ΘΕΑΤΡΟ
Τα κλεφτόπουλα

Κορίτσι: Κορίτσια, τρέξτε γρήγορα! Εδώ είναι η Χάιδω.
Χάιδω: Καλημέρα, κορίτσια!
Κορίτσια: Θα 'ρθούνε τα Κλεφτόπουλα, Χάιδω, στο πανηγύρι; Για πες μας τι σας μήνυσε ο καπετάν ο Δήμος;
Χάιδω: Θα κατεβούν χαράματα εκεί πέρα στον κάμπο. Στο εξωκλήσι τ’ Αϊ- Λια θα 'ρθουν να προσκυνήσουν. Κι αν είναι όλα βολικά, στο γλέντι θα καθίσουν.
Κορίτσια: Μακάρι να μπορέσουνε κι εκείνα τα καημένα! Σκληρή η ζωή τους στα βουνά με ήλιο ή με χιόνι.
Χάιδω: Γι’ αυτό αξίζει, φίλες μου, και μεις τα παλικάρια που πολεμούν ακούραστα για την ελευθεριά μας ευθύς να τα συντρέξουμε με όλη την καρδιά μας.
Κορίτσια: Ζεστό ψωμί να βάλουμε κι άλλα πολλά καλούδια, να πάρουν τα Κλεφτόπουλα επάνω στο λημέρι.
Χάιδω: Μα πιο πολύ κι απ’ το ψωμί τους χρειάζονται φουσέκια. Κρυφά τα ετοιμάζαμε για τη μεγάλη ώρα.
Κορίτσια: Μα αν Τούρκους συναντήσουμε στο δρόμο καθώς πάμε;
Χάιδω: Θα πούμε πως πηγαίνουμε πέρα στο εξωκλήσι, πως φέρνουμε κεράσματα για όλους στο πανηγύρι. Ίσως εμάς τις πιο μικρές δε μας υποπτευθούνε πως κάτω απ’ το ζεστό ψωμί έχουμε και τις σφαίρες.
Κορίτσια: Κι αν ψάξουν τα ταγάρια μας και βρούνε τα φουσέκια;
Χάιδω: Δε λέω, υπάρχει κίνδυνος. Μα ανάγκη είναι να πάμε. Όποιας το λέει η καρδιά, μαζί μου ας ξεκινήσει.
Κορίτσια: Θα ‘ρθούμε όλες, Χάιδω! Η Παναγιά μαζί μας!

 (Καθώς προχωρούν τις συναντούν οι Τούρκοι)

Τούρκος: Πού πάτε, ωρέ γκιαούρισες, όλες μαζί αντάμα;
Κορίτσια: Καλή σας μέρα, αφέντες μας. Πάμε στο εξωκλήσι που ‘χει πανήγυρη τρανή για τον προφήτη Ηλία.
Τούρκος: Και τι έχετε στα ταγάρια σας κι είστ’ όλες φορτωμένες; Χάιδω: Πάμε ψωμί, λίγο φαϊ να φάν οι πανηγυριώτες. Μα αφού σας συναντήσαμε ελάτε και κοπιάστε να σας κεράσουμε κρασί κι από κοντά ζεστό ψωμί λίγο να ξαποστάστε.
Τούρκος: Βάι, μανούλα μου, κρασί! (παίρνουν το κρασί) Καλό το συναπάντημα που είχαμε μαζί σας. Άντε, περάστε όλες σας και προσοχή στο δρόμο.
Κορίτσια: Ευχαριστούμε, αφέντες μας, και στο καλό να πάτε.
 ( καθώς απομακρύνονται οι Τούρκοι)
Κορίτσια: Χάιδω, πώς φοβηθήκαμε! Σταμάτησε η καρδιά μας! Δε σκιάχτηκες ελόγου σου; Πού βρήκες τόσο θάρρος;
Χάιδω: Η αγάπη για την πατρίδα μας μου έδωσε κουράγιο. Κορίτσια: Και πού βρήκες το κρασί και τ’ άλλα τα καλούδια;
Χάιδω: Από βραδίς ετοίμασα ξεχωριστό ταγάρι μ’ ένα κρασί, φρέσκο ψωμί κι από κοντά καλό τυρί, Τούρκοι αν μας συναντούσαν. Κορίτσια: Περίφημη η σκέψη σου μας έσωσες, αδερφούλα.
Χάιδω: Μας φύλαξε ο Μεγαλοδύναμος, κορίτσια, δίχως άλλο. Λοιπόν, ας προχωρήσουμε, τα λόγια ας αφήσουμε προσμένουν τα παλικάρια.

