Τό ᾿χε κάνει τάμα ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ. Ἄν ὁ καιρός ἦταν καλός, θά πήγαινε στήν ἐκκλησία. Ἡ μέρα τῆς Ὑπαπαντῆς ἦταν μιά μέρα πολύ ξεχωριστή γι᾿ αὐτήν. Ἐκτός ἀπό τό μεγαλεῖο πού εἶχε ἀπό μόνη της ἡ γιορτή, ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ εἶχε κι ἄλλα πού τήν συνέδεαν μέ τή μέρα αὐτή. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ἀνήμερα Ὑπαπαντῆς γέννησε τίς δυό δίδυμές της, τή Μαρία καί τή Φιλιώ. Ὕστερα στίς 2 Φεβρουαρίου ὁ Γιάννης της χειροτονήθηκε διάκονος. Ἦταν τόσο, μά τόσο γλυκειά ἡ μέρα αὐτή γιά τή γιαγιά τή Μαργαρώ μά καί γιά ὅλη τήν οἰκογένειά της.
Τό ᾿χε κάνει τάμα ἡ γιαγιά κι ὁ οὐρανός ἦταν καταγάλανος• μά τά πόδια της, ἄχ, αὐτά τά πόδια της! Μόνη της τό ἔβλεπε καθαρά πώς δέν μποροῦσε νά πάει. Ἦταν ἀδύνατον νά κατέβει τά σκαλιά τῆς εἰσόδου κι ἔπειτα ν᾿ ἀνέβει τά σκαλοπάτια τῆς ἐκκλησίας.
Ἀναστέναξε ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ, μόλις ἄκουσε τήν καμπάνα. Τόσα χρόνια πού θυμᾶται τόν ἑαυτό της, δέν θυμᾶται ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς πού νά μήν πῆγε στήν ἐκκλησία, παρεκτός τή χρονιά ἐκείνη πού γέννησε τά δίδυμά της.
Πρέπει νά τό πάρω ἀπόφαση πιά, μονολόγησε. Μόνη μου δέν τά βγάζω πέρα. Πρέπει νά πάω σ᾿ ἕνα ἀπό τά παιδιά μου. Κοίταξε τίς φωτογραφίες τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐγγονῶν της, πού ἦταν τοποθετημένες ἀπέναντί της, πάνω στό παλιό ἔπιπλο. Ποιό ἀπό τά ἕξι παιδιά της νά ἐπιβαρύνει; Ποιό εἶχε τίς λιγότερες ὑποχρεώσεις; Ὅλα τῆς παραπονιόντουσαν κατά καιρούς ὅτι ἦταν βαρυφορτωμένα μέ εὐθύνες καί ὑποχρεώσεις.
- Παναγία μου, μουρμούρισε, δῶσε ἐσύ τή λύση.
Πῆρε ἀπό τό κομοδίνο τό μηναῖο τοῦ Φεβρουαρίου. Θά διάβαζε τουλάχιστον μόνη της τόν Ὄρθρο τῆς Ὑπαπαντῆς. Ἔφτασε κά¬που στή μέση, ὅταν μιά σκέψη ἔκανε τά μάτια της νά λάμψουν καί τήν καρδιά της νά φτεροκοπήσει.
- Χριστέ μου, ἐσύ θά μοῦ δώσεις τή δύναμη νά φτάσω. Ὅπως ἔδωσες δύναμη στό γέροντα Συμεών, τό γέρο τόν «κεκμηκότα», ἔτσι θά δώσεις καί σέ μένα.
Σηκώθηκε ἀποφασισμένη ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ καί σέ μιά στιγμή ξέχασε πώς ἦταν 82 χρονῶν. Εἶχε ἤδη μισοετοιμαστεῖ, ὅταν ἄκουσε νά χτυπᾶ τό κουδούνι τῆς πόρτας της. Κοίταξε ἀπό τό "ματάκι" κι εἶδε τίς δίδυμές της νά στέκονται ἔξω. Ἔβγαλε μιά κραυγή χαρᾶς κι ἄνοιξε ἀμέσως τήν πόρτα.
- Χρόνια πολλά, παιδιά μου, χρόνια πολλά, ἔλεγε καί ξανάλεγε καί τίς ἔσφιγγε στήν ἀγκαλιά της.
- Ἄντε, μάνα, ἑτοιμάσου γρήγορα νά πᾶμε στήν ἐκκλησία, εἶπε εὐχαριστημένη ἀπό τίς ἐκδηλώσεις τῆς μάνας της ἡ Μαρία.
- Τήν εὐχή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Μάνας Του νά ᾿χετε παιδιά μου, πού δέν μέ ξεχάσατε μιά τέτοια μέρα.
- Μά τί λές, μάνα, πῶς μπορούσαμε νά ξεχάσουμε ἐκείνη πού μᾶς γέννησε μιά τέτοια μέρα, εἶπε φιλώντας την ἡ Φιλιώ.
