|
|
| | | |
| |
| |
|
| «Κοίτα νά δεῖς! Σάν νά μήν πέρασε οὔτε μιά μέρα!». Εἶναι ἡ πρώτη σκέψη τοῦ ὥριμου ἄνδρα πού ἔκανε φωναχτά σάν πέρασε μέ τό αὐτοκίνητο στό χῶρο τῆς ἀγαπημένης του κατασκήνωσης. Ἐδῶ, πάνω ἀπό τό χωριό Ζιάκας, μέσα στό ἔλατο καί στόν πεῦκο, δίπλα στήν πηγή μέ τό πιό δροσερό καί καθαρό νερό πού ἤπιε ποτέ του, ἀνακάλυψε πρίν ἀπό 20 χρόνια μιάν ἄλλη πηγή, πηγή «ὕδατος ζῶντος», αὐτή πού ἀνάβλυσε ὁ Κύριος κρυστάλλινο κρουνό τῆς χάριτος στή ζωή του: τή χριστιανική κατασκήνωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀδελφότητος «Ἀπολύτρωσις». Μιά φαμελιά τοῦ Χριστοῦ. Μιά ἀνάσα εἰρήνης, ἀγάπης, εἰλικρίνειας καί γνησιότητας. |
 |
Καί ἦταν τότε εἴκοσι μόλις χρόνων. Ὁ κόσμος γύρω του, σειρῆνες καί χίμαιρες, ἔστηνε τό πανηγύρι του. Δηλητήριο τό νερό του, μά στή γεύση θελκτικό· βοῦρκος, καλυμμένος ὅμως μέ ροδοπέταλα. Κι ἔπρεπε νά διαλέξει, τό ἤξερε, ἄν καί ἀσταθής σέ πολλά, δέν ἀνεχόταν μέσα του τίς μεσοβέζικες καταστάσεις. Τό φῶς λοιπόν ἤ τό σκοτάδι; Τή ζωή ἤ τό θάνατο; Τόν Χριστό ἤ τόν διάβολο; Διάλεξε. Μά τόσο ἀπόλυτα; Τόσο. Δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος, εὐκολότερος; Κανείς... Ἡ κατασκήνωση τόν βοήθησε νά ἐπιλέξει τόν Χριστό. Ἐντελῶς ἐλεύθερα. Χωρίς πίεση καί ἄγχος καί φόβους. Καλύτερα: τοῦ Τόν ἔδειξε. Τοῦ ἔδειξε τίς πληγές Του, τήν ἀσύλληπτη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης Του, καί τή δύναμη τῆς ἀναστάσεώς Του. Τοῦ Τόν ἔδειξε σταυρωμένο καί ἀναστημένο στά πρόσωπα τῶν συγκατασκηνωτῶν του καί ἰδίως στή θυσιαστική διακονία τῶν στελεχῶν: Τὸν εἶδε στόν ὑπαρχηγό, πού ἄφηνε γιά ἑνάμιση μήνα τήν οἰκογένειά του, γιά νά ὑπηρετεῖ ἐμᾶς, στόν διδάκτορα καί σήμερα καθηγητή πανεπιστημίου, πού καθάριζε τουαλέτες, στήν ἀείμνηστη Χρυσούλα, πού ἄν καί χήρα καί ἄρρωστη πάλευε μέ τά πιάτα καί τά ταψιά στήν κουζίνα, καί σέ τόσους ἄλλους. Τόν εἶδε ἰδίως στίς σελίδες τοῦ λόγου Του, πού τόσο αὐθεντικά ἄκουγε ἑρμηνευμένον ἀπό τό στόμα τοῦ ἀρχηγοῦ, καί πάνω ἀπ’ ὅλα στό ποτήριο τοῦ Αἵματός Του, πού τοῦ πρόσφερε ὁ Ἴδιος ὁ Ἅγιος στόν ἀνάξιο... Καί σαγηνεύτηκε ὁ νεαρός στή θέα Του, συγκλονίστηκε. Δέν ἦταν συναισθηματισμός οὔτε ἰδεαλιστική διάθεση αὐτό πού τόν ἔσπρωχνε. Δέν ἀντέχει ἕνας ψευτοενθουσιασμός εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια. Ἦταν ἐμπειρία. Ὅλη ἡ κατασκήνωση λές καί καθρέφτιζε τό πρόσωπό Του. Καί δέν δίστασε ὁ εἰκοσάχρονος οὔτε στιγμή: «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις»... |
|
συνέχεια |
| |
| | | |
|