Ἡ πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστημένου
Ἡ Ἀνάσταση

 Ὅταν ἔφθασε στόν τάφο ἡ Μαρία, ὁ Κύριος εἶχε ἤδη ἀναστηθεῖ. Βέβαια, τά Εὐαγγέλια δέν περιγράφουν τήν Ἀνάσταση, διότι δέν τήν εἶδε κανείς. Περιγράφουν μόνο τίς ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ. Συνδυάζοντας ὅμως τίς σχετικές εὐαγγελικές πληροφορίες μποροῦμε νά καταλάβουμε πῶς περίπου ἔγινε ἡ Ἀνάσταση.
 Ὁ τάφος ἦταν κατάκλειστος. Οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ φαρισαῖοι, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος (27,62-66), τήν ἄλλη μέρα μετά τήν ταφή τοῦ Κυρίου, παρουσιάστηκαν στόν Πιλᾶτο καί ζήτησαν νά τούς ἐπιτρέψει νά βάλουν φρουρά στόν τάφο, διότι φοβοῦνταν μήπως κλέψουν τό σῶμα τοῦ Κυρίου οἱ μαθητές του. Ἔβαλαν, λοιπόν, φρουρά γιά νά φυλάγει τόν νεκρό. Ἀλλά ἐπειδή δέν εἶχαν ἐμπιστοσύνη στούς φρουρούς καί φοβοῦνταν μήπως κανείς ἀπό αὐτούς πληρωθεῖ ἀπό τούς μαθητές καί κλέψει τό νεκρό σῶμα, ἀσφάλισαν τόν τάφο (βλ. Μθ 27,66). Τόν ἔζωσαν, δηλαδή, μέ σχοινιά καί στό ἕνωμα τῶν σχοινιῶν, στούς κόμπους, ἔβαλαν βουλοκέρι μέ τή σφραγίδα τους. Κανείς δέν θά μποροῦσε νά ἀνοίξει τόν τάφο χωρίς νά καταστρέψει τίς σφραγίδες. Ἑπομένως θά γινόταν ἀντιληπτή κάθε ἀπόπειρα κλοπῆς τοῦ νεκροῦ σώματος.
 Ὁ Ἰησοῦς ἔγινε ἄφαντος μέσα ἀπό τόν τάφο χωρίς κανείς νά καταλάβει ὅτι ἀναστήθηκε. Βγῆκε ἀοράτως ἀπό τόν τάφο χωρίς νά μετακινηθεῖ καθόλου ὁ λίθος, χωρίς νά πειραχτοῦν οἱ σφραγίδες. Γι᾿ αὐτό ψάλλουμε τό Πάσχα: «Φυλάξας τά σήμαντρα σῷα, Χριστέ, ἐξηγέρθης τοῦ τάφου», πού σημαίνει: «Χριστέ, ἀναστήθηκες καί βγῆκες ἀπό τόν τάφο διατηρώντας τίς σφραγίδες σῶες», χωρίς νά πειράξεις τά σχοινιά καί τό βουλοκέρι.
 Ἐπίσης τά Εὐαγγέλια δέν ἀναφέρουν τίποτε γιά τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσεως. Ὑποθέτω πώς ἔγινε κατά τήν τέταρτη φυλακή τῆς νυκτός, δηλαδή 3.00π.μ. - 6.00π.μ.· ἔτσι, τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἔμεινε στόν τάφο καί μερικές ὧρες ἀπό τήν τρίτη ἡμέρα, γιά νά ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία τῆς τριημέρου ταφῆς του, ἡ ὁποία βέβαια δέν ἐννοεῖ τρία ὁλόκληρα εἰκοσιτετράωρα. Ὁ τάφος, λοιπόν, ἦταν γιά ὥρα πολλή ἤ γιά ὧρες ἄδειος καί οἱ στρατιῶτες φύλαγαν ἄδειο τάφο νομίζοντας ὅτι ὁ νεκρός εἶναι μέσα.


