Ο ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ
Αρχιζαπτιές (Τούρκος αστυνομικός)
Γριά (σκλάβα)
Ασήμω (ακούγεται μόνο η φωνή)
Λενιώ (κόρη της Ασήμως, μικρή 10 χρονών)
Παππούς (της Ασήμως)
ΣΚΗΝΗ 1η
Η σκηνή παρουσιάζει ένα δωμάτιο τουρκικό και μέσα κάθεσται μια γριά σκλάβα
ΓΡΙΑ· (Σηκώνεται και βηματίζει). Αν του πω κάτι τέτοιο, θα με σκοτώσει. Το μπελά μου θα βρω. Κι όμως είμαι σίγουρη πως έτσι είναι. (Κάθεται και αναστενάζει). Αχ, η σκλαβιά! Έως πότε, Θεέ μου; (Μπαίνει μέσα ο αρχιζαπτιές).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Τι έγινε, γκιαούρισσα; Την έπεισες;
ΓΡΙΑ· Αφέντη μου, η Ασήμω δεν θα λυγίσει εύκολα.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Σου είπα, ωρή, να την καταφέρεις για με το καλό, για με το άγριο.
ΓΡΙΑ· Προσπάθησα, αφέντη μου. Μη ξεχνάς πως ούτε μήνας δεν πέρασε αφότου σκοτώθηκε ο άντρας της. Άφησέ την λίγο να ξεχάσει.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Χαϊβάνι είμαι να πιστέψω πως προσπάθησες; Γκιαούρισσα αυτή, γκιαούρισσα και συ. Τώρα θα δεις πώς θα λυγίσει. Κι αν δεν έρθει με τη θέλησή της, θα την πάω δεμένη στον Μπέη μου.
ΓΡΙΑ· Πριν πας μέσα, αφέντη μου, θέλω να σου πω...
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Να μη μου πεις τίποτε!
ΓΡΙΑ· Αφέντη μου, άσε να σου πω δυο λόγια.(Πάει κοντά του κι αυτός την σπρώχνει μακριά).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Άσε με σου είπα γριά, γιατί δεν έχω καιρό. (Μπαίνει στη φυλακή της Ασήμως, που είναι δίπλα, και η γριά μένει μόνη. Ακούγονται από μέσα οι φωνές).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Θα ρθεις, ωρή, με το καλό ή θα σε πάω δεμένη;
ΑΣΗΜΩ· Κάλλιο το ᾿χω να πεθάνω, αντίχριστε. Προτιμώ το θάνατο από το να γίνω Τουρκάλα.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Βούλωσ' το, ωρή!
ΑΣΗΜΩ· Και συ κι ο Μπέης σου κι ούλοι οι τουρκαλάδες θα ᾿ρθει η ώρα να τσακιστείτε από τον τόπο μας. Τ᾿ ακούς, άπιστε; Θα ᾿ρθει η ώρα που θα ξεκουμπιστείτε από δω.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Βούλωσ' το, είπα, αλλιώς...
ΑΣΗΜΩ· Όχι, δε θα σταματήσω, σκύλε. Μου αρπάξατε τον αδελφό μου, μου σκοτώσατε τον άντρα μου και τώρα θέλετε να με κάνετε Τουρκάλα, να γίνω σκυλί αντίχριστο σαν και σας. Σκότωσέ με, Ζαπτιέ, δεν σε φοβάμαι.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Ε, πάρε για να μάθεις γκιαούρισσα. (Ακούγεται από μέσα ο βόγκος της Ασήμως και ο Ζαπτιές βγαίνει με υψωμένη τη χατζάρα. Η γριά τον αντικρύζει τρομαγμένη).
ΓΡΙΑ· Αφέντη μ᾿, τι έκανες;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Τι έκανα, τρελογριά;
ΓΡΙΑ· Σκότωσες την αδελφή σου, δύστυχε!
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Βούλωσ' το, παλιογκιαούρισσα!