(πηγαίνουν να πάρουν τα ταγάρια και ξεκινούν) ( χορεύουν τα κλεφτόπουλα)


Κορίτσια: Γεια και χαρά, Κλεφτόπουλα!
Κλεφτόπ.: Καλώς τα τά κορίτσια!
Κορίτσια: Ζεστό ψωμί σας φέραμε, μαζί και τα φουσέκια.
Κλεφτόπ.: Και δεν εφοβηθήκατε μήπως σας βρουν οι Τούρκοι;
Κορίτσια: Για της πατρίδας το καλό και την ελευθερία κίνδυνο δε φοβόμαστε ή όποια άλλη θυσία.
Κλεφτόπ.: Γεια σας, ωρέ λεβέντισσες! Με τέτοιες ηρωίδες δε θα αργήσει η λευτεριά στον τόπο μας να φτάσει.

( φεύγουν τα κορίτσια και μπαίνει ο γέρο Δήμος )

Γέρο-Δήμος: Γεια σας, ωρέ κλεφτόπουλα! Γεια σας, παλικάρια!
Κλεφτόπουλα: Καλώς τον καπετάνιο μας! Καλώς τον γέρο-Δήμο.
Γέρο-Δήμος: Είστε όλοι παλικάρια μου, γεροί και αντρειωμένοι;
Κλεφτόπουλα: Είμαστε, καπετάνιε μου, σαν τίγρεις, σαν λιοντάρια!
Γέρο-Δήμος: Και θέλετε τη λευτεριά πιότερο κι απ' τον ήλιο;
Κλεφτόπουλα: Κάλλιο μια μέρα λεύτεροι, παρά σαράντα σκλάβοι!
Γέρο-Δήμος: Και πώς θα τήνε πάρουμε, ορέ, τη λευτεριά μας;
Κλεφτόπουλα: Με την καρδιά τη φλογερή, τα κοφτερά σπαθιά μας!
Γέρο-Δήμος: Μα πάνω απ' όλα αυτά παιδιά είν' ο Θεός κοντά μας. Με του Σταυρού τη δύναμη, με τέτοια παλικάρια ελεύθερη θε να γενεί σε λίγο η Ελλάδα. Μα ..... τούτο το κλεφτόπουλο τι έχει και δε μιλάει;
Κλεφτόπουλα: Κάτι του καίει την καρδιά, μα δεν το μαρτυράει.
Γέρο-Δήμος: Τι έχεις, βρε κλεφτόπουλο κι είσαι βαλαντωμένο; Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μήν' αρρώστια σε βρήκε;
Κλεφτόπουλο: Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε αρρώστια με βρήκε. Μα έχω ένα παράπονο κι ένας καημός με τρώει.
Γέρο-Δήμος: Για πες το να τ' ακούσουμε και γιατρειά να βρούμε.
Κλεφτόπουλο: Όλα τα παλικάρια σου, επήρανε ντουφέκια και μόνο εγώ ξαρμάτωτος απόμεινα δω πέρα. Δεν είμ' εγώ Ελληνόπουλο, δεν είμαι παλικάρι; Και δε μπορώ να πολεμώ σαν άφοβο λιοντάρι;
Γέρο-Δήμος: Παιδί μου, μην πικραίνεσαι και μην κακοκαρδίζεις. Όσα ντουφέκια πήραμε, τόσα και μοιραστήκαν. Μ' αν είσαι άξιος και γερός, αν είσαι παλικάρι, έλα έτσι, με τη γκλίτσα σου, στον πόλεμο, στη μάχη. Κι όταν θα δεις να κάνουμε όλοι μαζί γιουρούσι, όρμα κι εσύ σαν σίφουνας κι όποιον θα ρίξεις κάτω, παρ' τα δικά του τ' άρματα και κάνε τα δικά σου.
Κλεφτόπουλο: Μάλιστα, καπετάνιε μου! Αυτό κιόλας θα κάμω!
Γέρο-Δήμος: Ε, τότε μην καθόμαστε. Πάμε όλοι για τη μάχη.
Κλεφτόπουλα: Πάμε, καπετάνιε!
Γέρο-Δήμος: Άιντε! Καλή τύχη!
Κλεφτόπουλα: Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία. Γι' αυτά τα δύο πολεμώ. Κι αν δεν τα αποκτήσω, τι μ' ωφελεί να ζήσω;