ΚΡΑΤΕΙ Ο ΕΧΕΙΣ
 Τρίτη 23 Αὐγούστου 2011, ὥρα 12.30 μ.μ., δίπλα στόν Ἁι-Γιώργη ἀκούγονται κορναρίσματα λεωφορείων. Φεύγουν καί οἱ τελευταῖες κατασκηνώτριες τοῦ φετινοῦ καλοκαιριοῦ. Γυρνῶ κι ἐγώ νά κάνω ἕνα γρήγορο πέρασμα ἀποχαιρετισμοῦ. Τώρα σιγή. Κι ὅμως ὁ κάθε τόπος αὐτῆς τῆς πλαγιᾶς φωνάζει δυνατά καί ψάλλει τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, φανερώνει τίς μυστικές ὀμορφιές πού δώρισε ἁπλόχερα στίς ψυχές πού κατασκήνωσαν στή σκιά τοῦ Ἁι-Γιώργη.
 Περνῶ τήν πύλη. Νά! τό κιόσκι τῆς ὑποδοχῆς. Θυμᾶμαι τά ἐναγώνια προσωπάκια τῶν μικρῶν παιδιῶν τοῦ Δημοτικοῦ πού γιά πρώτη φορά βρέθηκαν μακριά ἀπό τό σπιτικό τους. Μέ τήν ἀγάπη ὅμως καί τή φροντίδα τοῦ ἀρχηγείου καί τῶν στελεχῶν, γρήγορα τά μπουμπούκια ἁπλώθηκαν, ἔνιωσαν οἰκεῖα. Σάν νά τά βλέπω μπροστά μου ἀπό τό πρῶτο κιόλας ἀπόγευμα νά παίζουν εὐτυχισμένα κι ἀνέμελα ὅλα μαζί στά γήπεδα, νά ἀπολαμβάνουν ὁμαδικά παιχνίδια, ὡραίους ἀγῶνες, δημιουργικές δραστηριότητες.
   
  
   
   συνέχεια