Ἡ σύλληψη ἑνός διαρρήκτη
 Δέν ἦταν κανένας πρωτάρης ὁ Χάρης. Τή δουλειά τήν ἤξερε καλά. Ἐδῶ καί ἕξι χρόνια ἦταν ὁ ἄνθρωπος-κλειδί στήν παρέα. Εὐκίνητος καί ἀδύνατος καθώς ἦταν, βόλευε τίς δύσκολες περιπτώσεις. Δέν ἦταν πρωτάρης, κι ὅμως κάθε φορά πού ξεκινοῦσαν μιά καινούργια «δουλειά» ὁ Χάρης ἔνιωθε τό διο φτερούγισμα στήν καρδιά του καί τήν δια ἀναστάτωση στά σπλάχνα του.
Ἔτσι κι ἀπόψε! Παρ᾿ ὅλο πού εἶχαν νά κάνουν κάτι πολύ-πολύ εὔκολο, ἡ ἀγωνία τόν ἔτρωγε.
- Δίπλα στό δικό μου διαμέρισμα μένει ἕνας γιατρουδάκος μέ τέσσερα παιδιά. Περιποιημένο τό ᾿χει τό σπιτάκι του. Τό πρωί τούς εἶδα νά φορτώνονται στό αὐτοκίνητο γιά ταξίδι. Τό μπαλκόνι του συνορεύει μέ τό δικό μου καί, ἀπ᾿ ὅ,τι ἀντιλήφθηκα, ἡ μπαλκονόπορτα εὔκολα μπορεῖ νά ἀνοίξει. Ἐγώ, βέβαια, πρέπει νά λείπω ἀπό τό σπίτι γιά νά ἔχω ἕνα ἰσχυρό ἄλλοθι, ὁ Χάρης ὅμως μέ μιά δρασκελιά θά περάσει. Κι ὅταν γυρίσει ὁ γιατρουδάκος, θά μείνει ἐμβρόντητος.
  Ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ Παναγιώτη τούς συνεπῆρε ὅλους καί ἑτοιμάστηκαν νά σηκώσουν στά χέρια τόν μελλοντικό ἥρωα τῆς βραδιᾶς. Ἐκεῖνος ὅμως τούς κοιτοῦσε ἀμίλητος.
-Τί ἔγινε, Χάρη; Φοβᾶσαι μήν πέσεις ἀπό τό μπαλκόνι; τόν πείραξε ὁ Νίκος.
-Βρέ, παιδιά, επαμε νά ξαλαφρώνουμε τούς φορτωμένους, μά αὐτός ἐδῶ, ὅπως ἀκούσατε, ἔχει τέσσερα παιδιά.
-Νά τοῦ ζήσουν καί νά ζήσουμε κι ἐμεῖς, ξαναμίλησε ὁ Νίκος. Γιατρός εἶναι, θά κάνει κι ἄλλα λεφτά.
Δέν εἶπε ἄλλη κουβέντα ὁ Χάρης, δέν ἔφερε ἄλλη ἀντίρρηση, μά ἀπόψε τό καρδιοχτύπι του ἦταν δυνατότερο.
  Γιατρουδάκος! Κι ὁ διος «αἰώνιος» φοιτητής τῆς ἰατρικῆς. Οἱ γονεῖς του τόν περιμένουν νά γυρίσει μέ τό πτυχίο, νά τόν καμαρώσουν γιατρό, κι ἐκεῖνος κλέφτης καί διαρρήκτης μπαίνει στό σπίτι ἑνός γιατροῦ.
-Κοίτα, μόνο χρήματα καί χρυσαφικά, τοῦ σύστησαν οἱ ἄλλοι πρίν περάσει στό διπλανό μπαλκόνι.
  Πραγματικά ὁ Χάρης μπῆκε στό ξένο σπίτι τόσο εὔκολα, σάν νά ἔμπαινε στό δικό του. Τό τρέμουλο ὅμως ἀπό τά πόδια του δέν ἔλεγε νά σταματήσει. Ἄναψε τό φακό του καί προσπάθησε νά προσανατολιστεῖ. Βρισκόταν σ᾿ ἕνα μεγάλο σαλόνι μέ λιτή ἐπίπλωση. Ἔκανε ἕνα γύρω τό φῶς τοῦ φακοῦ του καί σταμάτησε πάνω σ᾿ ἕνα πιάνο. Κάποτε κι ὁ διος ἔπαιζε πιάνο. Τό καπάκι τοῦ πιάνου ἦταν γεμάτο μέ μικρές καί μεγάλες κορνίζες. Κάτι τόν ἔσπρωξε νά πλησιάσει. Πῶς ἦταν ἄραγε οἱ ἄνθρωποι πού λήστευε; Παιδικά προσωπάκια τοῦ χαμογελοῦσαν μέ χάρη. Δίχως νά τό καταλάβει χαμογέλασε κι αὐτός. Γιά μιά στιγμή ξέχασε τό λόγο πού τόν ἔβαλε μέσα σέ τοῦτο τό σπίτι. Γύρισε τό φῶς καί στίς ἄλλες φωτογραφίες. Κι ὕστερα ἔμεινε ἀσάλευτος, σάν στήλη ἅλατος, νά μετράει τούς ἄτακτους κτύπους τῆς καρδιᾶς του. Ἅρπαξε τή φωτογραφία στά δυό του χέ¬ρια, μά τά πόδια του δέν τόν κρατοῦσαν πιά. Γονάτισε καί τήν ἔσφιξε στήν ἀγκαλιά του. Ἦταν στή φωτογραφία αὐτός, ὁ Χάρης, μαζί μέ τόν παιδικό του φίλο, τόν συμμαθητή καί συμφοιτητή του, τόν ἄλλο Χάρη, στήν πλαγιά ἑνός βουνοῦ, τότε πού πῆγαν μαζί σέ μιά χριστιανική κατασκήνωση. Εἶχαν σηκωμένο τό κεφάλι κι ὁ ἄλλος ὁ Χάρης τοῦ ἔδειχνε μέ τό δάκτυλο τήν κορυφή.
