25η Μαρτίου

Εισαγωγή

25η  Μαρτίου. Διπλή γιορτή. Γιορτή γεμάτη φως. Δυο λευτεριές σμίγουνε μέσα στην ίδια μέρα, δυο λευτεριές ματόβρεχτες, παιδιά μεγάλου κόπου, η λευτεριά  του Έλληνα κι η λευτεριά  του ανθρώπου.
Διπλή λευτεριά λοιπόν. Λευτεριά από τη σκλαβιά της αμαρτίας.  Λευτεριά από τον τουρκικό  ζυγό. Πρωταγωνιστές ένας αρχάγγελος κι ένας αρχιερέας.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ φέρνει το μήνυμα της λύτρωσης: «Χαίρε, κεχαριτωμένη!». Γίνεται η Μαρία, η Παναγία,  η γέφυρα, η πρώτη συνεργάτρια του Θεού για τη δική μας σωτηρία. Την αξίωσε ο Θεός μητέρα Του να γίνει κι αξίωσε κι εμάς να την έχουμε Μητέρα.
Και ο αρχιερέας Παλαιών Πατρών Γερμανός βροντοφωνάζει το σύνθημα της Επανάστασης: «Ελευθερία ή θάνατος».
 25η Μαρτίου 1821:  Η αυγή της νεοελληνικής λευτεριάς. Ο Ελληνισμός συντρίβει το θεριό της μεγάλης νύχτας, που κράτησε  400 ολόκληρα χρόνια.
 

ΑΛΛΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η πατρίδα μας απόψε

έχει μια διπλή γιορτή

τραγουδά τη λευτεριά της,

δέχεται το Λυτρωτή.

 

Του ευαγγελισμού τη μέρα

άγγελος από ψηλά

μήνυμα έφερε μεγάλο

στη γλυκιά μας Παναγιά.

 

«Χαίρε Κεχαριτωμένη»

φώναξε προς τη Μαρία,

«θα γεννήσεις το Χριστό

που θα φέρει σωτηρία».

 

Εικοστή Πέμπτη Μαρτίου

κι η Ελλάδα μας τιμά

όλους όσους το φωνάξαν

«θάνατος ή λευτεριά!»

 

Ω πατρίδα μας γενναία,

τα παιδιά σου ένα-ένα

μία νέα ιστορία

γράψαν το Εικοσιένα.

......................................................................................

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 


Η Επανάσταση

 

Ανέμισε το  μπαϊράκι, Ελλάδα μου,
με το Σταυρό στη μέση!
Τη φουστανέλα ντύσου με τη φέρμελη.
Βάλε τη φούντα με το φέσι!
Κι αν δεις το καρυοφύλλι ανυπόμονο
να παίρνει από το στόμα σου τα λόγια,
είναι που συνδαυλίζει τη φωτιά
με τη δική σου φλόγα!

Και είπεν η ηρώισσα Πατρίδα μου
με μπαταριές και ντουφεκίδι:
- Για του Χριστού την Πίστη ξεσηκώθηκα
κι ας ήταν στο πλευρό μου λίγοι.
Και για τη λευτεριά μου ξεσηκώθηκα
και τον Αγώνα μου «ιερό» τον είπα.
Ο μπουρλοτιέρης,
ο φουστανελάς,
ο αρματολός,
όπου ματιάσεις τον εχθρό μου χτύπα!

Και πάλι ξαναμίλησε η Πατρίδα μου
κι έτρεμε η Άσπρη θάλασσα φλογάτη.
- Ακούστε!
Εγώ, καβάλα δεν ανέβηκα
ποτέ μου στης Φραγκιάς το άτι!
Είν’ η δική μου η Επανάσταση
με του παπά την Πίστη σφραγισμένη.
Με του φτωχού λαού μου την απάρνηση.
Με του κοτζάμπαση το βιος αρματωμένη.
Κι οι τρεις
με μια ψυχή, με μια καρδιά,
στο αίμα τους μου δώσαν βαφτισμένη
την αγγελοπλασμένη Λευτεριά!
.............
Ανέμισε το μπαϊράκι, Ελλάδα μου,
κι η Ιστορία το κράζει:
«Η Επανάσταση είναι γέννα σου.
Είναι και δεν αλλάζει»!

