«Φιλοκαλοῦμεν μετ' εὐτελείας»
Κάθε ἀπόπειρα μετάφρασης εἶναι ἀνήμπορη νά αἰχμαλωτίσει ὁλάκερη τήν ὀμορφιά πού κλείνει μέσα του ἕνα τραγούδι μέ τρεῖς λέξεις· «φιλοκαλοῦμεν μετ᾿ εὐτελείας» (Θουκυδίδου, Περικλέους ᾿Επιτάφιος, 40). Γυρεύουμε τήν ὀμορφιά πού ᾿ναι κρυμμένη στήν ἁπλότητα.
Πίσω ἀπό τό μελωδικό κελάρυσμα τῆς πρότασης ἀκοῦμε τήν περήφανη φωνή τοῦ Περικλῆ νά ζωγραφίζει μπρός στά μάτια μας τό θαῦμα τῶν πολιτισμῶν τοῦ κόσμου· τή δημοκρατική ᾿Αθήνα του, ἕνα ἰδανικό ψηφιδωτό ζωῆς καί τέχνης μέσα στίς ἀγκαλιές τῆς ὀμορφιᾶς.
«᾿Εμεῖς οἱ ᾿Αθηναῖοι» -ἀφουγκραζόμαστε τόν Περικλῆ πίσω ἀπό τό ρωμαλέο ρῆμα του- «παιδιά τῆς ᾿Ερεχθείδας γῆς, παιδιά τῆς ὀμορφιᾶς. Δέν μᾶς ἀρέσουν τά πολλά. Τά πλούτια τοῦ Λυδοῦ, πού τά ᾿δειχνε μέ καυχησιά στόν Σόλωνά μας, τά ᾿παμε ὕβρη μές στίς τραγωδίες μας. ᾿Εμᾶς μᾶς φτάνει ὅ,τι μᾶς χάρισε ὁ οὐρανός κι ἡ γῆ μας. Τόν ἥλιο μας τόν πλέκουμε τραγούδια στούς χορούς· τή γῆ τήν πλάθουμε ζωγραφιστό ποτήρι μές στά χέρια μας. Στίς πέτρες μας λαξεύουμε τά παραμύθια μας· κι ἡ μουσική μας ἀχολόγημα ἀπό τό κλειδωμένο βότσαλο πού κουβαλᾶ στά σπλάχνα του τή θάλασσα. Δέν μᾶς ἀρέσουν τά πολλά. Γυρεύουμε τήν ὀμορφιά πού ξεπηδᾶ λιτή κι ἀπέριττη ἀπό τά λίγα ἤ τά πολύτιμα τῆς γῆς, μά ἀπό ἀκέρια πάντα τήν ψυχή μας· γιατί ἐκεῖ ἐμεῖς ἀναμετροῦμε τό "ἔχει" μας. Κι οἱ ποιητές μας κι οἱ φιλόσοφοι ὄμορφη μέ τίς λέξεις τους πασχίζουν νά σμιλέψουν τήν ψυχή μας. ᾿Εμεῖς οἱ ᾿Αθηναῖοι, τά παιδιά τῆς ἑλληνίδας γῆς, παιδιά τῆς ὀμορφιᾶς... φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ᾿ εὐτελείας».
Γίνηκε τούτη ἡ φράση ἐπιγραφή, γιά νά σφραγίσει ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπό τήν ψυχωμένη ὀμορφιά ἐκείνου τοῦ πολιτισμοῦ, τόσο παράταιρη στόν ἀφιλόκαλό μας κόσμο. ᾿Εμεῖς ζητοῦμε τά πολλά. Τά πλούτια τοῦ Λυδοῦ τά ᾿παμε εὐτυχία μας· καί ζητιανεύουμε ὀμορφιά μέσα στ᾿ ἀνώφελα φτιασίδια μας· αὐτά πού κρύβουν τρομαγμένα χνάρια φθορᾶς ἀπάνω στό κορμί, αὐτά πού καταπίνουν ρυτίδες ἐνοχῆς κι αὐλάκια δάκρυα· κι αὐτά πού θά γενοῦν στολίδια σπάταλα νά πλημυρίσουνε τόν κόσμο μας, γιά νά ὑποδεχτεῖ ᾿Εκεῖνον πού ἀνακλίθηκε σέ μιά ἀχυρένια φάτνη....
Σέ λίγο θά γιορτάσουμε Χριστούγεννα. Θά ράνουμε μέ φῶς τούς δρόμους μας. Σάν στερημένη ἡ ψυχή θά νείρεται ν᾿ ἀγγίξει ὀμορφιά μές στά νευρόσπαστα λαμπιόνια μας, πού κάποτε ἀνταμώνουν ἀκαλαίσθητα τά πιό ἀσυνταίριαστά τους χρώματα· δεῖγμα ὅτι ἡ ψυχή ξεσπᾶ ἀνερμάτιστα τήν πεινασμένη της λαχτάρα γιά ὀμορφιά.
