|
|
| | | |
| |
 Ἠλεκτρισμένο ἀπομεσήμερο ὅταν οἱ δυό, ὁ Κλεόπας κι ἕνας... ἄλλος, κινήσαμε νά πᾶμε στό χωριό μου ἀναζητώντας λίγη εἰρήνη ἀπ᾿ τόν ἀχό τῆς φήμης. Βαρειά ἡ ψυχή μας σά μολύβι κι οἱ σκέψεις μας κουβάρι μπερδεμένο. Μαγεία ἡ ἄνοιξη στή διαδρομή, χρώματα φωτεινά κι ἀνάσες ἀρωμάτων, μά ἐμεῖς βαδίζαμε τυφλοί στήν τόσην ὀμορφιά. Κι αφνης ὁ Ξένος στό πλευρό μας μέ λευκό χιτώνα, τά μάτια του νά λάμπουνε στή δύση καί μιά φωνή σά γνώριμη μέ ἀντίλαλους κρυφούς. Μυστήριο ἀξεδιάλυτο τά λόγια του: κεῖ πού μᾶς μάλωνε, κεῖ μᾶς παρηγοροῦσε κι ἄναβε ἐντός μας μιά φωτιά παράξενη. Τόλμησα κι ἄρθρωσα δυό φράσεις στό σούρουπο πού πύκνωσε γοργά: - Μεῖνε μαζί μας· πῆρε νά βραδιάζει. Ἕνα καρβέλι, κόκκινο κρασί στήν κούπα καί στό τραπέζι, Θεέ μου, ἡ Ἀποκάλυψη! Φτερά στά πόδια μας γιά τήν Ἰερουσαλήμ. Τό μήνυμα νά φέρουμε, τό μήνυμα...
Ἰ. Ἀ. Νικολαΐδης
| |
| | | |
|