Μπῆκε στό δωμάτιό της, γιά νά ἑτοιμαστεῖ ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ κι ἄφησε τίς δίδυμές της νά τήν περιμένουν στό σαλόνι. Ἦταν χαρούμενη, πολύ χαρούμενη. Πῆγε νά φωνάξει "ἕτοιμη", ὅταν ἄκουσε τή Μα¬ρία νά λέει ἐκεῖνο πού φοβόταν.
- Ἄς μή μαλώνουμε τώρα γιά τό ποιός θά πάρει στό σπίτι του τή μάνα. Τά κου-βεντιάζουμε ὅλοι μαζί καί τά βρίσκουμε.
Ἔνιωσε τόν πόνο νά φτάνει ὥς τό μεδούλι τῆς καρδιᾶς της ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ.
- Τί ἔπαθες, μάνα μου; Δέν εἶσαι καλά; τή ρώτησε μόλις βγῆκε ἡ Μαρία της.
- Πῶς, καλά εἶμαι, παιδί μου, καλά εἶμαι, ἀποκρίθηκε ἐκείνη, προσπαθώντας νά ξαναβρεῖ τό κέφι της.
Ἔφυγαν γιά τήν ἐκκλησία. Ἐκεῖ μέσα ξεχάστηκε ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ. Ἐκεῖ μέσα δικαιολόγησε τά παιδιά της, κατανόησε τίς ὑποχρεώσεις καί τίς εὐθύνες τους καί τῆς ἔφυγε κάθε πόνος καί παράπονο.
Ὅταν γύρισε στό σπίτι, εἶχε πάρει πιά τήν ἀπόφασή της. Εἰδοποίησε ὅλα τά παιδιά της νά μαζευτοῦν τό ἀπόγευμα στό σπίτι της. Ἔπρεπε νά τά ἐνημερώσει, νά τούς ἀνακοινώσει τήν ἀπόφασή της καί νά παρακαλέσει τό γιό της, τόν ἱερέα, νά ψάξει νά βρεῖ ἕνα γηροκομεῖο μέ χριστιανικές ἀρχές, γιά νά ζήσει ἐκεῖ ὅσα χρόνια ἀκόμα θά τῆς ἔδινε ὁ Θεός.
Σάν ἦρθε ἡ ὥρα καί μαζεύτηκαν καί τά ἕξι παιδιά της, ἡ γιαγιά ἡ Μαργαρώ κάθισε στήν πολυθρόνα της ἕτοιμη νά τούς ἀνακοινώσει τήν ἀπόφασή της.
- Θά σέ παρακαλέσω, μάνα, πρίν μᾶς πεῖς ὅ,τι ἔχεις νά μᾶς πεῖς, νά μοῦ λύσεις πρῶτα μιά διαφορά πού ἔχουμε μεταξύ μας, εἶπε ὁ Ἀναστάσης, ὁ τρίτος στή σειρά ὕστερα ἀπό τίς δίδυμες.
Ταράχτηκε ἡ μάνα. Διαφορά μεταξύ τους τά παιδιά της;
- Οἱ κόρες σου, εἶπε δείχνοντας τίς δίδυμες ἀδελφές του, ἔχουν τήν ἀπαίτηση, ἐπειδή λένε εἶναι κόρες, νά σέ πάρουν αὐτές στό σπίτι τους μοιράζοντας τόν καιρό. Ἐμεῖς ὅμως λέμε πώς ἔχουμε τά ἴδια δικαιώματα μ᾿ αὐτές. Καί δική μας μάνα εἶσαι καί σέ θέλουμε κι ἐμεῖς στό σπίτι μας. Δέν θέλουμε νά μᾶς ρίξεις, ἐπειδή εἴμαστε ἀγόρια. Γι᾿ αὐτό προτείνω νά ἐξαιρέσουμε τόν Ἰγνάτιο -πού ἔχει ἄλλου εἴδους ὑποχρεώσεις- καί οἱ ὑπόλοιποι πέντε νά σέ μοιραστοῦμε ἀπό δύο μῆνες. Οἱ δύο μῆνες πού περισσεύουν, θά εἶναι καλοκαιρινοί, πού θά εἴμαστε σχεδόν ὅλοι μαζί στό χωριό.
Ἔτρεχαν ποτάμι τά μάτια τῆς γιαγιᾶς Μαργαρῶς κι ἡ καρδιά της ἔλεγε καί ξανάλεγε τό "νῦν ἀπολύεις". Ἡ ἀγαπημένη μέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς ἔδινε στή δύση τῆς ζωῆς της ἄλλη μιά μεγάλη χαρά.
Ἔφυγαν τά ἕξι παιδιά της χωρίς νά ἀκούσουν τό λόγο γιά τόν ὁποῖο τούς κάλεσε ἡ γιαγιά. Στό βάθος τους ὅμως ὅλοι πίστευαν πώς ὁ μόνος λόγος ἦταν ὅτι ἤθελε, μέρα πού ἦταν, νά τούς δεῖ ὅλους μαζεμένους. Τέτοια ἦταν ἡ μάνα τους πάντα, ἀπρόοπτη καί... γλυκειά!
Ἑλένη Βασιλείου