 

 

᾿Επιστροφή

Χερουβίμ μέ φλογίνη ρομφαία
φρουροῦσαν τήν ὁδό τοῦ Παραδείσου
καί οἱ πρωτόπλαστοι
κινήσανε ν᾿ ἀνοίξουν ἄλλους δρόμους.
᾿Ελεύθερα διαλέξαν τό σκοτάδι.
Σκλάβοι τοῦ ἄπιαστου ὀνείρου
παραπαίουν.
᾿Αγκάθια καί τριβόλια ἡ ζωή τους
κι ὅλος ὁ πλοῦτος
δυό δερμάτινοι χιτῶνες.


Μά νά, θωρῶ ἕναν ἄγγελο καί πάλι
χωρίς ρομφαία τούτη τή φορά.
Θαυμάζει, ἀπορεῖ καί χαιρετάει
σάν ρήγισσα τοῦ κόσμου
μιά κόρη πού στό στέμμα της φοράει
ὁλόλαμπρα διαμάντια στή σειρά·
ταπείνωση, σεμνότητα, ἀγάπη,
πίστη, ἐλπίδα καί ὑπακοή,
ἀδιάλειπτη, καθάρια προσευχή.

«Χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία·
ὁ Κύριος μετά σοῦ».


Σκύβει αὐτή καί ταπεινά ρωτάει
νά μάθει τοῦ Θεοῦ της τή βουλή.
Στό «ναί» της ἀναρρίγησε ἡ πλάση
καί ξέσπασαν τά οὐράνια
σέ «῾Ωσαννά!».
Θαρρεῖς πώς τραγουδοῦσαν
οἱ προφῆτες
μέ τάγματα ἀγγελικά
τό πρῶτο Εὐαγγέλιο ξανά.


Μιά αἰώνια γλυκαυγή χρυσανατέλλει
στήν παραδείσια ἀπροσπέλαστη χαρά.
Γιά τήν ταπείνωσή σου καί τή χάρη
θερμά σ᾿ εὐχαριστοῦμε, Παναγιά,
πού ἄνοιξες τό δρόμο πού ὁδηγοῦσε
στό σπίτι τοῦ οὐράνιου μας Πατέρα,
στή λύτρωση καί στήν ἐλευθεριά.

 

                        Δέσποινα Δαμιανίδου

Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς;

 

Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς απ' τη βαθειά σιγή σου;

Σήκω και σήμερα ξανά με τη τρανή φωνή σου,

φώναξε, βροντοφώναξε, στα πέρατα να φθάσει,

να μάθει τούτη η γενιά, που πνίγεται στο ψέμα,

ποια ήταν κείνη η πνοή, η ψυχή του '21.

Σήκω, Καλόγερε, να πεις, πως η ζεστή καρδιά σου,

σαν χόβολη εφύλαξε τη σπίθα του αγώνα,

και τετρακόσια ολόχρονα απ' το "Κρυφό Σχολειό σου",

μες στις καρδιές την πέρναγε των σκλάβων μαθητών σου.

Και μ' αυτήν έβαλες φωτιά, που άναψε, και ζέστανε,

που φλόγισε τις παγωμένες τις καρδιές, τις καταρρακωμένες.

Ξύπνα, Καλόγερε, να πεις σ' αυτούς που αμφιβάλλουν,

πως μπροστά επήγαινε ο Σταυρός και πίσω η ανδρεία.

Πρώτα η "άγια πίστη του Χριστού", μετά η ελευθερία.

Καλόγερε, πώς δεν μιλάς, γιατί τώρα σωπαίνεις;

Κτυπούν την πίστη του Χριστού, την πολεμούν, την διώχνουν.

Σκλαβόπουλα σε καρτερούν ξανά να τα μαζέψεις,

το μυστικό της λευτεριάς ν' ακούσουν από σένα,

που ΄κανες θαύματα τρανά.

Σήκω και σήμερα ξανά σε νέο μικρό κρυφό Σχολειό,

λυχνάρι ελπίδας άσβηστο να ανάψεις!

                                            Μ.Φ.