Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς;
Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς απ' τη βαθειά σιγή σου;
Σήκω και σήμερα ξανά με τη τρανή φωνή σου,
φώναξε, βροντοφώναξε, στα πέρατα να φθάσει,
να μάθει τούτη η γενιά, που πνίγεται στο ψέμα,
ποια ήταν κείνη η πνοή, η ψυχή του '21.
Σήκω, Καλόγερε, να πεις, πως η ζεστή καρδιά σου,
σαν χόβολη εφύλαξε τη σπίθα του αγώνα,
και τετρακόσια ολόχρονα απ' το "Κρυφό Σχολειό σου",
μες στις καρδιές την πέρναγε των σκλάβων μαθητών σου.
Και μ' αυτήν έβαλες φωτιά, που άναψε, και ζέστανε,
που φλόγισε τις παγωμένες τις καρδιές, τις καταρρακωμένες.
Ξύπνα, Καλόγερε, να πεις σ' αυτούς που αμφιβάλλουν,
πως μπροστά επήγαινε ο Σταυρός και πίσω η ανδρεία.
Πρώτα η "άγια πίστη του Χριστού", μετά η ελευθερία.
Καλόγερε, πώς δεν μιλάς, γιατί τώρα σωπαίνεις;
Κτυπούν την πίστη του Χριστού, την πολεμούν, την διώχνουν.
Σκλαβόπουλα σε καρτερούν ξανά να τα μαζέψεις,
το μυστικό της λευτεριάς ν' ακούσουν από σένα,
που ΄κανες θαύματα τρανά.
Σήκω και σήμερα ξανά σε νέο μικρό κρυφό Σχολειό,
λυχνάρι ελπίδας άσβηστο να ανάψεις!
Μ.Φ.