Διήγημα
«Καί ἐπί γῆς εἰρήνη»
 
῾Ο Μανώλης τράβηξε τήν κουρτίνα τοῦ παραθύρου του καί εἶδε μέ ἱκανοποίηση ὅτι ὁ καιρός τό γύρισε σέ χιόνι. ῞Ολη τή μέρα ἔβρεχε, μά μέσα στή βροχή ἔβλεπε μερικές νιφάδες πού πάλευαν νά ἐπικρατήσουν. Κι ἐπιτέλους τά κατάφεραν! ῎Αρχισε ἤδη νά τό στρώνει.
Τοῦ ἦρθε στή σκέψη τό χωριό. Εἶχαν νά πᾶνε ἐκεῖ γιά Χριστούγεννα τρία χρόνια καί ἀκριβῶς τόσα χρόνια εἶχε νά δεῖ τούς θείους καί τά ξαδέλφια του. ῏Ηταν πολύ ὄμορφα στό χωριό ὅταν χιόνιζε, μά ἀπό τότε πού εἶχαν οἱ μεγάλοι ἐκείνη τήν ἀνόητη παρεξήγηση, δέν ξαναπάτησαν ἐκεῖ οὔτε Χριστούγεννα οὔτε καλοκαίρι. Οὔτε πού θυμόταν καλά-καλά πῶς ἄρχισε ἡ παρεξήγηση. Θυμᾶται ὅτι ὁ μπαμπάς του ἀστειεύθηκε λέγοντας πώς οἱ λαχανοσαρμάδες τῆς θείας ἦταν καλοί, ὅμως ὄχι σάν τῆς γυναίκας του. Θυμᾶται ὅτι ἡ θεία ἡ Σμαρώ κατέβασε τά μοῦτρα της καί δέν τά ξανανέβασε ὅλη τή μέρα. Τή δεύτερη μέρα τῶν Χριστουγέννων ἡ θεία πεισμωμένη δέν μαγείρεψε τίποτε κι ὁ ἀδελφός της, ὁ πατέρας του δηλαδή, θύμωσε, τούς πῆρε ὅλους κι ἔφυγε κι ὁρκίστηκε νά μήν ξαναπατήσει στό χωριό.
- Κοίτα, φίλε μου, τί μᾶς κάνανε οἱ λαχανοσαρμάδες! εἶπε δυνατά.
- Μανώλη, τί ἔπαθες; Παραμιλᾶς;
῾Η ἀδελφή του ἡ Χρυσούλα, πού μπῆκε ἐκείνη τήν ὥρα στό δωμάτιο, τόν κοίταζε κοροϊδευτικά.
- ῎Οχι, Χρύσα μου, δέν παραμιλάω. ῞Ομως ἔλα νά δεῖς· τό ἔστρωσε κιόλας. Φαντάζεσαι τί ὄμορφα πού θά εἶναι τώρα στό χωριό!
- Κατάλαβα, εἶπε βγάζοντας ἕναν βαθύ ἀναστεναγμό ἡ Χρυσούλα. ῎Ισως γι᾿ αὐτό νά μή μ᾿ ἀρέσουν καί οἱ λαχανοσαρμάδες.
῎Εφυγε ἡ Χρυσούλα κι ἔμεινε μόνος καί πάλι ὁ Μανώλης μπροστά στό χιονισμένο τοπίο.
«Κάτι πρέπει νά γίνει, σκέφτηκε. Τί στό καλό; ῾Ο μπαμπάς μέ τή θεία εἶναι ἀδέλφια· δέν μπορεῖ νά μήν ἀγαπιοῦνται, νά μήν πεθύμησε τόσα χρόνια ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ναί, κάτι πρέπει νά γίνει. Τί ὅμως;»
῾Ο μπαμπάς του -τό ἤξερε καλά ὁ Μανώλης- ποτέ δέν ὑποχωροῦσε πρῶτος. Εὔκολα ἔκανε τό δεύτερο βῆμα σέ μιά συμφιλίωση, ποτέ ὅμως τό πρῶτο. ῾Η μαμά ὅμως ἦταν πιό ἁπλός ἄνθρωπος, πιό ταπεινός. Κι ὁ ἴδιος ἦταν πιά δεκάξι χρονῶν καί μποροῦσε νά τό καταλάβει πολύ καλά αὐτό. Θά συνεργαζόταν, λοιπόν, μέ τή μαμά.
Τή βρῆκε ὅπως ἦταν φυσικό στήν κουζίνα. Τά εἶπαν μάνα καί γιός καί ὕστερα κατάστρωσαν τό σχέδιό τους. Τό βράδυ στό τραπέζι ὁ Μανώλης κοίταξε ἱκετευτικά τόν πατέρα του κι ὕστερα τοῦ μίλησε ὅσο πιό ἤρεμα μποροῦσε·
- Πατέρα, θέλω νά σοῦ ζητήσω μιά χάρη.
᾿Εκεῖνος σταμάτησε νά τρώει καί κοίταξε τό γιό του ξαφνιασμένος.
- Θέλω νά μοῦ δώσεις ἄδεια, αὔριο πού κλείνουν τά σχολεῖα, νά πάω στό χωριό καί νά κάνω ἐκεῖ Χριστούγεννα.
