Ὁ ἱεροφάντης δάσκαλος
Εἶναι κάποιες μορφές πού, σάν σκύψεις νά τίς γνωρίσεις, ἔχουν τή δύναμη νά ξυπνήσουν συνειδήσεις ναρκωμένες, νά ταράξουν τῆς καθημερινῆς ρουτίνας τά θολωμένα λιμνάζοντα νερά καί νά σέ προσκαλέσουν σέ μιά οὐσιαστική ἀναθεώρηση τῶν σκοπῶν καί τῶν στόχων σου, ἀνοίγοντάς σου νέους, ἀληθινούς ὁρίζοντες καί θετικά πεδία δράσης.
Μές στή μεγάλη «Αὐθεντική σχολή» τοῦ Βουκουρεστίου, στά 1814, συναντοῦμε τόν ἀκάματο δάσκαλό της, τόν τρανό γιό τοῦ Παπαναστάση ἀπό τά Δολιανά τῆς Ἠπείρου, τόν Γεώργιο Γεννάδιο. Ἀναρωτιέσαι· Τί ἀπό τήν προσωπικότητα αὐτή τήν πολυμαθῆ, πολυμερῆ καί οὐρανομήκη νά σκιαγραφήσεις, ποιά φάση τῆς πολύβουης ζωῆς του νά ζωγραφίσεις;
Ὁ Γεώργιος! Ὁ κινητήριος μοχλός τῆς ἑλληνικῆς σχολῆς τῆς Ὀδησσοῦ, τοῦ Κεντρικοῦ Σχολείου τῆς Αἴγινας, τοῦ «Γυμνασίου» τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, ἔχοντας σέ ὅλες ἀποτυπώσει τή δική του σφραγίδα! Σέ κάθε του παράδοση μετάγγιζε τόν πύρινο ζῆλο του καί σμίλευε στόν νοῦ καί στήν καρδιά τῶν μαθητῶν του τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα «ὁ ἔκτακτος ἐκεῖνος καί σχεδόν μυθώδης διδάσκαλος, ὁ στρατιώτης, ὁ παιδαγωγός, ὁ ἥρωας, ὁ εὐεργέτης, ὁ πατήρ τῆς πατρίδος», κατά τή μαρτυρία ἑνός μαθητοῦ του.
Μά ἐγώ λαχταρῶ νά σταθῶ στήν πρώτη περίοδο τῆς διδασκαλικῆς του δράσεως, ἐκεῖ στή φημισμένη Σχολή τοῦ Βουκουρεστίου, πού κάθε φορά τήν ἀντίκρυζε ὡς «οἶκο Θεοῦ» μέ ἱεροφάντη τόν ἑαυτό του, καί ν' ἀφουγκραστῶ τό τελευταῖο του μάθημα.
22 Φεβρουαρίου 1821. Εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης διαβαίνει τόν Προῦθο, γιά νά ὑψώσει ἀργότερα τή σημαία τῆς ἐπαναστάσεως στό Ἰάσιο. Τότε καί ὁ Γεννάδιος κλείνει τά βιβλία του. Καί γίνεται ἡ ἕδρα του ἡ σάλπιγγα τῆς λευτεριᾶς· «Ἦλθεν ἡ ὥρα νά δείξετε πρός τόν κόσμον, ὅστις σᾶς κοιτάζει, καί πρός τήν πατρίδα, ἥτις ἐλπίζει ἀπό σᾶς, ὅτι εἶσθε γνήσια αὐτῆς τέκνα! Ἦλθε ἡ ὥρα νά δείξετε τήν εὐγνωμοσύνην σας πρός τήν πατρίδα, ἥτις σᾶς ἐγέννησε, καί νά προσφέρετε τήν ζωήν σας ὑπέρ αὐτῆς. Ἡ πατρίς, ἀφοῦ σᾶς εὐηργέτησε γεννήσασα ὑμᾶς Ἕλληνας, τώρα σᾶς παρέχει καί ἄλλην πολύ μεγαλυτέραν