συνθέσουν τούς ὕμνους τους, καί τά βιώματα πού ἐκφράζουν εἶναι ἐμπειρίες καί βιώματα τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του θαυμάζει τή σοφία Κυρίου του, ὑμνεῖ μέ εὐγνωμοσύνη τή θεία οἰκονομία του καί τόν δοξάζει γιά τό ἔνδοξο σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ κόσμου· «Γηράσαντα, Κύριε, κόσμον πολλοῖς ἁμαρτήμασι καινίσας τῷ πάθει σου καί τῇ ἐγέρσει σου, ἀνελήλυθας ὀχούμενος νεφέλῃ πρός τά ἐπουράνια· δόξα τῇ δόξῃ σου».
 Εἶναι προφανές ὅτι πρό πάντων ἡ Ἀνάληψη παίρνει ἕνα ἰδιαίτερο χρῶμα μέσα στόν καμβά τῶν σωτηρίων γεγονότων πού γιορτάζουμε. Συνδυάζεται αὐτή μόνο μέ ὅλα τά ἄλλα καί μέ τό καθένα χωριστά, φαίνεται ὅτι ἡ παρουσία της εἶναι λειτουργική καί καθοριστική γιά τό σύνολο. Καί πράγματι. Ἄν προσέξουμε καί ἐμβαθύνουμε στή σημασία πού ἔχει τό ὅτι ὁ Χριστός μέ τό ἀναστημένο σῶμα του ἀναλήφθηκε κοντά στό Θεό Πατέρα, Θεός καί ἄνθρωπος τώρα πιά, θά ἀντιληφθοῦμε τό γιατί. Διότι ἡ Ἀνάληψη άποτελεῖ τήν ἐγγύηση γιά ὅλα τά κέρδη πού μᾶς παρέχουν τά ἄλλα γεγονότα. Παίρνει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού ἔπαθε γιά χάρη μας καί πού ἀναστήθηκε γιά τή δόξα μας καί τό ἀσφαλίζει κοντά στόν Θεό Πατέρα αἰώνια. Τό Πάθος καί ἡ Ἀνάσταση δέν χάνονται, ἀλλά κατατίθενται στήν τράπεζα τοῦ οὐρανοῦ. Ἔτσι ἐμεῖς ἐδῶ κάτω, σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔχουμε ἀντίκρυσμα γιά τήν πίστη μας, ὅτι θά ἀναστηθοῦμε καί θά θεωθοῦμε, ἐκεῖνο τό ἀνειλημμένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶναι, ὅπως θα λέγαμε μέ ἕνα σύγχρονο παράδειγμα, ἡ Ἀνάληψη τό save στό computer τοῦ Θεοῦ, ἡ λειτουργία πού διασώζει τίς ἄλλες λειτουργίες μέσα στόν ὑπολογιστή τῆς σωτηρίας μας. Αὐτή βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἀνάσταση εἶναι ὄντως γεγονός ἀμετάκλητο. Ὅπως, ἐξ ἄλλου, αὐτή ἀνοίγει τό δρόμο καί στόν Παράκλητο, πού ἔρχεται νά ἀναπληρώσει τή θέση τοῦ Διδασκάλου στή ζωή τῶν μαθητῶν, ἀλλά καί νά κρατήσει ζωντανή τήν ἐπαφή μαζί του.
 Πόση σοφία ἀλλά καί πόση ἀγάπη χρειαζόταν γιά ἕνα τέτοιο σχέδιο, μόνο ἕνας Θεός θά μποροῦσε νά τό δείξει. Ἐμεῖς εὐγνώμονα άπολαμβάνουμε τίς δωρεές του καί τόν δοξάζουμε. Δέν κατέβηκε μόνο σάν δοῦλος σκαλί-σκαλί τή σκάλα τῆς ταπεινώσεως, ἀπό Θεός νά γίνει ἄνθρωπος, ἀλλά ἀνέβηκε θριαμβευτής μέ ἅλματα τά ὕψη τῆς δόξας ὡς Θεάνθρωπος ἀνεβάζοντας μαζί του κι ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, πού μᾶς ἔκανε ἀδελφούς του. Μέσα στίς γιορτές τοῦ Πεντηκοσταρίου χαρήκαμε ὅλη αὐτή τή χάρη δεμένη σέ πολύτιμο κομπολόι. Ἡ χάρη ὅμως μένει, κι ὅσο πιό πολύ τήν βιώνουμε τόσο πιό πολύ μᾶς ἀνανεώνει. Ἔχουμε στά χέρια μας ἕναν πλοῦτο πού μπορεῖ νά γεμίσει τή ζωή μας μέ νόημα καί τήν ὕπαρξή μας μέ χαρά. Δέν μένει παρά νά τόν ἀξιοποιήσουμε.
Στέργιος Ν. Σάκκος