  Γεννήθηκαν ὁ ἕνας παραμονή κι ὁ ἄλλος ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους, τότε πού πανηγύριζε τό χωριό τους. Κι οἱ δυό πῆραν τό ὄνομα τοῦ ἁγίου.
  «Οἱ δυό Χαρούληδες!». Ἔτσι τούς φώναζαν ὅλοι στό χωριό, γιατί πάντα, ὅπου πήγαιναν, πήγαιναν μαζί. Μαζί ὥς τό πρῶτο φοιτητικό τους ἔτος. Ἐκεῖνος, ὁ ἄλλος Χάρης, συνέχισε καί ὡς φοιτητής νά πηγαίνει στό κατηχητικό καί στίς χριστιανικές κατασκηνώσεις. Αὐτός ὅμως ἤθελε νά «ζήσει» τή φοιτητική ζωή. Πῆρε ἄλλους δρόμους, ἔκανε ἄλλους φίλους καί ξαστόχησε.
Σηκώθηκε μέ δυσκολία καί κάθισε στόν καναπέ. Μπροστά του ξεχώρισε ἕνα βάζο μέ λουλούδια πάνω σ᾿ ἕνα τραπεζάκι. Ἔρριξε τό φῶς πάνω του. Δίπλα στό βάζο ἦταν ὄρθια μιά κάρτα. Τήν ἔφερε κοντά του καί τή διάβασε: «Χρόνια πολλά, Χάρη μου! Ὁ ἅγιος Χαράλαμπος νά κάνει τό θαῦμα του καί νά σοῦ δώσει τή χαρά τῆς ἐπιστροφῆς καί τοῦ φίλου σου πού γιορτάζει. Μέ ἀγάπη, Μαίρη».
  Ὁ φίλος του πού γιορτάζει! Μά, ναί, ξημερώνει τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους! Αὔριο ὁ μήνας ἔχει 10. Οἱ «Χαρούληδες» γιόρταζαν γιορτή καί γενέθλια. Ὁ φίλος του ὁ παιδικός σίγουρα πῆγε στό χωριό, στό πανηγύρι. Καί αὐτός, αὐτός ξεχνώντας Θεό, γιορτές καί πανηγύρια, κλέφτης καί διαρρήκτης, μπῆκε στό σπίτι ἐκείνων πού ποθοῦσαν καί εὔχονταν τήν ἐπιστροφή του... Ὁ λυγμός, πού ἀπό ὥρα τοῦ ἔπνιγε τό λαιμό, τόν ἔκανε νά ξεσπάσει σέ ἀναφιλητά.
 Ἔκλαψε ὥσπου νά ξαλαφρώσει κι ὕστερα παίρνοντας μαζί του τή φωτογραφία καί τήν κάρτα, μοναδικά λάφυρα τῆς ἀποψινῆς διάρρηξής του, ἀφοῦ ἔκλεισε τήν μπαλκονόπορτα, βγῆκε ἀπό τήν κεντρική πόρτα τοῦ σπιτιοῦ σάν νοικοκύρης.
  Βρέθηκε μόνος μέσα στή νύχτα καί δίχως ἄλλο δισταγμό μπῆκε στό σαραβαλάκι του καί τράβηξε γιά τό χωριό. Ἤθελε νά προλάβει νά γιορτάσει τόν ἅγιο Χαράλαμπο μαζί μέ τόν φίλο του. Ἤθελε νά πεῖ στή Μαίρη πώς ὁ ἅγιος βρῆκε τρόπο κι ἔκανε τό θαῦμα του. Ἤθελε νά ἀκούσει τούς χωριανούς του καί πάλι νά ψιθυρίζουν: «Οἱ δυό Χαρούληδες! Οἱ δυό Χαρούληδες!».
Ἔφτασε στό χωριό του ξημερώματα. Σήκωσε τό κεφάλι του καί εἶδε τόν ἥλιο νά ἀνατέλλει πίσω ἀπό τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ.
  «Χάρη, Χάρη, φίλε μου, σ᾿ εὐχαριστῶ!», ψιθύρισε καί δέν ἤξερε ποιόν ἀπ᾿ τούς δυό εὐχαριστοῦσε, τόν φίλο του τόν παιδικό ἤ τόν ἅγιο τόν θαυματουργό; Στό βάθος ὅμως τό ἤξερε πώς κι οἱ δυό, ἅγιος καί φίλος παιδικός, ἔκαναν μαζί τό θαῦμα.
  10 Φεβρουαρίου, τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους, ἕνας κλέφτης καί διαρρήκτης συνελήφθη ἀπό τόν Θεό.
Ε. Β.