Τό κενό μνῆμα

 Ἔτσι εἶχαν τά πράγματα, ὅταν κατά τίς 5 τό πρωί πλησίασαν στόν τάφο οἱ γυναῖκες γιά νά ρίξουν τά ἀρώματα. Στό δρόμο ἀναρωτιόταν· «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον;» (Μρ 16,3), ποιός θά μᾶς κυλίσει τή βαρειά πλάκα; Δέν ἤξεραν ὅτι οἱ φαρισαῖοι εἶχαν ἐγκαταστήσει φρουρά. Στό μεταξύ ἔγινε σεισμός καί ἄγγελος Κυρίου ἔρριξε κάτω τήν πλάκα, γιά νά φανεῖ ὁ ἄδειος τάφος. Οἱ στρατιῶτες τρόμαξαν ἀπό αὐτά τά ἔκτακτα καί φοβερά συμβάντα καί «ἐγένοντο ὡσεί νεκροί» (Μθ 28,4), ἔχασαν τίς αἰσθήσεις τους. Ὅταν συνῆλθαν θά ἔτρεξαν νά φύγουν. Μόνο μερικοί, «τινές τῆς κουστωδίας» (Μθ 28,11) ἦρθαν γιά νά ἀναγγείλουν τά γενόμενα στούς ἀρχιερεῖς.
 Ἔφυγαν οἱ στρατιῶτες, γι᾿ αὐτό οἱ γυναῖκες δέν βρῆκαν κανέναν στόν τάφο. Ἡ Μαρία πού εἶχε φθάσει πρίν ἀπό τίς ἄλλες μαθήτριες, μόλις εἶδε τόν τάφο ἄδειο, ταράχτηκε, διότι ὑπέθεσε ὅτι κάποιος εἶχε κλέψει τό σῶμα τοῦ ἀγαπημένου της νεκροῦ. Ποτέ δέν φαντάστηκε ὅτι ἦταν δυνατόν ν᾿ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός. Τήν ἀγωνία καί τό φόβο της αὐτό τρέχει ν᾿ ἀνακοινώσει στόν Πέτρο καί στόν Ἰωάννη.
 Τρέχουν κι αὐτοί στό μνῆμα καί πείθονται ὅτι πράγματι τό σῶμα τοῦ Κυρίου λείπει· κάποιος τό πῆρε. Αὐτό σημαίνουν τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη «εἶδε καί ἐπίστευσεν» (Ἰω 20,8), δηλαδή πίστεψε ὅτι πράγματι τό σῶμα τοῦ Κυρίου λείπει ἀπό τόν τάφο. Καί στή συνέχεια ὁ εὐαγγελιστής ἐξηγεῖ· «οὐδέπω γάρ ᾔδεισαν τήν γραφήν ὅτι δεῖ αὐτόν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι» (20,9). Τά ὁλοκάθαρα καί ἀνέπαφα ὀθόνια καί τό καλοδιπλωμένο χωριστά σουδάριο ἔκραζαν, βοοῦσαν ὅτι τό νεκρό σῶμα τοῦ Κυρίου δέν τό ἀπέσπασαν ἄλλοι μέσα ἀπό τά ὀθόνια, ἀλλά βγῆκε μόνος του ὁ Κύριος, ὡς νικητής, ὡς ἐξουσιαστής τοῦ θανάτου· ἀναστήθηκε, σηκώθηκε, δίπλωσε τά ροῦχα του, τά σκεπάσματά του καί τ᾿ ἄφησε τακτοποιημένα. Ἐντούτοις οἱ μαθητές ἐξακολουθοῦν νά ἀποροῦν. Αὐτό δείχνει ὁλοφάνερα ὅτι δέν εἶχαν καμιά ὑπόνοια, οὔτε χνος προσδοκίας τῆς Ἀναστάσεως.
 Μετά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἰωάννη ἡ Μαρία ἐπιστρέφει στό μνῆμα. Θέλει νά ξαναδεῖ, νά βεβαιωθεῖ. Δέν μπορεῖ νά τό πιστέψει πώς δέν θά ᾿χει οὔτε τήν ἐλάχιστη ἱκανοποίηση νά προσφέρει τίς νεκρικές τιμές στόν Διδάσκαλο. Κι ἐκεῖ, ἔξω ἀπό τό κενό μνῆμα, ἀφήνει νά ξεχυθεῖ σέ θρῆνο ὅλος ὁ πόνος της γιά τήν ἐξαφάνιση τοῦ σώματος τοῦ Διδασκάλου της.