- Θέλεις νά κάνεις Χριστούγεννα μακριά ἀπό τήν οἰκογένειά σου; τόν ρώτησε ταραγμένος ἐκεῖνος.
- Πατέρα, θεωρῶ γελοία τήν ἀφορμή τῆς παρεξήγησής σου μέ τή θεία Σμαρώ καί ἀφοῦ ἐσύ χωρίς σπουδαῖο λόγο δέν θές νά πᾶς, νομίζω πώς ἔχω τό δικαίωμα ἐγώ νά πάω νά γιορτάσω μαζί μέ τούς θείους καί τά ξαδέλφια μου.
- ᾿Αφοῦ τό θέλεις πήγαινε, ἀπάντησε ὁ πατέρας του, καί τά λόγια του -παράξενο- δέν φαίνονταν νά βγαίνουν ἀπό θιγμένο ἄνθρωπο.
Τήν ἄλλη μέρα χαιρέτησε τούς δικούς του ὁ Μανώλης κι ἔφυγε μέ τό τραῖνο γιά τό χωριό.
- Κανονικά ἔπρεπε ὅλοι νά πᾶμε, τούς εἶπε φιλώντας τους. Καί μήν ξεχνᾶς, μπαμπά, ἐσύ κάποτε μοῦ εἶπες πώς Χριστούγεννα σημαίνει εἰρήνη καί ὅτι εἰρήνη σημαίνει συμφιλίωση.
Δέν εἶπε τίποτε ὁ κύρ ᾿Αλέκος, ὅμως στό βάθος του ζήλεψε τό παιδί του, γιατί καί κεῖνος περισσότερο ἀπό ὁτιδήποτε ἐπιθυμοῦσε ν᾿ ἀνέβει στό τραῖνο καί νά πάει στό χωριό.
Τό βράδυ ἀργά κτύπησε τό τηλέφωνο. ῾Ο κύρ ᾿Αλέκος τό σήκωσε ἀνήσυχος.
- ᾿Αλέκο μου, ἡ Σμαρώ εἶμαι· τό παιδί ἔφτασε καλά. Σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ πού μέ συγχώρησες. ῾Ο Μανώλης μοῦ εἶπε πώς θά ᾿ρθεῖτε καί σεῖς αὔριο καί κλαίω, ᾿Αλέκο μου, ἀπό τή χαρά μου. ῎Ημουν ἀνόητη, ᾿Αλέκο μου, τ᾿ ἀκοῦς; ᾿Ανόητη.
- Σᾶς εἶπε ὁ Μανώλης ὅτι αὔριο θά ᾿ρθοῦμε καί μεῖς; ρώτησε ὁ κύρ ᾿Αλέκος συγκινημένος μ᾿ ὅλα αὐτά πού ἄκουγε.
- Ναί μᾶς τό ᾿πε καί πῆρα νά σᾶς πῶ νά ᾿ρθεῖτε μέ τό τραῖνο, γιατί στό χωριό ἔχουμε ἕνα μέτρο χιόνι. Καί ... καί κάτι ἄλλο, ᾿Αλέκο μου. Πές στή γυναίκα σου, ἄν μπορεῖ, ἄς φτιάξει καί κάμποσους λαχανοσαρμάδες, πού τούς φτιάχνει τόσο νόστιμους, καί νά τούς φέρει μαζί της. ᾿Εγώ ἔχω τρία χρόνια νά τούς μαγειρέψω καί φοβᾶμαι πώς δέν θά τούς πετύχω. Καλή ἀντάμωση, ἀδελφέ μου. Μέ τό καλό νά ᾿ρθεῖτε!
῎Εκλεισε τό τηλέφωνο ὁ κύρ ᾿Αλέκος καί γύρισε δακρυσμένος πρός τή γυναίκα του.
- Μιά χαρά μᾶς τήν κατάφερε ὁ μικρός, τῆς εἶπε. Αὔριο πρωί-πρωί πρέπει νά φτιάξεις λαχανοσαρμάδες.
- ῎Εχεις τρία χρόνια νά μοῦ τό ζητήσεις αὐτό. Σοῦ ὑπόσχομαι πώς θά εἶναι οἱ νοστιμότεροι λαχανοσαρμάδες πού ἔφαγες ποτέ, τοῦ εἶπε ἐκείνη κι ἡ σκέψη της ἔτρεξε μακριά στό χωριό στό γιό της τόν Μανώλη.
Μέσα στήν καρδιά της ξεχώρισε καθαρά τή φωνή του. Ναί! ᾿Ανάμεσα στίς φωνές τίς ἀγγελικές ἄκουγε καί τή φωνή τοῦ Μανώλη της· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη».
Κι ἡ καρδιά της πῆρε νά κτυπᾶ χαρμόσυνα· «καί ἐπί γῆς εἰρήνη», «καί ἐπί γῆς εἰρήνη»... ᾿Επιτέλους ὕστερα ἀπό τρία ὁλόκληρα χρόνια θά γιόρταζαν ἀληθινά Χριστούγεννα!
 
῾Ελένη Βασιλείου