ΓΡΙΑ· Δες, αφέντη μου, δες! Δες στο χέρι της ένα σημάδι. Πήγαινε και δες στο δεξί της μπράτσο.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· (Σηκώνει τη χατζάρα) Βούλωσ' το, είπα!
ΓΡΙΑ· (Δείχνει στό δικό της χέρι). Να εδώ, να, το ίδιο σημάδι που έχεις και συ.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Βρωμογκιαούρισσα, από τους βρωμογκιούρ κρατώ εγώ; (Φεύγει προς τη φυλακή. Η γριά μένει μόνη και κλαίει. Ο Ζαπτιές ξαναγυρνά αναστατωμένος).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Τι ξέρεις για την Ασήμω;
ΓΡΙΑ· Αφέντη μ᾿, αφέντη μ᾿, ήτανε η αδελφή σου...
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Κλείσ' το, ωρή!
ΓΡΙΑ· Δε ρώτηξες για να σου πω;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Είπα τι ξέρεις;
ΓΡΙΑ· Ήτανε η αδελφή σου. Από την ίδια μάνα γεννηθήκατε και εβυζάξατε.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Παραλογάς!
ΓΡΙΑ· Σύχασ᾿, αφέντη μ᾿, κι άκου. Εδώ και χρόνια πολλά, αλησμονάω τον αριθμό τους, ήμουν στον χωριό μ᾿ κι εγώ στο Βελούχ. Με πήραν μια μέρα Τουρκαρβανίτες. Με φέραν μακριά, στου Ζητούνι. Μετά από χρόνια φέραν και σένα αφέντη μ᾿. Ούλοι το ψιθύριζαν πως ήσουν το πρωτοπαίδι του καπετάν Κυριακούλη και σ᾿ άρπαξε ο Μπέης μ᾿ ούλα τ᾿ αρσενικά του χωριού. Όμως ο Μπέης σ᾿ είχε στα πούπουλ᾿, αφέντη μ᾿. Σ᾿ έστειλε να μεγαλώσεις στο Βόσπορο. Πριν φύγεις σε έλουσα εγώ κι είδα το σημάδι αυτούνο. Η μάνα της μάνας σου του 'χε συνήθεια να φτιάχνει σταυροσήμαδα.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Κάλλιο, γριά, να λες ψέματα. Απ᾿ αλλιώς...
ΓΡΙΑ· Την Ασήμω, αφέντη μ᾿, τη ρώτηξα πούθε την φέρανε και σαν αποκρίθηκε απ᾿ του Βελούχι, την εκουβέντιασα για τους δικούς μ᾿. Τότε μου εφανέρωσε πως είναι η στερνοκόρη του καπετάν Κυριακούλη...
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Η στερνοκόρη του καπετάν Κυριακούλη... το πρωτοπαίδι εγώ. Το πρωτοπαίδι σκότωσε τη στερνοκόρη. (Κάθεται με το κεφάλι μέσα στα χέρια). Όχι, δεν μπορεί, λυπήσου με, γριά, πες πως ψέματα μου λες.
ΓΡΙΑ· (Του χαϊδεύει τα μαλλιά). Φτωχέ ραγιά, καημένε ραγιά!
ΣΚΗΝΗ 2η
(Ο Αρχιζαπτιές με φουστανέλα και χωρίς σαρίκι στο κεφάλι βρίσκεται στο βουνό δίπλα σε μια βρύση).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Καλύτερα να σκοτεινιάσει! Να με θωρούσε ο Μουχτάρ χωρίς το σαρίκι και με φουστανέλα! Να ήξερε πως ο Χουσεΐν, ο αρχισωματοφύλακάς του, γυρνάει στων Γκιαούρ τα παλιόσπιτα! (Ακούει βήματα). Κάποιος έρχεται! (Κρύβεται πίσω από τη βρύση).
