Ἐμμαούς

Ἠλεκτρισμένο ἀπομεσήμερο
 ὅταν οἱ δυό,
ὁ Κλεόπας κι ἕνας... ἄλλος,
κινήσαμε νά πᾶμε στό χωριό μου
ἀναζητώντας λίγη εἰρήνη
ἀπ᾿ τόν ἀχό τῆς φήμης.
Βαρειά ἡ ψυχή μας σά μολύβι
κι οἱ σκέψεις μας κουβάρι μπερδεμένο.
 Μαγεία ἡ ἄνοιξη στή διαδρομή,
χρώματα φωτεινά κι ἀνάσες ἀρωμάτων,
 μά ἐμεῖς βαδίζαμε τυφλοί στήν τόσην ὀμορφιά.
Κι αφνης ὁ Ξένος στό πλευρό μας μέ λευκό χιτώνα,
τά μάτια του νά λάμπουνε στή δύση
καί μιά φωνή σά γνώριμη μέ ἀντίλαλους κρυφούς.
Μυστήριο ἀξεδιάλυτο τά λόγια του:
κεῖ πού μᾶς μάλωνε, κεῖ μᾶς παρηγοροῦσε
κι ἄναβε ἐντός μας μιά φωτιά παράξενη.
Τόλμησα κι ἄρθρωσα δυό φράσεις
στό σούρουπο πού πύκνωσε γοργά:
 - Μεῖνε μαζί μας· πῆρε νά βραδιάζει.
 Ἕνα καρβέλι, κόκκινο κρασί στήν κούπα καί στό τραπέζι,
Θεέ μου, ἡ Ἀποκάλυψη!
Φτερά στά πόδια μας γιά τήν Ἰερουσαλήμ.
Τό μήνυμα νά φέρουμε, τό μήνυμα...

Ἰ. Ἀ. Νικολαΐδης