εὐεργεσίαν, νά πολεμήσετε καί νά ἀποθάνετε ὡς Ἕλληνες ὑπέρ αὐτῆς. Ἀφοῦ σᾶς ἔδωκε τήν ζωήν, τώρα σᾶς προτείνει τήν ἀθανασίαν. Πρόγονοι καί πατέρες τριῶν χιλιάδων ἐτῶν, ἥρωες, μάρτυρες, σοφοί, στρατηλάται, σᾶς κοιτάζουν ἀπό τόν οὐρανό διά νά ἰδοῦν ἄν θά φανῆτε ἄξιοι αὐτῶν καί τῆς πατρίδος. Τῶν Θερμοπυλῶν, τοῦ Μαραθῶνος, τῆς Σαλαμῖνος καί τῶν Πλαταιῶν αἱ ψυχαί σᾶς νεύουν καί σᾶς ἐνθαρρύνουν. Τοῦ Ἱεροῦ Λόχου τῶν Θηβῶν οἱ ἀδελφοί σας σᾶς φωνάζουν· Μή μᾶς ἀτιμάσετε! Μιμηθῆτε μας! Σᾶς περιμένομεν μέ ἀνοικτάς ἀγκάλας. Τεσσάρων αἰώνων Τουρκοκρατίας ἥρωες καί μάρτυρες, ἡ ἀθάνατη κλεφτουργιά, ἱεράρχαι, ἄρχοντες, προεστοί, διδάσκαλοι, ναυτικοί, σᾶς φωνάζουν· Μάχεσθε ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος! Τῶν παλαιῶν Ἀθηνῶν οἱ νέοι σᾶς προσκαλοῦν νά ὁρκισθῆτε τόν ὅρκον ἐκείνων. Γονατίσατε καί ὁρκισθῆτε!».
Σείεται ἡ αἴθουσα ἀπό τόν ἀρχαῖο ὅρκο· «Οὐ καταισχυνῶ ὅπλα τά ἱερά...». Ὡς ἄλλος Τυρταῖος τούς κράζει· «Παιδιά τῆς πατρίδος, φανῆτε ἄξιοι τῶν πατέρων σας. Ἔφθασεν ἡ στιγμή. Σᾶς παρακαλεῖ ἡ πατρίς νά τήν ἐλευθερώσετε καί νά ἀπαθανατισθῆτε!». Μέ μάτια δακρυσμένα κατεβαίνει ἀπό τό βῆμα, ἕναν-ἕναν τούς ἀγκαλιάζει καί τούς ἀσπάζεται. Μέ μιᾶς ἡ Σχολή βουβάθηκε, σημαδεύτηκε ὅμως γιά πάντα ἀπό τήν ἱστορική ἐκείνη μέρα πού ὁ δάσκαλός της ἔδωσε τό «παρών» στό στρατό τοῦ Ὑψηλάντη καί οἱ μαθητές της κατατάχθηκαν στόν «Ἱερό Λόχο».
Ποιός νά τοῦ τό 'λεγε πώς σέ λίγο οἱ γενναῖοι Ἱερολοχίτες του, οἱ προσφιλεῖς του μαθητές, θά ἀποτελοῦσαν τούς πρώτους ἥρωες τοῦ εἰκοσιένα, τά πρῶτα ὁλοκαυτώματα τῆς θυσίας στό Δραγατσάνι! Κι εἶναι ἀλήθεια· θρήνησες γοερά τά παιδιά σου, ἱεροφάντη δάσκαλε! Ποιά ὅμως ἄλλη σχολή σάν τήν δική σου πραγμάτωσε στόχους ὑψηλούς κι ὑπέρτατες ἀποστολές;
Τόν μήνα Νοέμβριο, πού ζωντανεύεται ἰδιαίτερα ἡ μνήμη σου (12 Νοεμβρίου 1854 ), σέ τούτους τούς καιρούς, πού ὅσο ποτέ τά μεγάλα καί θαυμαστά ἰσοπεδώνονται καί ποδοπατοῦνται, καί τήν κλίμακα τῶν ἀξιῶν καταλαμβάνουν ἀνούσιες, κενές, φθαρτές ἰδέες, αἰσθανόμαστε ὅσο ποτέ τήν ἀνάγκη νά ἠχήσουν μέσα μας τά δικά σου σαλπίσματα, μεγάλε δάσκαλε τοῦ Γένους μας!
Ἑλληνίς