ΛΕΝΙΩ· Τώρα θα δει ο παππούς πως δεν είναι και τόσο φοβερό να κουβαλήσω το νερό στο σπίτι. (Βάζει το σταμνί να γεμίσει). Μόνο που πρέπει να βιαστώ μήπως και γυρίσει κι ανησυχήσει που δε θα με βρει. Ο Τάσος της Μήτραινας δυο χρόνια είναι μεγαλύτερος από μένα και πήρε τ᾿ όπλο κι ανέβηκε στο βουνό και γω δε μπορώ να έρθω μόνη μου μέχρι τη βρύση; (Σηκώνει το σταμνί κι ετοιμάζεται να φύγει, μα ακούει θόρυβο και τρομάζει). Παναγιά μου! (Της πέφτει η στάμνα και σπάει και κείνη τρέχει και φεύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω).
(Ο Αρχιζαπτιές βγαίνει και παίρνει ένα κομμάτι της σπασμένης στάμνας).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Σκάλισμα... Τούτο το σκάλισμα δεν το πρωτοβλέπω, το ξέρω. Πουλί με δυο κεφάλια... και δυο ροζιασμένα χέρια να το σκαλίζουν. Ναι, θυμάμαι, τον θυμάμαι εκείνον το γέρο. "Δος μου και μένα, παπού", του έλεγα. "Όχι, Γιάννο, στη στάμνα... Τον δικέφαλο εσύ να τον στήσεις στην Πόλη". Θεέ μου, ο αετός! Αλλάχ, ο δικέφαλος... Θύμησες για φαντασίες; Σαλέψανε τα λογικά μου από χθες. Ήξερε... ήξερε η γκιαούρισσα τρελογριά, τα ήξερε. (Σφίγγει μέσα στα χέρια του το κεφάλι του). Γραικός!... Χριστιανός!... Μαχαίρωσα... την σκότωσα... Το χέρι της με το σημάδι... Το δικό μου το χέρι την σκότωσε. Θεέ μου, είμαι ένα ραγιάς, ένας δυστυχισμένος ραγιάς!
ΣΚΗΝΗ 3η
(Η σκηνή παρουσιάζει ένα απλό ελληνικό σπίτι. Μπαίνει μέσα ο παππούς).
ΠΑΠΠΟΥΣ· Λενιώ, ε, Λενιώ, πού είσαι; Πού χάθηκε αυτό το παιδί; Πού γυρνά μόνο σ᾿ αυτούς τους δύσκολους καιρούς; Αχ, Θεέ μου! Τι πόνος; Τι αγωνία; Ό,τι μου απόμεινε, ό,τι δεν μ᾿ άρπαξε η Τουρκιά τρέμει η καρδιά μου μην το χάσω. Με ξεκλήρισαν οι άπιστοι, δε μ᾿ άφησαν ελπίδα να στείλω κάποιον στα βουνά να τους πολεμήσει. (Μπαίνει μέσα λαχανισμένη η Λενιώ).
ΛΕΝΙΩ· Παππού, παππού μου, κάποιος ήταν στη βρύση. Τρόμαξα και μου έπεσε το σταμνί και έσπασε. (Κλαίει).
ΠΑΠΠΟΥΣ· (Την χαϊδεύει). Σύχασε, Λενιώ μου, σύχασε. Δεν πειράζει που έσπασε το σταμνί, μα εσύ γιατί δε με άκουσες; Γιατί έκανες του κεφαλιού σου;
ΛΕΝΙΩ· Παππού, ο Τάσος πήρε τα όπλα κι ανέβηκε στο βουνό και γω ούτε στη βρύση να μην τολμώ να πάω;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Ο Τάσος, κόρη μου, είναι αγόρι και είναι και πιο μεγάλος από σένα. Είδες που τρόμαξες;
ΛΕΝΙΩ· Ήταν κάποιος, σου λέω παππού, ήταν κρυμμένος, δε με πιστεύεις;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Σε πιστεύω, κόρη μου, σε πιστεύω. Ένα παραπάνω, λοιπόν, δεν θα ξαναπάς μόνη σου στη βρύση. Τ᾿ ακούς;
ΛΕΝΙΩ· Τ᾿ ακούω, παππού. (Σκέφτεται λίγο). Παππού, πότε θα ᾿ρθει η μάνα μου;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Όταν θελήσει ο Θεός, κόρη μου.