Κι ἡ τέχνη μας, τόση καί τέτοια πού γλιστρᾶ στήν κάθε μέρα μας καί πού θά συνοδέψει πάλι τίς γιορτές μας... ᾿Εμᾶς δέν μᾶς ἀρκοῦν, γιά νά καλλιτεχνήσουμε, ὅσα μᾶς χάρισε ὁ οὐρανός κι ἡ γῆ μας. Τή μουσική μας τή χαράσσουμε ψηφιακά ἐπάνω στά CDs. Τίς λέξεις μας τίς γράφουμε στά πληκτρολόγια. Χιλιάδες φῶτα συνοδεύουν τούς χορούς μας. Μά ὅ,τι συνήθως φτιάχνουμε φαντάζει ἀνήμπορο νά μεταλάβει ὀμορφιά ἀπό τίς δροσερές ἀνάβρες τῆς φυλῆς μας· γιατί κι ἀπό τή σμίλη μας πηδοῦν συχνά μορφές θολές, μέ περιγράμματα σκληρά, σάν ἀνελέητες κραυγές στό μάρμαρο. Κι ἡ μουσική μας οὐρλιαχτό κραυγάζει ἀγριότητα. Κι οἱ λέξεις στό τραγούδι μας ρηχές, γυμνές ἀπό τή μουσική τῆς γλώσσας μας, σάν δέντρο ξεραμένο ἀπ᾿ τούς χυμούς του. Κι ὁ χορός σπασμωδικός κάτω ἀπό τ᾿ ἀνακατωμένα φῶτα μας, νευρωτικός σάν τήν κομματιασμένη μας ψυχή.
῎Ερχεται στό μυαλό ἡ ἱκεσία τοῦ Σεφέρη·
«Δέ θέλω τίποτε ἄλλο παρά νά μιλήσω ἁπλά, νά μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί... καί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε ἀπό τά μαλάματα τό πρόσωπό της...» (῞Ενας γέροντας στήν ᾿Ακροποταμιά· ῾Ημερολόγιο καταστρώματος Β´).
Πεινάσανε τά δάχτυλα τοῦ ποιητῆ νά ψηλαφήσουν ὀμορφιά κάτω ἀπό τά ψιμύθια. Σάν εἴπαμε ἐμεῖς νά τά πετάξουμε, γιά νά ἀγγίξουμε ἁπλότητα, γλιστρήσαμε στό ἀπόλυτα χυδαῖο κι ἀκατέργαστο, γιατί δέν βρήκαμε ὀμορφιά κάτω ἀπό τά ψιμύθια· μονάχα ἕνα κενό ἐκεῖ πού ἦταν κάποτε ἡ ψυχή μας· ἄδεια τώρα κι ἀνέστια· καί ὀμορφιά δίχως ψυχή πῶς νά ὑπάρξει;
Κι ὅμως ἀποζητοῦμε τό «ὡραῖο», γιατί γι᾿ αὐτό πλαστήκαμε. Κοιτάζουμε ἐκστατικά κείνη τήν ὀμορφιά πού ἔγλυφε πάνω στήν πέτρα τήν ἀστόλιστη ἀκόμα καί τίς φλέβες τοῦ κορμιοῦ· πού ἔγραφε σ᾿ ἕνα ἁπλό κομμάτι πάπυρο μιά «᾿Αντιγόνη» καί μιά «Μήδεια». Ποῦ βρῆκαν τάχα ἐκεῖνοι τόση καί τέτοια ὀμορφιά στά ἔργα τους;
῎Ισως γιατί γυρεύαν μέ τήν τέχνη τους ν᾿ ἀγγίξουνε τήν ἀνεξάντλητη πηγή τῆς ὀμορφιᾶς. ῞Οταν λαξεύανε τό μάρμαρο, γιά νά τιμήσουν τούς θεούς τους, ζητούσανε νά ψηλαφήσουνε τόν «ἄγνωστο θεό». Κι ᾿Εκεῖνος συγκατένευε ν᾿ ἀντιφεγγίζει ἡ ὀμορφιά Του ἀχνά, προφητικά μές στήν ψυχή τῆς ᾿Αντιγόνης καί τοῦ Προμηθέα τους, ἀπάνω στήν ἀστραφτερή λευκότητα τῆς πέτρας τους, φιλοκαλώντας ὁ αἰώνιος Θεός, καθώς τό ᾿χει συνήθεια Του, πάντοτε μέσα στήν ἁπλότητα....
᾿Εμεῖς .... πῶς ν᾿ ἀγκαλιάσουμε ὀμορφιά πίσω ἀπό τά πολυτελῆ φτιασίδια μας, ὅταν περιφρονοῦμε τήν ἀπόλυτη ᾿Ομορφιά, πού ἀρέσκεται ν᾿ ἀποκαλύπτεται στήν ἄρρητη πτωχεία τοῦ σταυροῦ καί στήν ἐξευτελιστική ἁπλότητα μιᾶς ἀχυρένιας φάτνης...
῎Ας ἤτανε νά γονατίσουμε ξανά μπροστά σ᾿ Αὐτόν, πού «φιλοκάλησε μετ᾿ εὐτελείας» μές στή φάτνη Του. Νά ἀποθέσουμε τούς θησαυρούς μας ἀπάνω στ᾿ ἀχυρένιο λίκνο Του, ἀγαπητικά νά Τόν ζεστάνουμε στίς ἄχρηστες πορφύρες μας, γιά νά φιλοκαλήσουν οἱ ψυχές μας ἀγάπη καί ταπείνωση. Κι ἡ τέχνη μας νά κοινωνήσει στό τραγούδι τῶν ἀγγέλων Του, στήν ὀμορφιά πού ἔγραψε ὁ ἴδιος ὁ Οὐρανός, γιά νά ἠρεμήσουνε στή μουσική του τά τραγούδια μας, κι οἱ λέξεις μας νά βαφτιστοῦν στή θεία ἁπλότητα τοῦ εἰρηνοφόρου ὕμνου.
Θά ξαναπάρουμε τότε στά χείλη μας, παιδιά ἐμεῖς τῆς θαλερῆς γενιᾶς τοῦ Περικλῆ, τό ὑπέροχο τραγούδι του συμπληρωμένο ἀπ᾿ τή σοφία τοῦ Οὐρανοῦ· «Φιλοκαλοῦμε μέ ἁπλότητα. Φιλοκαλοῦμε μέ Θεό».
Μαρία Παστουρματζῆ
Φιλόλογος