«Κατ' εἰκόνα...»
Σήμερα μοῦ ἔπεσε ὁ χάρακας κι ἔσκυψα νά τόν σηκώσω. Πῆρα ἕνα βιβλίο ἀπ' τό ράφι καί φυλλομέτρησα τίς σελίδες του. Ἔκοψα τό ψωμί εὐχαριστώντας τόν Θεό πού μέ τρέφει. Χάιδεψα τό χαμόγελο στό πρόσωπο ἑνός παιδιοῦ. Στήν θερμή χειραψία χαιρέτησα τόν φίλο, τόν ἀδελφό. Περιποιήθηκα τήν πληγή νά σταματήσει ἡ αἱμορραγία καί ὁ πόνος. Καί ἀργά τό βράδυ, σάν τόν Μωυσῆ, ἔτεινα στόν οὐρανό νά ζητήσω τό ἔλεος.
Ἔκανα τόσες κινήσεις! Τίς κάνω μηχανικά κάθε μέρα. Ἀνοιγοκλείνω τά δάχτυλα, γυμνάζω τίς ἀρθρώσεις, κάθε φορά πού χρησιμοποιῶ, σχεδόν χωρίς νά τό καταλαβαίνω, τό χέρι μου. Φτιαγμένο ἀπό τόσο δά κοκκαλάκια, ἕνας σωρός λές, ἀλλά βαλμένα μέ τάξη, δεμένα μεταξύ τους, ξέροντας τό καθένα πῶς καί πότε θά κινηθεῖ.
«Καί ποιήσωμεν αὐτόν κατ' εἰκόνα...». Τό δημιουργικό μου χέρι ἔχει τήν εὐλογία ἀπό τό χέρι τοῦ Πλάστη μου. Νά φτιάχνει πράγματα μικρά καί μεγάλα. Νά λαξεύει τό ξύλο σέ ἔπιπλο καί τήν πέτρα σέ σπίτι. Νά μεταφέρει τήν φύση, τόν κόσμο, σέ χίλια χρώματα, σέ «τέμπερα καί λάδι». Ν' ἀγγίζει τά πλήκτρα, νά δίνει στίς μηχανές ζωή καί νά βοηθᾶ τίς χορδές γιά νά ποῦν τό τραγούδι τους. Τό νερό εἶναι πιό δροσερό, ὅταν τό πιῶ στήν παλάμη μου. Τό φροῦτο πιό νόστιμο, σάν ἁπλώνω στά κλαδιά νά τό κόψω.
«Κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν...». Τά χέρια μου εἶναι πλασμένα νά μοιάσουν στά χέρια πού μέ δημιούργησαν, νά εἶναι τό ἀκριβές ἀντίτυπο, νά ὁμολογοῦν μέ τίς ἐνέργειές τους ἀπό ποῦ ἀντλοῦν τήν ζωή.
Χέρια, κρουνοί εὐσπλαγχνίας· «Σπλαγχνισθείς δέ ὁ Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καί εὐθέως ἀνέβλεψαν» (Μθ 20,34).
Χέρια ἀγωγοί ἐλεημοσύνης, γιά νά ἑλκύουν τήν Χάρη· «Εἶδε δέ τινα χήραν πενιχράν βάλλουσαν ἐκεῖ (εἰς τό γαζοφυλάκιον) δύο λεπτά, καί εἶπεν· ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχή αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε» (Λκ 21,2-3).
Χέρια, τροχοί γιά νά μεταφέρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σ' αὐτούς πού διψοῦν τήν ἀλήθεια· «Καί ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἠσαΐου τοῦ προφήτου, καί ἀναπτύξας τό βιβλίον εὗρε τόν τόπον οὗ ἦν γεγραμμένον» (Λκ 4,17).
Χέρια, δεῖκτες πού ὁδηγοῦν στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· «Καί ἐναγκαλισάμενος αὐτά (τά παιδία) κατηυλόγει τιθείς τάς χεῖρας ἐπ' αὐτά» (Μρ 10,16). Ἀλλά καί δρόμοι, πού φέρνουν στόν οὐρανό τήν ἱκεσία· «Ἀλλ' ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι» (Λκ 18,13). Καί πού ἐπιστρέφουν τό ἔλεος· «Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγώ γάρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ' ἐμοῦ» (Λκ 8,46).
Δόματα ζωῆς μοῦ χάρισαν πλῆθος τέτοια εὐλογημένα χέρια. Τῆς μάνας ἡ ἀγκαλιά, γεμάτη στοργή καί συγγνώμη. Τοῦ δασκάλου ἡ πένα, μέ τῆς γνώσης τήν προσφορά. Ὁ γεμάτος συμπάθεια χαιρετισμός τοῦ φίλου.
Μά πάνω ἀπ' ὅλα τοῦ λειτουργοῦ τά ἅγια χέρια. Αὐτά πού κρατοῦν τόν ἴδιο τόν Θεό καί μέ καθιστοῦν κοινωνό θείας Χάριτος.
Ὅμως τά φτωχά δικά μου χέρια τά νιώθω ἀδειανά γιά ἀνταπόδοση σ' ὅ,τι μοῦ δόθηκε. Τά ὑψώνω μόνο σέ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης. Ἄς εἶναι εὐλογημένα τά χέρια πού κινοῦνται ἀπό μοχλούς θεϊκούς!
Κύριλλος