ΛΕΝΙΩ· Κι αν, παππού, δε θελήσει;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Τότε, κόρη μου, ας γίνει το θέλημά Του. Μα προτιμότερο να μην την ξαναδούμε παρά να την ιδούμε ντροπιασμένη. Εσύ, τι λες, Λενιώ μου; Θα ᾿θελες μια μάνα που πρόδωσε το Χριστό και την πατρίδα;
ΛΕΝΙΩ· Δε θα προδώσει η μάνα μου, παππού, δε θα προδώσει.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Όχι, κόρη μου, δεν μπορεί η Ασήμω μου να προδώσει. Κι αν τη σκοτώσουν για την πατρίδα, χαλάλι. Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. (Χτυπά η πόρτα). Ποιος να ᾿ναι τέτοια ώρα; Άσε, παιδί μου, θ᾿ ανοίξω εγώ.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Καλησπέρα σου, γέροντα.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Καλώς όρισες, ξένε, δε σ᾿ έχω ξαναδεί στο χωριό. Πατριώτης;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Είμαι από τη φαμελιά σου.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Απ᾿ τη φαμελιά μου; Δε μου έμεινε τίποτες απ᾿ τη φαμελιά μου. Μα έλα κάθισε. (Κάθονται). Δε μου ᾿μεινε τίποτες όξω από τη δισέγγονη και τους τέσσερις τοίχους του καλυβιού μου. Τα κάνανε όλα οι Τουρκαλάδες γης Μαδιάμ, σπίτι κι ανθρώπους... Ποιος είσαι του λόγου σου;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Είμαι απ᾿ εδώ, αλλ᾿ έλειπα χρόνους.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Ποιο το όνομά σου;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Γιάννος!
ΠΑΠΠΟΥΣ· Το παρονόμι σου; Δε θέλεις να πεις; Δεν πειράζει... Στους χρόνους που ζούμε έχουμε, γιε μου, τους φόβους μας ούλοι... Είχα κι εγω ένα εγγόνι που το έλεγαν Γιάννο. Το άρπαξαν οι άπιστοι και τούρκεψε, γιε μου.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Ζη το εγγόνι σου;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Αφού τούρκεψε, ξεγράφτηκε, πέθανε, γιε μου. (Αναστενάζει). Η μάνα του πέθανε απ᾿ τον καημό της.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Η μάνα του; Δεν είχε η μάνα του άλλο παιδί;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Ένα αγόρι που αδικοσκοτώθηκε με τον πατέρα του και την... Ασήμω. Την Ασήμω την μικροπάντρεψα, μα δεν την εγλίτωσα.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Τι απέγινε η Ασήμω;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Την ξέρεις του λόγου σου;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Την ήξερα.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Την Ασήμω την άρπαξε γιε μου, ο Μπέης, σαν σκότωσε τον άντρα της. Την πήρε ο αντίχριστος μακριά στο Ζητούνι. (Σηκώνεται). Μα έγνοια σου κι η Ασήμω μου δε θα τουρκέψει, είναι απροσκύνητη από γεννησιμιού της. Αφού την ξέρεις του λόγου σου, νογάς τι σου λέω. Θα προτιμήσει να πεθάνει η Ασήμω μου ... Ωρέ ξένε, κρυώνεις; (Του πιάνει το χέρι).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Είμαι ο Γιάννος ... Είμαι ο Γιάννος, παππού. (Γονατίζει μπροστά του).
ΠΑΠΠΟΥΣ· Παίζεις, ωρέ ξένε, με τις συμφορές μου;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Είμαι ο Γιάννος, παππού..
ΠΑΠΠΟΥΣ· Πάψε, ωρέ. (Σηκώνει το ραβδί του).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· (Σηκώνει το μανίκι του). Κοίτα, παππού, το σημάδι. Αυτό το σταυροσημάδι, όμοιο με της Ασήμως. Έχεις δίκιο, παππού, που δε με αναγνωρίζεις. Είμαι ζαπτιές, ο αρχιζαπτιές του Μουχτάρ.
