|
|
| | | |
| |
Ἀναζητώντας στέγη
Ἀναζητᾶς κάτι; Σέ βλέπω τόση ὥρα μέσα στό κάμα νά περπατᾶς. Κοντοστέκεσαι; Μά ἐσύ φαίνεσαι ἕτοιμος νά προχωρήσεις γρήγορα, νά τρέξεις νά προλάβεις, νά φτάσεις τούς στόχους, πού μόλις ξεπρόβαλαν μπροστά σου μέ τήν ἐπιτυχία σέ κάποια σχολή τῶν Α.Ε.Ι. ἤ τῶν Τ.Ε.Ι. Γιατί σταματᾶς μπροστά στίς πόρτες; Εἶναι κλειστές; Τό ὄνειρό σου πού ἔγινε πραγματικότητα τίς θέλει ὀρθάνοιχτες, γιά νά ὁδηγηθεῖς εὔκολα στήν εὐτυχία, πού ἤδη στά χέρια σου κρατᾶς. Τί μελετᾶς προσηλωμένος; Τό ἀναρτημένο «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ»; Ἀναρωτιέμαι... ἐσύ μόλις χθές ἔκλεισες τά βιβλία σου ἀποχαιρετώντας τή δέσμευση τῆς προσηλωμένης μελέτης. Φοιτητής... τέρμα οἱ κόποι! Κι ὁ κόπος σου σήμερα; Τέρμα οἱ ἀγωνίες! Καί ἡ ἐναγώνια ἀναζήτηση τοῦ σήμερα; Φοιτητής! Στήν παλάμη σου πιάνεις τά «συγχαρητήρια», πού ἠλεκτρίζουν τήν καρδιά σου γιά τό αὔριο. Κι εἶσαι ἕτοιμος νά τολμήσεις τά πάντα. Μά τί βλέπω; Διστάζεις; Δειλιάζεις ἀναζητώντας στέγη πίσω ἀπό ἕνα «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ»; Διαβάζεις: «...τετραγωνικά μέτρα, ὄροφος..., θέρμανση..., τιμή... ». Δέν σοῦ ἀρκοῦν; Τί νά ψάχνεις πίσω ἀπ᾿ αὐτά; Στέγη! Θά ᾿θελες κάτω ἀπ᾿ τό «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» νά ἔγραφε: «συμπαράσταση, κατανόηση, συνεργασία, ἀγάπη, συμμετοχή». Στή στέγη τοῦ σπιτιοῦ σου -μόλις τώρα τό καταλαβαίνεις- δέν τά πλήρωνες ὅλ᾿ αὐτά! Κι ὅμως ἐκεῖ ὀφείλεις τήν ἁπλωσιά καί τή ζεστασιά, πού σέ ἀγκάλιαζε ἀπό μικρό παιδί. Ἐσύ ἔχεις πιά συνυφάνει τήν ἐπιτυχία μέ τήν ἀνέστια ἐλευθερία... Ἔχεις συνταιριάξει τή φοιτητική ζωή μέ τή δίχως ὅρια ἀνεξαρτησία... Ἔχεις διαβεῖ τό κατώφλι τῶν δεκαοκτώ καί πρωτολαχταρᾶς νά διαβεῖς τό κατώφλι μιᾶς στέγης μέ τήν ἀποκλειστική σου κυριαρχία. Ἑλκυστικός πού σοῦ φαίνεται αὐτός ὁ καινούργιος τρόπος ζωῆς! Ξέρεις... πρίν χρόνια περπάτησα κι ἐγώ τά ἴδια μονοπάτια μέ σένα, ἀναζητώντας στέγη. Τελικά τώρα πού σέ βλέπω, μοῦ θυμίζεις τόν ἑαυτό μου. Ἡ γειτονιά μου ἐπέλεξα τότε νά ἔχει συχνά συναπαντήματα μέ τούς... «ἐλεύθερους» τοῦ εἴδους μου. Τά σοκάκια της τά περπάτησα σέ ὧρες περασμένες μαζί μέ τούς... «πετυχημένους». Τούς φιλοξένησα στή «στέγη» μου, φιλοξενήθηκα στή «στέγη» τους. Ἡδονή καί ὀδύνη συναντημένα πάντα ἐκεῖ πού τό φῶς εἶναι λίγο καί τό σκοτάδι περισσεύει -δέν ἦταν γιατί στίς ἐνοικιασμένες μας στέγες δέν εἴχαμε πληρώσει τή Δ.Ε.Η... Ὅμως θά σοῦ πῶ καί κάτι ἄλλο· τώρα πιά ἔχω βρεῖ στέγη. Τί κρίμα πού αὐτή δέν εἶχε ἀναρτημένο «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ», γιά νά προσηλωθῶ στή μελέτη του! Βλέπεις, αὐτή τή στέγη δέν τήν πληρώνεις... Σοῦ τήν πληρώνει ὁ Νοικοκύρης... Γίνεται τό σπίτι σου! Χρειάστηκαν χρόνια γιά νά ᾿ρθει κάποια ὥρα πού τό φῶς διέλυσε τό σκοτάδι... Ἦταν ἡ ὥρα πού ἔφτασαν ἀπόηχοι ἐλπίδας μέσ᾿ ἀπ᾿ τά πάντοτε κλειστά παντζούρια μου· ἦταν οἱ ἦχοι τῆς καμπάνας τοῦ γειτονικοῦ ναοῦ. Ἔκανε εἰσβολή ἡ χαρά μέσα στή στέγη μου καί πῆρα νά ὁδηγῶ τά βήματά μου στήν Ἀληθινή Στέγη· στή Στέγη πού ἔχει τόν τόπο Του ὁ Ἐσταυρωμένος, πού δέν προδίδει ποτέ τήν Ἀγάπη. Ἀναζητώντας στέγη ἀξιοποίησε, σέ παρακαλῶ, τή μικρή, πικρή μου ἐμπειρία.
Ἕνας φίλος
| |
| | | |
|