|
|
| | | |
| |
| Μ᾿ ἀξιοπρέπεια | Τά χρόνια φύγανε σά λαθρομετανάστες, καπνός στό δρόμο μου οἱ σκιές π᾿ ὅλο πυκνώνουν κι ἀθώρητος μέ πλησιάζει ὁ Ἄλλος μέ βῆμα σιγαλό σά βελουδένιο. Τήν ὥρα τῆς συγκομιδῆς στή ζυγαριά τῆς κρίσης τό ξέρω πώς δέ θά ᾿μαι ἐγώ πού θά μετρήσω πόσον καιρό σπατάλησα σ᾿ ἄσκοπες ἐπιδόσεις καί πόσον ἐξαγόρασα δουλεύοντας μ᾿ εὐθύνη. Τώρα μοῦ μένει νά πατῶ μ᾿ ἀξιοπρέπεια τ᾿ ὀλισθηρό κατώφλι τῆς ἐξόδου χωρίς συναισθηματικές πλειοδοσίες. Μέ καρτερεῖ μιά θάλασσα ἀσύνορη, γαληνεμένη ἐλπίζω, μέ τοῦ ζεφύρου τίς μυρίπνοες αὖρες κι ἐκεῖνες τίς ἐξαίσιες μουσικές π᾿ ἀγάπησα καί τίς ἀκούω καμιά φορά ἀπό μακριά, ἀπό βαθιά, ἀπό πέρα. Ἑορταζόντων ἦχος ἀκατάπαυστος. |  | | Ἰ. Ἀ. Νικολαΐδης |
| |
| | | |
|