ΠΑΠΠΟΥΣ· (Πολύ ταραγμένος). Πάψε ωρέ... Φύγε ωρέ, φύγε... φύ...
ΛΕΝΙΩ· Παππού μου, παππού μου, τι έχεις;
ΠΑΠΠΟΥΣ· Τράβα μέσα, ωρή!
ΛΕΝΙΩ· Ο ξένος, παππού, κρατάει ένα κομμάτι από το σταμνί μου.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Λούφαξε ωρή. (Την σπρώχνει έξω από το δωμάτιο). Φύγε, φύγε, γενίτσαρε!
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Στάσου, παππού, στάσου!
ΠΑΠΠΟΥΣ· Φύγε, φύγε, εξωμότη! (Σηκώνεται ο Ζαπτιές από κάτω που ήταν πεσμένος στα γόνατα κρατώντας το κομμάτι της στάμνας).
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Φεύγω, παππού. Πάω στο βουνό να ξεπλύνω το κρίμα μου. Πάω στο βουνό να στήσω τον αετό. Σαν ματαρθώ ξεπλυμένος, θα με δεχτείς, παππού; (Τον κοιτάζει συγκινημένος ο παππούς κι ύστερα ανοίγει τα χέρια του).
ΠΑΠΠΟΥΣ· Έλα, παιδί μου. (Ο Ζαπτιές μένει ασάλευτος). Έλα παιδί μου...
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Όχι, παππού, είμαι φονιάς!
ΠΑΠΠΟΥΣ· (Κατεβάζει τα χέρια). Φονιάς;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Δε λύγισε, παππού, όχι δε λύγισε η Ασήμω. Πέθανε απροσκύνητη. Εγώ την σκότωσα.
ΠΑΠΠΟΥΣ· (Κάνει ένα βήμα πίσω). Σκότωσες την Ασήμω; Σκότωσες την αδελφή σου;
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Μαγαρισμένος Ρωμιός και φονιάς. Πάω, παππού, πάω στον Προυσσό, στον παπά, να ξεπλύνω το διπλό κρίμα μου. Την ευχή σου, παππού. (Πάει να φύγει).
ΠΑΠΠΟΥΣ· Γιάννο, Γιάννο, γιε μου, μείνε απόψε.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· Παππού μου. (Ορμά και πέφτει στα πόδια του και του φιλά το χέρι. Ο παππούς τον αγκαλιάζει και τον φιλά αμίλητος)..
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· (Αποτραβιέται). Φεύγω, παππού, την ευχή σου.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Μείνε απόψε.
ΑΡΧΙΖΑΠΤΙΕΣ· (Φεύγοντας). Πάω, παππού, την ευχή σου.
ΠΑΠΠΟΥΣ· Την ευκή μου... την ευκή μου, Γιάννο μου... Στης Παναγιάς την ευκή...
ΛΕΝΙΩ· (Μπαίνει μέσα κλαίγοντας). Πέθανε η μάνα μου, η μάνα μου...
ΠΑΠΠΟΥΣ· (Σαν να μην έχει ακούσει την εγγονή του κοιτάζει προς τη μεριά που έφυγε ο Γιάννος). Στην ευκή μου...
ΛΕΝΙΩ· Πέθανε η μάνα μου... Μάνα μου, μάνα μου...
ΠΑΠΠΟΥΣ· (Αγκαλιάζοντας το παιδί). Σύχασε, κόρη μου. Εκείνος ήταν αποθαμένος. Ξανάζησε όμως. Κι η μάνα σου ζη. Η μάνα σου τρέχει μαζί του. Τρέχει μαζί του η πίστη της μάνας σου και της γενιάς μας. Σύχασε, κόρη μου, μαζί του τρέχει κι η λευτεριά. Όπου να ᾿ναι φτάνει ο Γιάννος μου στο βουνό, φτάνει για να στήσει εκεί το δικέφαλο αετό, για να πάρει πίσω το αίμα της μάνας σου και του πατέρα σου, για να πάρει πίσω το αίμα όλης της Ελλάδας.
ΤΕΛΟΣ